Μέρος δέκατο τρίτο
Την κύρια είσοδο του σπιτιού, εκείνη την ψηλή, δίφυλλη, ξύλινη πόρτα, μας την άνοιξε από μέσα η μαντμαζέλ Σοφί. Έτσι ήταν γνωστή στη γειτονιά. Μια γυναίκα πάνω-κάτω συνομήλικη με την κυρία Φιλοθέη, λίγο παχουλή, με μαλλιά τόσο ξανθά, σχεδόν λευκά. Η μανταμαζέλ Σοφί βοηθούσε και συμπαραστεκόταν στην κυρία Φιλοθέη τα τελευταία περίπου τρία χρόνια, από όταν δηλαδή η τελευταία έμεινε χήρα.
Η μαντμαζέλ Σοφί, όπως έυκολα μαρτυρά η προσωνυμία της, είχε κάποτε στα νιάτα της σπουδάσει γαλλικά. Αρεσκόταν δε να μεταχειρίζεται γαλλικές λέξεις κατά την ομιλία της, με τρόπο μάλλον επιτηδευμένο. Πεταμένα “bonjour” και “s’ il vous plait”, “oui, je comprends” και διάσπαρτα “merci” ανάμεσα στις υπόλοιπες κουβέντες που αντάλλασσε με τους γείτονες. Τα γαλλικά της κι οι τρόποι της ήταν κατά πολύ ταυτόσημοι με αυτούς της κυρίας Φιλοθέης: θύμιζαν τα γαλλικά των παιδαγωγών των καλών οικογενειών. Οι κινήσεις και των δύο αργές και μεγαλοπρεπείς, θύμιζαν πρωταγωνίστριες – γαλλικού; - αισθηματικού ρομάντζου του προηγούμενου αιώνα. Επειδή η κυρία Φιλοθέη, γόνος οικογένειας αρχοντικής και χήρα μεγαλοδικηγόρου – επίσης αρχοντάνδρα – των Αθηνών, είχε τύχει να μάθει κι αυτή γαλλικά, μπορεί και πιάνο – ας μας επιτραπεί το αυθαίρετο συμπέρασμα χάριν επιβεβαίωσης του στερεότυπου που θέλει αυτές τις δύο ενασχολήσεις να πηγαίνουν πακέτο για τις νεαρές θυγατέρες των εύπορων οικογενειών πριν εβδομήντα χρόνια. Κύλησε, λοιπόν, σα να λέμε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ κι όλα τα σχετικά που μπορούμε να πούμε γι’ αυτές τις δυο μοναξιές που έσμιξαν τόσο ταιριαστά.
Η μαντμαζέλ Σοφί με καλησπερίζει γαλλιστί παίρνοντας τις σακούλες με τα νεράντζια από τα χέρια μου και στέκεται να ακούσει τον μονόλογο οδηγιών που της απευθύνει η κυρία Φιλοθέη, γαλλιστί κι αυτός εξυπακούεται. Κατόπιν, και με τις σακούλες στα χέρια, κατευθύνεται – υποθέτω – προς την κουζίνα, ενώ η κυρία Φιλοθέη με παρακαλεί να περάσω στο bureau του συχωρεμένου του Σωκράτη της για ένα τσάι. Η ώρα κόντευε επτά κι εγώ θα ήθελα να φύγω και να ακολουθήσω το προσχεδιασμένο και ασφαλές καθημερινό μου πρόγραμμα, αλλά καταλαβαίνω ότι τόσο η ίδια όσο κι η μαντμαζέλ Σοφί είναι ευχαριστημένες που μπορούν να επιδεικνύουν την καλή αγωγή τους και να φέρονται ευγενικά, έστω και με πομπώδη τρόπο, στον οποιονδήποτε. Ακόμη, τελικά, και σε εμένα, το όψιμο χαμίνι της γειτονιάς.
Το ξύλινο πάτωμα έτριξε κάτω από τα πόδια μου, καθώς μπήκα στο δωμάτιο του γραφείου. Μου φάνηκε σα να βουλιάζει ελαφρά σε κάθε βήμα μου, παρασύροντας και κατά κάποιον τρόπο «ξυπνώντας» ολόκληρο το σπίτι. Ήταν σα να έτριξαν συγχρονισμένα όλοι οι τοίχοι. Κι ήταν αυτό το τρίξιμο από μόνο του αρκετό για να αποκαλύψει τη μεγαλειώδη κι απέραντη σιωπή σ’ αυτό το έρημο και παγερό σπιτικό.
Στο βάθος του δωματίου, απέναντι από την πόρτα, τοποθετημένο το τραπέζι του γραφείου του μακαρίτη δικηγόρου, με μια γεμάτη βιβλιοθήκη που έφτανε ως πάνω το ταβάνι πίσω του και δυο δερμάτινες πολυθρόνες τοποθετημένες μπροστά του. Κάτω από το παράθυρο στα αριστερά μου ήταν ένα χαμηλό τραπεζάκι του καφέ με ακόμα δυο – επίσης δερμάτινες – πολυθρόνες. Εκεί με έβαλε να καθίσω η κυρία Φιλοθέη κι έφυγε για να φέρει το τσάι. Απέναντί μου βρισκόταν μια ακόμη βιβλιοθήκη, μικρότερη, με δυο γυάλινες πόρτες, τα πόμολα δυο μικρά πατουσάκια ζώου, ίδια με τα πόδια του επίπλου, μόνο που αυτά τα τελευταία ήταν μεγαλύτερα σε μέγεθος κι έμοιαζαν να γαντζώνονται με τα νύχια τους γερά στο ξύλινο δάπεδο για να κάνουν ακόμα κι αυτό το τρίξιμο απ’ τα πατήματα των ενοίκων να σωπάσει.
Σηκώθηκα και πλησίασα για να παρατηρήσω μια ασπρόμαυρη φωτογραφία πίσω από το τζάμι, ο συχωρεμένος και η κυρία Φιλοθέη τη μέρα του γάμου τους. Στην κάτω δεξιά γωνία γραμμένη μια ημερομηνία: 4/6/1950. Η κυρία Φιλοθέη είναι τελικά μεγαλύτερη από όσο δείχνει! Θα πρέπει με βεβαιότητα να πλησιάζει ή να έχει ήδη πατήσει τα ογδόντα! Παραδίπλα μια ακόμη φωτογραφία, έγχρωμη και πιο πρόσφατη, ο συχωρεμένος κι η κυρία Φιλοθέη με τα τρία τους παιδιά και τα δυο τους εγγόνια μπροστά από τον Παρθενώνα. Παρατηρώ την ανακουφιστική και καταπραϋντική αύρα αυτής της οικογενειακής φωτογραφίας, έτσι όπως ενισχύεται από το περήφανο αρχαίο κάλλος του φόντου, και που όπως όλες οι αντίστοιχες εκτυπώσεις συγγενικών στημένων μαζώξεων, αποπνέει περηφάνια κι ευτυχισμένη ολοκλήρωση.
Η κυρία Φιλοθέη μπήκε μέσα κρατώντας ένα δίσκο με δυο φλιτζάνια τσάι, δυο ποτήρια νερό και δυο πιατάκια με γλυκό νεράντζι. «Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας», μου είπε συστήνοντάς μου τις φιγούρες στη φωτογραφία που κοιτούσα. «Τα στείλαμε νωρίς στην Ευρώπη να σπουδάσουν.» συνέχισε να εξηγεί χωρίς να τη ρωτήσω. «Δύσκολη απόφαση εκείνα τα χρόνια. Ο Σωκράτης φοβόταν, δείλιαζε, δεν ήθελε. Εγώ επέμεινα. Και να τώρα που έχουν εκεί τις δουλειές τους, έκαναν τις οικογένειές τους, βγάζουν καλά λεφτά.» ακολούθησε μια σύντομη παρουσίαση των διευθυντικών θέσεων που κατείχαν και τα τρία παιδιά τους σε μεγάλες εταιρείες, λεπτομέρειες που θεωρώ άσκοπο να αναπαράγω, χώρια που – το ομολογώ – δεν καλοθυμάμαι, αφού ευτυχώς ο αφηρημένος νους μου συνέχισε να περιεργάζεται τον χώρο και να φαντάζεται τον μακαρίτη να υποδέχεται εδώ τους πελάτες του και να πανηγυρίζει κερδισμένες δίκες, αφήνοντας την οικοδέσποινα να δίνει την παράστασή της χωρίς να εισακούγεται. «Πρώτα ο Θεός, τους περιμένω να έρθουν το καλοκαίρι. Θα πάμε στο εξοχικό μας στην Τζια…»
Τη διέκοψα πριν προλάβει να ξεκινήσει την περιγραφή του εξοχικού τους, ρωτώντας τη για το γλυκό που μου πρόσφερε. Το είχε φτιάξει η μαντμαζέλ Σοφί, σύμφωνα με τη συνταγή και την καθοδήγηση της ίδιας. Δυο γυαλιστερές, πορτοκαλί φλουδίτσες, λεπτούτσικες, τυλιγμένες σε ρολάκια, έπλεαν στα σιρόπια μέσα στο πιατάκι που κρατούσα στο χέρι μου. Το γλυκό απογευματινό φως της ήδη μεγαλωμένης μέρας πέρασε με μια ακτίνα ήλιου μέσα από το παράθυρο κι έπεσε πάνω στο νεραντζάκι. Το χρώμα του καρπού, διαθλασμένο μέσα από το λαμπερό σιρόπι, έκανε όλο το δωμάτιο να χρυσίσει. Η κυρία Φιλοθέη ακούμπησε ευχαριστημένη την πλάτη της πίσω με αγαλλίαση, αντιλαμβανόμενη το θαυμασμό μου. «Το μυστικό είναι να μαζεύεις τα νεράντζια πριν φουσκώσει η φλούδα τους από τις ξαφνικές ανοιξιάτικες μπόρες. Έτσι διατηρούν το χρώμα τους πιο ζωντανό και μένουν τραγανά κατά το βράσιμο», είπε.
Μην περιμένετε να αποφανθώ για τη γεύση με τρόπο πρωτότυπο, είχε τη γνωστή σε όλους γλυκόπικρη γεύση. Η κυρία Φιλοθέη είχε όμως να σχολιάσει κάτι διαφορετικό και γι’ αυτό: «Θέλει τουλάχιστον δυο μέρες για να ξεπικρίσει το φρούτο πριν δέσει με το σιρόπι. Και λέω τουλάχιστον, parce que εξαρτάται από το γούστο του καθενός. Μπορείς να τα αφήσεις να ξεπικρίσουν και περισσότερες μέρες, αλλά τότε νομίζω χάνει το γλυκό τη νοστιμάδα του. Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, θέλουν το χρόνο τους για να ξεπικρίσουν.» την κοίταξα χωρίς να ζητήσω εξηγήσεις, βιαζόμουν εξάλλου να φύγω. «Ο Σωκράτης», συνέχισε, «ήταν δύσκολος άνθρωπος. Καλός, μα difficile, ήθελε υπομονή. Έλειπε πολλές ώρες από το σπίτι, δουλειές πολλές. Ήξερα όμως ότι πήγαινε και με άλλες.» Ίσιωσε τη φούστα της και χαμήλωσε τα μανίκια πάνω από τα γεμάτα μωβ φλέβες χέρια της, σα να προσπαθούσε να σκεπάσει το αυθόρμητο ξεγύμνωμά της, μιλώντας μου για τέτοια θέματα. «Έκανα υπομονή, του έκανα και τρία παιδιά. Ήθελε κι αυτός το χρόνο του για να ξεπικρίσει. Στα τελευταία του, μετά το δεύτερο εγκεφαλικό, μου έπιανε καμιά φορά τρυφερά το χέρι όποτε του σέρβιρα το τσάι του.» Κούνησε το κεφάλι με ικανοποίηση και λύπηση.
Είχα αρχίσει να αισθάνομαι άβολα ακούγοντας αυτό το ευγενικό φάντασμα να μου μιλάει για τις χαρές και τις λύπες μιας ζωής που καθόλου δε με ενδιέφερε. Το κατάλαβε, φαίνεται, κι άλλαξε το ύφος της, γλύκανε κι αυτή σαν το σιρόπι που έμενε διάφανο και μόνο στο πιατάκι μου. Μου έδειξε το μενταγιόν της, δώρο του Σώκράτη όταν γέννησε τη Σμαράγδα τους. Το βραχιόλι της, δώρο του Σωκράτη όταν γέννησε τον Βασίλη τους. Το δαχτυλίδι, δώρο όταν γέννησε αργότερα την Μαρία τους. Οπότε αβίαστα και φυσικά η συζήτηση επανήλθε στο αγαπημένο της θέμα: τα παιδιά τους.
Η γηραιά κυρία είναι περήφανη για τα παιδιά της, μου μιλάει για τα επαγγελματικά τους κατορθώματα στο εξωτερικό με ενθουσιασμό και παινεύει τα ταλέντα τους, μιλάει με τον ίδιο τρόπο για τα εγγόνια της και τις μαθησιακές τους δεξιότητες. Ή μήπως μου μιλάει για τα δικά της κατορθώματα; Σηκώνεται κάθε τόσο κι ανοίγει ένα συρτάρι του σεκρετέρ ή ένα ντουλάπι της σερβάντας, βγάζει φωτογραφίες κι αναμνηστικά δώρα του άντρα της και των παιδιών της, κι εγώ ζαλίζομαι και θέλω να βγω έξω να ανάψω ένα τσιγάρο. Μα δεν τολμώ να διακόψω αυτήν την κωμωδία της χαρμολύπης, αυτή τη γλυκόπικρη υποκρισία της κοσμικής ευτυχίας, την τόσο ταιριαστή με τη γλυκόπικρη γεύση του γλυκού που μόλις με κέρασε και που παρέμενε επίμονα στο στόμα μου, συνοδευτικό της επιδειξιμανούς παράστασης που παρακολουθούσα. Η κυρία Φιλοθέη είναι γοητευμένη από την επίσκεψή μου. Νιώθω προσκεκλημένη άθελά μου σε δεξίωση της παλιάς Αθήνας, σε μια δεξίωση που μοιάζει με κύκνειο άσμα. Το βλέμμα μου πέφτει στη δεντροστοιχία των νεραντζιών έξω στο πεζοδρόμιο. Δεν πρέπει να έχει περάσει πολλή ώρα από όταν περπατούσα μόνη βυθισμένη στο άρωμα των λουλουδιών τους, κι όμως μου φαίνεται σα να κάθομαι σε αυτήν την δερμάτινη πολυθρόνα αιώνες.
Η μαντμαζέλ Σοφί μπαίνει στο δωμάτιο με μια πιατέλα στα χέρια. Η πιατέλα είναι γεμάτη φέτες ψωμιού αλειμμένες με βούτυρο και – καθώς πληροφορούμαι από τη σερβιτόρα μας – φρέσκια μαρμελάδα νεράντζι. Σκέφτηκε ότι ταιριάζει καλύτερα με το τσάι. Κάπου εκεί η βραδιά – έξω είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει – απέκτησε ξανά ένα κάποιο ενδιαφέρον. Δεν είχα δοκιμάσει ποτέ μαρμελάδα νεράντζι, ούτε καν φανταζόμουν ότι υπάρχει τέτοιο παρασκεύασμα. Η μαντμαζέλ Σοφί είναι κι αυτή με τη σειρά της περήφανη για τη μαρμελάδα της. Η κυρία Φιλοθέη τη διακόπτει για να με πληροφορήσει ότι κάθε χρόνο τέτοια εποχή ετοιμάζουν δεκάδες βάζα και τα στέλνουν στα παιδιά τους στην Ευρώπη, επειδή ταιριάζει extraordinairement με τα κρέατα της περιοχής. Θολωμένη όπως είμαι από την έλλειψη νικοτίνης, μπερδεύομαι για μια στιγμή και νομίζω ότι μου μιλάει για τα – ποια; - παιδιά τους με τη μαντμαζέλ Σοφί.
Όλοι έχουν ανάγκη να πιάνονται από κάπου και να αναδεικνύονται ή να υποστυλώνονται από κάπου. Άλλος από μια θρησκεία ή από ένα άλλο σώμα, από ξεθωριασμένα λόγια σε κιτρινισμένα χαρτιά ή από ένα δάκρυ με σάρκα και οστά. Άλλος από δεκάδες κοσμήματα – αναμνηστικά δώρα, αλλά ποιο δώρο άραγε μπορεί να εξαγοράσει την αγάπη ενός ανθρώπου που του έχουν στερήσει την αυτοεκτίμηση; - κι άλλος από την αναμφισβήτητη απουσία. “Από τα σαχλά υψηλά κι από τα εξαίσια χαμερπή”*. Κι όλοι μα όλοι στο τέλος δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα, δεν έχουμε να ελπίζουμε τίποτα. Το μόνο ζωντανό κι απείραχτο που απομένει στη νεκρή ζωή μας είναι μια παλιά ανάμνηση.
Η υφή της μαρμελάδας άξαφνα μου θυμίζει ένα άλλο γλυκό του κουταλιού που συνήθιζε πριν χρόνια να φτιάχνει μια φίλη μου σε κάποιο νησί. Ξελιγωμένη από την ξαφνική αναθύμηση εκείνης της άλλης γεύσης – επρόκειτο για γλυκό του κουταλιού από άνθη πορτοκαλιάς - , ρωτάω με λαχτάρα την κυρία Φιλοθέη αν μπορούν να γίνουν τα άνθη της νεραντζιάς γλυκό του κουταλιού. Η όψη της σοβάρεψε και τα χαρακτηριστικά της σκλήρυναν. Ξεκίνησε να μου μιλάει για τη Μαρία της, το τρίτο παιδί τους, και πέρασαν κάμποσες στιγμές για να καταλάβω ότι δεν τα ‘χε χαμένα και πού ήθελε να καταλήξει. «Όταν έμεινα έγκυος στη Μαρία μου (η Σμαράγδα κι ο Βασίλης ήταν «μας», η Μαρία παρατήρησα ότι ήταν «μου»), ο Σωκράτης τα είχε μπλέξει με μια πιτσιρίκα. Παρά την πίκρα μου, δε σκέφτηκα ούτε στιγμή να μην το κρατήσω το παιδί αυτό. Και τώρα δες, η Μαρία μου μου έκανε τα δυο μοναδικά μου εγγόνια. Όλα θέλουν το χρόνο τους για να ξεπικρίσουν και να γλυκάνουν. Τα άνθη νεραντζιάς, ναι, μπορούν να γίνουν γλυκό, μα χρειάζεται πενταπλάσια ποσότητα κι άλλος τόσος χρόνος ξεπίκρισμα για να βγάλεις ένα βαζάκι γλυκό. Κι έπειτα, είναι αμαρτία να κόβεις το λουλούδι σκοτώνοντας τον καρπό που μόλις έχει γεννηθεί.»
Σηκώθηκα αποφασισμένη, πλέον, να φύγω και ξαφνικά νιώθω στο βλέμμα της κυρίας Φιλοθέης πως η δεξίωση τελείωσε, η μαγεία της ανάπλασης της παλιάς ζωής διαλύθηκε. Με συνοδεύει ως την εξώπορτα ευχαριστώντας με για την honneur με τον αέρα μιας κυρίας μιας άλλης εποχής. Η παρακμάζουσα ζωντάνια αυτής της γυναίκας με κάνει να σκέφτομαι πόσο ανθεκτική είναι η ανθρώπινη ζωή, πόσο τρομακτικά φυσική δύναμη έχει να βρίσκει τρόπους να ομορφαίνει οποτεδήποτε, να ξεπικρίζει κάθε τόσο.
Αισθάνομαι, παρά την ανία μου και την κούρασή μου, την ανάγκη να την ευχαριστήσω κι εγώ με κάποιο τρόπο. Με έναν τρόπο που να αρμόζει στην ευγενική καταγωγή μιας κυρίας. Να της χαρίσω κάτι που θα την κάνει να ξεχωρίσει και πάλι ανάμεσα στις φίλες της, σαν ένα καινούριο κόσμημα, αναμνηστικό μιας ευτυχισμένης στιγμής. Τη ρωτάω αν έχει δοκιμάσει να φτιάξει γλυκό νεραντζάκι από τους άγουρους πράσινους καρπούς του δέντρου. Με κοιτάζει με συγκρατημένη έκπληξη, χωρίς να χάσει ούτε δευτερόλεπτο την αυτοκυριαρχία της και να προδώσει την άγνοιά της. Της υπόσχομαι, μόλις δέσουν οι πρώτοι καρποί, να φτιάξουμε μαζί δοκιμαστικά μια μικρή δόση.
Τη συνταγή μού την είχε υπαγορεύσει βιαστικά πριν χρόνια μια θεία μου σε εκείνο το πεδινό χωριό της νότιας Ηπείρου, μια μέρα που την έπιασα να δένει το σιρόπι σκυμμένη πάνω από το γκαζάκι στο φτωχικό κουζινάκι του σπιτιού της. Και για να είμαι ειλικρινής, δεν υπάρχει ακριβής συνταγή. Μόνος κανόνας, το υποχρεωτικό δεκαήμερο – τουλάχιστον – ξεπίκρισμα, και ζάχαρη για το σιρόπι όσο πάρει - τηρώντας αυστηρά την αναλογία δύο προς ένα - μέχρι να γλυκάνει και να δέσει.
Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, όπως όλα τα δύο που φιλοδοξούν να γίνουν ένα.
----------
*Γλυκερία Μπασδέκη, «Απ’ όπου», πήγη: m.lifo.gr/team/crying/53477

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου