Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

"nihil volitum quin praecognitum"*

Κεφάλαιο ΙΙΙ


Ο ήλιος είχε δύσει αλλά δεν έλεγε να σκοτεινιάσει. Γυάλινο ήταν το χειμωνιάτικο σούρουπο, μες στην παγωνιά του. Το τελευταίο φως της ημέρας - σα να ερχόταν από το πουθενά - είχε, λες, μια ετοιμοθάνατη καθάρια λάμψη, ενώ από την αντίθετη μεριά ανέτειλε θαμπό το φεγγάρι παρατρεχάμενο από κάμποσα μαύρα σύννεφα.

Τυλίχτηκε στο μάλλινο ζακετάκι της κι έπιασε το χέρι του πατέρα της ενώ έβγαιναν από τον κινηματογράφο.
Στα πρώτα χρόνια της εφηβείας της,ήδη, η Σμαραγδή ανακάλυπτε τη χαρά μιας βόλτας με τον πατέρα της, αντίβαρο στη θλίψη της για την αποξένωση από τον αδερφό της.

Ο Νικόλας μεγάλωνε κι αυτός και γινόταν ένα παιδί ατίθασο κι απαιτητικό, σκληρό με όλους κι αδιάφορο προς την αδερφή του.

Κάποια απογεύματα ο πατέρας της την έπαιρνε μαζί του στις δουλειές του και μετά την πήγαινε για γλυκό ή πορτοκαλάδα.
Απόψε ήθελε να την πάει στον κινηματογράφο, να δούνε την Χέπμπορν στο "Πόλεμος και ειρήνη".
Η Σμαραγδή χρειάστηκε λίγα λεπτά για να συνέλθει βγαίνοντας στο δρόμο, ήταν η πρώτη της φορά στον κινηματογράφο και το θέαμα την είχε συνεπάρει. Τα μάτια της, συνηθισμένα στο φως της μεγάλης οθόνης, θάμπωσαν στο χειμωνιάτικο ημίφως. Ταξιδεμένη, καθώς ήταν, σε καιρούς αυτοκρατορικούς, αιματοβαμμένους, ανυποψίαστη μπροστά σε τραγικά ρομάντζα και μ' ένα αδιόρατο μα ανυπόφορο αίσθημα ζήλιας για το δεσμό αδελφικής αγάπης μεταξύ του Νικολάι και της Νατάσας, τρόμαξε από το θόρυβο και την κίνηση της πολυσύχναστης λεωφόρου.
Ο πατέρας της το κατάλαβε κι επιβράδυνε το βήμα του, παραμένοντας πάντα αμίλητος δίπλα στην κόρη του.

Είναι σιωπές που σκοτώνουν, που κόβουν τις ψυχές και τις σκορπούν σε χιλιάδες αιχμηρά κομματάκια αστραφτερού πάγου - και στέκουν άναυδοι οι μουγκοί συνομιλητές μην ξέροντας κατά πού να σκύψουν να μαζέψουν τα κομμάτια τους.
Είναι σιωπές που υψώνουν φράχτες αγκαθωτούς ανάμεσα στους ανθρώπους, κι οι πιο εργατικοί - ή πιο ξεροκέφαλοι - ματώνουν με πείσμα τα δάχτυλά τους, γεμίζουν γρατζουνιές για να καταφέρουν να σκαρφαλώσουν από την άλλη μεριά, να αντικρύσουν το τρομερό πρόσωπο της εγκατάλειψης.

Κι είναι και σιωπές που κρύβουν μέσα τους θάλασσες τρυφερότητας. Λες κι η πλημμύρα της ψυχής - ο πόνος ή ο έρωτας ή το νοιάξιμο - να μην έχει ανάγκη τον ανθρώπινο λόγο, αλλά να ξεχειλίζει από κάθε πόρο του δέρματος, βυθίζοντας τους σιωπηλούς συνοδοιπόρους σε ωκεάνια βάθη και ταυτόχρονα ανεβάζοντάς τους ψηλά για να συγκινήσουν με την άηχη ένωσή τους τ' άστρα.

Τι υπάρχει ανάγκη να ειπωθεί μεταξύ ενός πατέρα και της κόρης του που περπατούν πιασμένοι χέρι-χέρι ένα χειμωνιάτικο απόβραδο στους δρόμους της Αθήνας; Ποιος από τους δυο χρειάζεται κουτές εκφράσεις, σμπαραλιασμένα από τη χρήση λόγια, για να ορίσει τις ανάγκες του και το πραγματικό μέτρο για την ικανοποίησή τους;
Εκείνη ευγνώμων που για λίγες ώρες γινόταν δεσποινίδα και γνώριζε την αντρική συντροφιά μέσα από την άδολη παρέα του πατέρα της.
Εκείνος ευγνώμων για την επίσης άδολη γυναικεία τρυφερότητα, που τόσο του είχε λείψει.
Κι αυτό τους αρκούσε, αφού κανείς δεν τους έμαθε ποτέ να επιθυμήσουν κάτι περισσότερο.

Κι αν η αχαριστία φθείρει, η σκληρότητα δηλητηριάζει αργά και ύπουλα τις ψυχές, μετατρέποντας τα συναισθήματα δύο ανθρώπων σε συγκοινωνούντα δοχεία, μισογεμάτα θολά απόνερα που βρωμάνε μετριότητα, απογοήτευση, παραίτηση, δειλία κι ολιγάρκεια - ή μιζέρια.

Αν όμως της μιλούσε της Σμαραγδής εκείνο το βράδυ...αν συζητούσε μαζί της για την ταινία που μόλις είδαν...για τη δύναμη της θέλησης του ανθρώπου...
Αν του μιλούσε Σμαραγδή για την αδιάκοπα ερωτοχτυπημένη καρδιά της Νατάσας που την γοήτευσε με μια ζηλόφθονη απορία...
Αν είχαν πει έστω και μια κουβέντα για όλα αυτά τ' αφανέρωτα που τους συγκλόνιζαν κι έμελλε να τους ορίσουν ή να τους καταπιούν - που πολλές φορές είναι το ίδιο πράγμα.

Της αγόρασε πέντε κάστανα σε χάρτινο χωνάκι από έναν πλανόδιο, γλυκιά η μυρωδιά τους, θαλπερή η γεύση τους. Μια κίνηση αυτονόητη, η αγορά ψημένων κάστανων, που την έκαναν εκατοντάδες νυχτερινοί περιπατητές στους δρόμους της πόλης. Μια μυρωδιά οικεία - η μυρωδιά του χωριού του καθενός - που σηματοδοτεί τον ερχομό του χειμώνα στις γωνιές του κέντρου της πρωτεύουσας. Ο ήχος των καρπών καθώς πέφτουν και τυλίγονται μέσα στο χαρτί, το ελαφρύ κάψιμο στην παλάμη, το από αλλού και μακρινό χαμηλωμένο βλέμμα του καστανά όταν τα στριφογυρίζει με μεράκι πάνω στη φουφού.

Αρώματα και ήχοι συνηθισμένοι, ανεπαίσθητοι, που μόνο κάποια στιγμή αργότερα μέσα στα χρόνια - από κάποια σύμπτωση, ας πούμε - αποκαλύπτουν την παράξενη δύναμή τους. Αυλακιές στα χωράφια της μνήμης, υπάρχουν εν αγνοία μας και περιμένουν να αποκαλυφθούν για να μας προσδώσουν την ταυτότητά μας.

Γιατί, τελικά, η σημασία κρύβεται στα ανύποπτα, σ' αυτά που δίνουν αίσθημα στην αφάνεια.

(Συνεχίζεται...)

*Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό 
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla)",
Εκδόσεις των φίλων (2018)

Τρίτη 28 Απριλίου 2020

"nihil volitum quin praecognitum"*

Κεφάλαιο ΙΙ


Η κυρά-Χάιδω, μαζί με δυο άλλες γειτόνισσες, μπαινόβγαινε από το σπίτι στη μικρή αυλή χαμογελαστή και αεράτη για το θείο επίτευγμα να κατορθώσει να χρησιμοποιήσει τη μήτρα της επιτυχώς, φέρνοντας στον κόσμο τον γιο της. Σέρβιρε πιατέλες με ψητά στους καλεσμένους που είχαν έρθει για να γιορτάσουν το όνομα του νεοφώτιστου Νικόλα της. Και κάθε φορά που ακουμπούσε τα γεμάτα πιάτα στα τραπέζια, έμοιαζε να τοποθετεί τρόπαια της νίκης της σε πεδία μαχών, όπου κατάφερε να κατατροπώσει τους εχθρούς της.

Η γειτονιά τους ήταν μια από τις φτωχές γειτονιές του κέντρου της Αθήνας. Μια γειτονιά από αυτές που έγιναν πρώτες πρώτες εύκολη λεία στα νύχια των αρπακτικών εργολάβων της εποχής, όσων αναζητούσαν φτηνά ακίνητα για αντιπαροχή, εφαλτήριο για την απόκτηση εύκολου και άμεσου πλούτου.
Σχεδόν όλοι ήταν καλεσμένοι στα βαφτίσια του Νικόλα της, και πρώτοι από όλους όσοι είχαν ήδη δώσει τα σπίτια τους στους εργολάβους κι έμεναν τώρα σε μοντέρνα διαμερίσματα πολυώροφων πολυκατοικιών.
Κανείς από όλους εκείνους τους συνδαιτυμόνες δεν μπορούσε να διανοηθεί τότε ότι, μετά από πενήντα χρόνια, όσα σπιτάκια θα έμεναν ανέγγιχτα από τη μανία της αντιπαροχής, θα αποτελούσαν τη μοναδική εγγύηση γοητείας κι ευπρέπειας της γειτονιάς.

Η Σμαραγδή, χωμένη στην κουζίνα, γέμιζε τις καράφες με κρασί, προσπαθώντας να μη λεκιάσει το καινούριο της φουστάνι. Βιαζόταν να τελειώσουν τα σερβιρίσματα για να βγει στην αυλή, να καθίσει δίπλα στους γονείς και τον αδερφό της, κι ήλπιζε ότι σήμερα, μέρα που ήταν, θα μπορούσε να τον κρατήσει όση ώρα ήθελε στην αγκαλιά της.

Υπάρχει, άραγε, τίποτα πιο βάναυσο από την καταρράκωση ακόμα και τις πιο απλοϊκής - αυτονόητης - παιδικής προσδοκίας; Φρίττουμε από οίκτο, οργή ή όνειδο για τα απάνθρωπα εγκλήματα πολέμου, που όμως λογικά συμβαίνουν μέσα στα φυσικά παράλογα πλαίσια αυτού καθαυτού του πολέμου, ενώ δίπλα μας, κάθε στιγμή, συντελούνται εγκλήματα αόρατα, αλλά βιαιότερα: η στέρηση της ικανοποίησης του πόθου να εκδηλωθεί έμπρακτα η τρυφερότητα.

Κι η Σμαραγδή καιγόταν από επιθυμία να αγκαλιάσει και να γεμίσει φιλιά τον αδερφό της. Ποτάμι λάβας είχε γίνει στην παιδική ψυχή της αυτό το πρωτόγνωρο κι απροσχεδίαστο αίσθημα που την έλκυε σ' αυτό το μικροσκοπικό ανθρωπάκι. Η μόνη φροντίδα, όμως, που της επιτρεπόταν να δίνει στον αδερφό της, ήταν η καθημερινή μπουγάδα των λερωμένων ρούχων του.
Η κυρά-Χάιδω, χρησμένη αυτοκράτειρα πλέον, είχε ορίσει με σιωπηρό δικαιωματικό διάταγμα πως ο διάδοχός της θα γνώριζε το χάδι μόνο από το δικό της χέρι. Κι άφριζε η υποδουλωμένη, φυλακισμένη αγάπη της υπηκόου της Σμαραγδής μαζί με τα μωρουδιακά ασπρόρουχα και το πράσινο σαπούνι μέσα στη σκάφη. Και χαλαλιζόταν η ατόφια αγάπη της αδερφής για τον αδερφό της στα βρωμόνερα της μπουγάδας.

Η αγάπη που νιώθει ένα παιδί είναι αίσθημα δυσνόητο, άγνωστο κι απροσδιόριστο για τον άγουρο μα τόσο εύπλαστο καρπό της ψυχής του. Η αγάπη, όμως, που επιθυμεί να νιώσει ένα παιδί είναι - δυστυχώς - ξεκάθαρα προσδιορισμένη και εξαρτημένη από το κατά πόσο συμμορφώνεται με τις επιθυμίες των γονιών του.

Η αγάπη που θες να δώσεις, κι η αγάπη που θες να πάρεις: αντικριστές κορυφές βουνών κι εσύ - αν έχεις σύνεση - ποτάμι που κυλάει στην κοιλάδα ανάμεσά τους, προσπαθώντας να μένεις πάντα ακριβώς στη μέση, εκεί όπου η κοίτη σου είναι πλατιά και σου επιτρέπει να κυλάς γαλήνια, αθόρυβα κι αιώνια, μα πάντα χαμηλά στους πρόποδες και περικυκλωμένο από ψηλές χιονισμένες βουνοπλαγιές. Κι οι πάλλευκες αστραφτερές κορυφές της αγάπης που χρωστάς και που σου χρωστάει η ζωή, αντιμέτωπες δεξιά κι αριστερά σου, πάντα έτοιμες να αναμετρηθούν και να ματώσουν, πάντα έτοιμες να υποταχθούν, να θριαμβεύσουν, να νικήσουν και να κατακτηθούν.
Αρκεί να γίνεις από ποτάμι καταιγίδα, να τις γλείψεις, να τις ξεγυμνώσεις, και λιώνοντας τα χιόνια τους, να ξεχυθείς ασυγκράτητος χείμαρρος απαλλάσσοντας το τοπίο από κάθε τι περιττό, βίαια κι ανεπιστρεπτί.

Ο μόνος τρόπος που σκεφτόταν το παιδικό μυαλό της Σμαραγδής για να εκπληρώσει την αγάπη της προς τον αδερφό της, ήταν να ικανοποιεί τις επιθυμίες της μάνας της, κερδίζοντας έτσι την εύνοιά της - την αγάπη της ίδιας της της μάνας! Και περίμενε ότι με τον καιρό, καθώς ο Νικόλας θα μεγάλωνε, θα είχε μια ζωή ευκαιριών μπροστά της να τον αγκαλιάζει.

Αλλά η ζωή είναι οπωσδήποτε απρόβλεπτη κι οι αυριανές ορέξεις της άγνωστες, μα - είτε ανακουφιστικά είτε τιμωρητικά - πάντα εξισορροπητικές.

(Συνεχίζεται...)

*Μτφρ: Το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό 
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla)",
Εκδόσεις των φίλων (2018)

Σάββατο 25 Απριλίου 2020

"nihil volitum quin praecognitum" *

Κεφάλαιο Ι





Τα γόνατά της την έτσουζαν, οι παλάμες της, κόκκινες και πρησμένες, είχαν παγώσει. Πονούσε παντού, η μέση της κυρίως κι η πλάτη της, έπειτα τα χέρια της ως ψηλά στους ώμους.
Στράγγιξε προσεκτικά το σφουγγαρόπανο στον κουβά, σηκώθηκε με δυσκολία και φώναξε στη μάνα της πως είχε τελειώσει με το σφουγγάρισμα.

Η κυρά-Χάιδω φάνηκε στην πόρτα της κάμαρας με τα χέρια πίσω από τη μέση της να υποβαστάζουν την τεράστια κοιλιά της. Είχε πια μπει στο μήνα της, κι αυτή η ελαφριά κλίση προς τα πίσω που έδινε στο κορμί της όποτε περπατούσε ή στεκόταν όρθια, πρόσθετε στο ήδη αγέρωχο ύφος της γερές δόσεις επιπλέον υπεροψίας.

Αμίλητη, κοίταξε μία μία τις γωνίες, και πίσω από την ντουλάπα.
"Έχε χάρη που δεν μπορώ να σκύψω να δω τι έκανες κάτω από το κρεβάτι."
"Παντού έκανα, μάνα, παντού!"
"Ας είναι...έλα να φας, θα έρθει κι ο πατέρας σου όπου να 'ναι."
"Θα φάω μετά, πρέπει να διαβάσω τώρα."

Η κυρά-Χάιδω γύρισε την πλάτη και χάθηκε στην κουζίνα μουρμουριζοντας. Δεν το 'θελε να κάνει κόρη, αλλά όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια...Τη ζήλεψαν πολλοί που παντρεύτηκε μικρή, κι άλλοι τόσοι γέλασαν μουλωχτά και χαιρέκακα όταν γέννησε τη Σμαραγδή. Και τα γέλια συνεχίζονταν για επτά χρόνια, όσα δηλαδή η κυρά-Χάιδω δεν μπορούσε να "πιάσει" άλλο παιδί. Τότε, δεν χανόσουν ακόμα στην ανωνυμία της Αθήνας, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, κύριος του εαυτού σου, να μη χρειάζεται να δίνεις λογαριασμό σε κανέναν. Τότε, ακόμα, οι γειτονιές ήταν μικρά χωριά, γεμάτες μάτια που κρυφοκοιτούσαν πίσω από τα καφασωτά και γλώσσες που τερέτιζαν στις φτωχικές αυλές, μόλις έβγαινε ο ήλιος. Σκυλιά ομιλούντα που ξέπλεναν μεταφορικά, ενόσω ξέπλεναν τις μπουγάδες τους κυριολεκτικά, όλα τα "άπλυτα" της γειτονιάς.

Έτσι, έγινε η καρδιά της κυρά-Χάιδως πέτρα σκληρή και κρύα, γιατί η κακία των ανθρώπων μπορεί να σε φθείρει, αν έχεις μάθει να βλέπεις τη ζωή σου ως είδωλο στον καθρέφτη "του κόσμου".
Τον Θεό της δεν είχε δικαίωμα να τον κατηγορήσει που της έστειλε τη Σμαραγδή κι όχι έναν γιο. Ούτε τον άντρα της, ούτε τον εαυτό της. Αποφάσισε, λοιπόν, να κατηγορεί την ίδια την Σμαραγδή, να την τιμωρεί και να την εκδικείται κάθε μέρα για το φύλο της.
Χάιδεψε με το αριστερό της χέρι την κοιλιά της, ενώ έβαζε το ψωμί στο τραπέζι, και κοίταξε κατά τα εικονίσματα, ευχαριστημένη που δεν πρόδωσε την πίστη της κι ο Θεός τής έστειλε έναν γιο - γιατί γιο θα γεννούσε σε λίγες μέρες, της το είχε βεβαιώσει κι η μαμή.

Υπήρχαν και τέτοιες στιγμές στην καθημερινότητα της κυρά-Χάιδως, που η ψυχή της, κουρασμένη από την αναγκαστική υπεροψία έναντι πάντων και την αυθόρμητη σκληρότητα έναντι της κόρης της, έβρισκε ανακούφιση στη χριστιανική ταπεινότητα, στη θυσία τής θέλησης και του δικαιώματος επιλογής ή εναντίωσης για χάρη των αγνώστων θεϊκών βουλήσεων. Μια καθημερινή, οικιακή, ανώδυνη και μονομερής άφεση αμαρτιών.
Η απάρνηση της θέλησης είναι η άλλη όψη της απάρνησης ανάληψης των ευθυνών.

Η ώρα κόντευε οκτώ το βράδυ κι η Σμαραγδή έπρεπε να μάθει την προπαίδεια, γιατί αύριο θα ήταν η σειρά της να τη σηκώσει η δασκάλα στον πίνακα. Όλο το απόγευμα το πέρασε τρέχοντας για τα ψώνια και σφουγγαρίζοντας, ένα συνηθισμένο απόγευμα δηλαδή. Κάθε μέρα, χρόνια τώρα, οι υποχρεώσεις του νοικοκυριού δεν την άφηναν να μελετάει όπως και όσο ήθελε. Χρόνια τώρα, η μάνα της χρειαζόταν βοήθεια, ήταν φιλάσθενη γυναίκα, έπειτα υπολόγιζε ότι κάθε τόσο ήταν έγκυος κι έπρεπε να φυλάγεται...Κι η Σμαραγδή έγινε οκτώ χρονών, με χέρια πληγωμένα από τα σφουγγαρόπανα και τις ξυλιές της δασκάλας, και μ' έναν φόβο για εκείνο το αίμα των εικοσιοκτώ ημερών που έκανε κάθε μήνα επί επτά χρόνια τη μάνα της να κλαίει σαν πάνω από φέρετρο πεθαμένου.

Κι αν η κακία κι η αχαριστία φθείρει τις καρδιές των μεγάλων - σαν μαύρο μελάνι που χύνεται και λεκιάζει λευκές σελίδες αθώας καλοσύνης, γραμμένες ήδη ή άγραφες ακόμα - η καρδιά ενός παιδιού δε γνωρίζει παρά μόνο το χρώμα της ελπίδας, του ονείρου, της αισιοδοξίας, της υπομονής, της επιμονής και της αυταπάρνησης - μήπως αυτές οι αρετές αθροιστικά δίνουν στο τέλος έναν κάποιον ορισμό της αγάπης;
Κι η Σμαραγδή όλα τα ανεχόταν, επειδή ένιωθε τον καημό της μάνας της να γεννήσει ένα παιδί αρσενικό, επειδή ήθελε η μάνα της να βγαίνει στη γειτονιά με ύφος αληθινά και πηγαία αγέρωχο, όχι κατασκευασμένο, υιοθετημένο από ανάγκη - ασπίδα ενάντια στα υποτιμητικά βλέμματα των περαστικών.

Κι αν οι μεγάλοι χτίζουν μια ψευτοπερηφάνια για να στεγάσουν τα όποια κατορθώματα της ζωής τους, ανεβάζοντάς τα σε βάθρα για να φαίνονται αξιοθαύμαστα ή στολίζοντάς με ψέματα και μυστικά, τα παιδιά έχουν κάθε δικαίωμα να νιώσουν υπερήφανα - πόσο κρίμα! - βλέποντας τη ζωή τους ως είδωλο στον καθρέφτη, όχι "του κόσμου", αλλά των γονιών τους.

Τον αγέννητο αδερφό της τον αγαπούσε ήδη η Σμαραγδή. Τον πρόσμενε με λαχτάρα και γέμιζε η καρδιά της κουράγιο για τις νέες υποχρεώσεις που λογάριαζε ότι θα έχει. Μα δε λιγοψυχούσε, ποθούσε να τον φροντίζει, να πλένει τα ρουχαλάκια του, να τον αλλάζει, να ετοιμάζει αργότερα τις κρεμούλες του για να τον ταΐσει. Κι όλα αυτά με αντάλλαγμα την άλλη προσμονή να τον κρατάει στην αγκαλιά της, να τον νανουρίζει, να τον κάνει να γελάει γαργαλώντας τον! Άλλα κορίτσια στην ηλικία της ονειρεύονταν καινούρια λουστρίνια ή μια κούκλα να γεμίζουν φιόγκους τα ξανθά μαλλιά της.
Η Σμαραγδή ονειρευόταν να πλέκει σοσονάκια για τον αδερφό της, να του πλένει και να του αλλάζει τις φασκιές.

Αυτό που μας έχουν μάθει, αυτό επιθυμούμε.
Ή αλλιώς, όπως σου στρώσουν έτσι θα κοιμηθείς.

(Συνεχίζεται...)

*Μτφρ: Το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla)", 
Εκδόσεις των φίλων (2018)


Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

Η αφόρητη γλώσσα-σώμα VI

Κεντριά

Με γυμνά χέρια, ψηλαφώ τις κηρήθρες.
Ο άντρας με αστραφτερά χαμόγελα, με γυμνά χέρια,
τα δικτυωτά μας γάντια καλοφτιαγμένα και χαριτωμένα,
οι τράχηλοι των καρπών μας γενναίοι κρίνοι.
Αυτός κι εγώ

μια χιλιάδα καθαρών κελιών ανάμεσά μας,
οκτώ κηρήθρες κίτρινα φλιτζάνια
και το μελίσσι τσαγερό,
λευκό με ροζ λουλούδια,
μ' αγάπη υπερβολική μόνη το επισμάλτωσα.

"Γλυκύτητα, γλυκύτητα" σκεφτόμουν.
Των νεοσσών γκρίζες κυψέλες σαν απολιθώματα κοχυλιών
με τρομάζουν, φαίνονται τόσο γερασμένες.
Μα τι πάω να αγοράσω, σκουληκιασμένο μαόνι;
Υπάρχει κάποια βασίλισσα μέσα σ' αυτό;

Κι αν υπάρχει, είναι γριά,
τα φτερά της σκισμένες εσάρπες, το μακρύ της κορμί φθαρμένο στην πολυτέλειά του -
φτωχό και γυμνό, διόλου βασιλικό κι ακόμα ντροπιασμένο.
Στέκομαι σε μια σειρά

από φτερωτές, ασήμαντες γυναίκες,
εργάτριες του μελιού.
Δεν είμαι εργάτρια
αν και χρόνια τώρα έτρωγα σκόνη
και στέγνωνα πιάτα με τα πυκνά μαλλιά μου.

Κι έβλεπα την αποκοτιά μου να εξατμίζεται,
κυανή δροσιά απ' την επικίνδυνη σάρκα μου.
Θα με μισήσουν άραγε,
τούτες οι γυναίκες που αναστατωμένες στροβιλίζονται
τούτες που τα νέα τους δεν είναι παρά ο ανθός του κερασιού,
το ανθισμένο τριφύλλι;

Έχει σχεδόν τελειώσει.
Επανέκτησα τον έλεγχο.
Εδώ είναι του μελιού μου η μηχανή,
θα δουλέψει δίχως σκέψη,
ανοίγοντας, την άνοιξη, σαν επιμελής παρθένα

να ξεχυθεί στις ανθισμένες κορυφές
όπως το φεγγάρι, για τις φιλντισένιες πούδρες του, ξεχύνεται στη θάλασσα.
Ένας τρίτος παρακολουθεί.
Δεν έχει καμία σχέση με τον πωλητή των μελισσών ή με μένα.
Τώρα χάθηκε

μ' οχτώ μεγάλα σάλτα, ο μέγας αποδιοπομπαίος τράγος.
Δώθε η μια παντόφλα του, εκείθε η άλλη,
κι εδώ το λευκό λινό του τετράγωνο
που φορούσε αντί καπέλου.
Γλυκός ήταν,

ο ιδρώτας βροχή του μόχθου του
εξανάγκασε τον κόσμο να καρπίσει.
Τον ανακάλυψαν οι μέλισσες,
γράφοντας στο περίγραμμα των χειλιών του ψέματα,
περιπλέκοντας τα χαρακτηριστικά του.
Σκέφτηκαν πως για τούτο τους άξιζε ο θάνατος, μα εγώ έχω έναν εαυτό να ξαναβρώ  μια βασίλισσα.
Έχει πεθάνει, μήπως κοιμάται;
Μα πού μπορεί να είναι,
με το λιονταρίσιο κόκκινο κορμί,
τα γυάλινα φτερά της;

Τώρα πετάει
φοβερότερη από ποτέ, κόκκινη
ουλή στον ουρανό, ερυθρός κομήτης
πάνω από τη μηχανή που τη σκότωσε -
Μαυσωλείο το κέρινο σπίτι.

Sylvia Plath 
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου 
"Εγχειρίδιο αυτοχειρίας", εκδ. Γαβριηλίδης (2019)

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Η αφόρητη γλώσσα-σώμα V

Η σύναξη των μελισσών 

Ποιοι να 'ναι εκείνοι οι άνθρωποι στη γέφυρα για να με συναντήσουν; Οι χωρικοί είναι -
Ο εφημέριος, η μαμή, ο νεωκόρος, ο αντιπρόσωπος των μελισσών.
Ξεμανίκωτη με το καλοκαιρινό μου φόρεμα είμαι απροστάτευτη,
και όλοι είναι γαντοφορεμένοι και καλυμμένοι, γιατί δεν με ειδοποίησε κανείς;
Χαμογελούν κι ανασηκώνουν πέπλα στερεωμένα σ' αρχαία τούλια.

Είμαι γυμνή σαν το λαιμό της όρνιθας, κανείς δε με αγαπά;
Μάλιστα, νά η γραμματέας των μελισσών με τη λευκή ποδιά της,
Κουμπώνει τις μανσέτες στους καρπούς μου και το σκίσιμο απ' το λαιμό ως τα γόνατά μου.
Τώρα είμαι γαλατσίδα μεταξωτή, οι μέλισσες δεν θα το προσέξουν,
Δεν θα μυρίσουν το φόβο μου.

Λοιπόν ποιος να 'ναι ο εφημέριος, αυτός ο μαυροντυμένος;
Ποια είναι η μαμή, αυτή είναι η μπλε κάπα της;
Καθένας γνέφει μ' ένα τετράγωνο μαύρο κεφάλι, ιππότες με προσωπίδες,
Πανοπλίες από τούλι δεμένες κόμπο κάτω από τις μασχάλες.
Τα χαμόγελα και οι φωνές τους αλλάζουν. Οδηγούμαι μέσα από ένα λιβάδι με φασόλια.

Φλούδες αλουμινόχαρτου βλεφαρίζουν σαν άνθρωποι,
Ξεσκονίστρες από φτερά ανεμίζουν τα χέρια τους μέσα σε μια θάλασσα ανθών φασολιού,
Κρεμώδεις μαυρομάτικοι ανθοί και φύλλα σαν μονότονες καρδιές.
Μην είναι θρόμβοι αίματος οι κληματσίδες που σβαρνίζουν την αρμαθιά;
Όχι, όχι, λουλούδια κατακόκκινα είναι που κάποια μέρα θα καρπίσουν.

Τώρα μου δίνουν ένα μοντέρνο λευκό ψάθινο ιταλικό καπέλο
κι ένα μαύρο τούλι που σκεπάζει το πρόσωπό μου, με κάνουν όμοιά τους.
Με οδηγούν στο θερισμένο χωράφι, κύκλος μελίσσια.
Ο πυράκανθος βρομάει;
Κατάξερος, αναισθητοποιεί τα παιδιά του μ' αιθέρα.

Μήπως γίνεται κάποιο χειρουργείο;
Τον χειρουργό περιμένουν οι γείτονές μου,
αυτήν τη φιγούρα με την πράσινη κάσκα,
τ' αστραφτερά γάντια και το λευκό κοστούμι.
Είναι ο χασάπης, ο μανάβης, ο ταχυδρόμος, κάποιος που γνωρίζω;

Να τρέξω δεν μπορώ, ρίζωσα, και τα βάτα με πληγώνουν με τα κίτρινα τσαντάκια τους, την αιχμηρή αρματωσιά τους.
Δεν μπορώ να τρέξω δίχως να το κάνω για πάντα.
Η λευκή κυψέλη, συμμαζωμένη παρθένα, σφραγίζει των νεοσσών της τα κελιά,  το μέλι της και ήσυχα βομβίζει.

Στο σύδεντρο δαχτυλίδια καπνού και μανδύες.
Το μελίσσι σκέφτεται πως αυτό είναι το τέλος όλων.
Και νά έρχονται οι προπομποί, με τα υστερικά ελαστικά τους.
Αν μείνω πολύ ήρεμη, θα με νομίσουν μαϊντανό,
ένα μωρόπιστο κι ανέγγιχτο στην έχθρα τους κεφάλι, μη σκύβοντας καν,
μια προσωπικότητα στους θάμνους.
Οι χωρικοί άνοιξαν τους προθάλαμους, κυνηγούν τη βασίλισσα.
Κρύβεται, γλείφει μέλι; Είναι πανέξυπνη.
Είναι γριά, γριά, γριά, πρέπει να ζήσει για ακόμα έναν χρόνο, και το ξέρει.
Την ώρα που στις κηρήθρες φωλιάζουν οι νεαρές παρθένες

ονειρευόμενες μια μοναρχία την οποία θα κερδίσουν αναπόφευκτα,
ένα κέρινο παραπέτασμα τις χωρίζει από τη νυφική πτήση,
την αιώρηση της φόνισσας σ' έναν ουρανό που την επιθυμεί.
Οι χωρικοί μετακινούν τις νύμφες, δεν θα υπάρξουν σκοτωμοί.
Η γριά βασίλισσα άφαντη, τόσο αχάριστη είναι;
Εξαντλήθηκα, εξαντλήθηκα -
Κίονας λευκού στη συσκότιση των μαχαιριών.
Είμαι τ' αδείλιαστο κορίτσι του μάγου.
Οι χωρικοί αφαιρούν τις προσωπίδες τους, δίνουν τα χέρια.
Ποιανού είναι τούτο το μακρόστενο λευκό κουτί στο σύδεντρο, τι έχουν καταφέρει, γιατί κρυώνω;

Sylvia Plath 
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου 
"Εγχειρίδιο αυτοχειρίας", εκδ. Γαβριηλίδης (2019)

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Η αφόρητη γλώσσα-σώμα IV

Η άφιξη του κουτιού των μελισσών 

Το παρήγγειλα, ατόφιο ξύλινο κουτί
τετράγωνο σαν έδρα κι ασήκωτο σχεδόν.
Θα μπορούσα να το πω φέρετρο νάνου
ή τετράγωνου μωρού
άχρηστο θα 'ταν δίχως να κάνει θόρυβο.

Το κουτί είναι κλειδωμένο, επικίνδυνο.
Πρέπει να μείνω ολονυχτίς πλάι του
και δεν μπορώ να κρατηθώ μακριά του.
Δεν έχει παραθυράκια, έτσι δεν μπορώ να δω τι υπάρχει μέσα.
Υπάρχει μόνο ένα μικρό διχτυωτό πλέγμα, αδιέξοδο.

Βάζω το μάτι μου.
Είναι σκοτεινά, ολοσκότεινα,
σμάρι αφρικάνικων χεριών
ασήμαντο και συρρικνωμένο να εξέλθει,
μαύρο στο μαύρο, θυμωμένα σκαρφαλώνει.

Πώς θα το ελευθερώσω;
Κι απ' όλα ο θόρυβος με τρομοκρατεί περισσότερο,
οι ακατάληπτοι συλλαβισμοί.
Θυμίζουν ρωμαϊκό όχλο,
ασήμαντοι χωριστά, αλλά Θεέ μου, είναι όλοι μαζί!

Αφουγκράζομαι τους οργισμένους Λατίνους.
Δεν είμαι ο Καίσαρας.
Απλά παρήγγειλα ένα κουτί με μανιακούς.
Μπορούν να επιστραφούν.
Μπορούν να πεθάνουν, δεν θα τους ταΐσω τίποτα, είμαι ο ιδιοκτήτης.

Αναρωτιέμαι πόσο πεινούν.
Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαν να με ξεχάσουν
Ίσως αν ξήλωνα τις κλειδαριές και κάνοντας πίσω μεταμορφωνόμουν σε δέντρο.
Είναι το λάβουρνο, η ξανθιά του κιονοστοιχία, και τα μεσοφόρια της κερασιάς.

Θα μπορούσαν ολότελα να μ' είχαν αγνοήσει
μέσα στο σεληνιακό μου κοστούμι και το νεκρικό μου βέλο.
Δεν είμαι εγώ πηγή μελιού
έτσι γιατί να στραφούν απάνω μου;
Αύριο γλυκός Θεός θα γίνω, θα τους ελευθερώσω.

Το κουτί είναι απλώς προσωρινό.

Sylvia Plath
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου 
"Εγχειρίδιο αυτοχειρίας", εκδ. Γαβριηλίδης (2019)

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Η αφόρητη γλώσσα-σώμα ΙΙΙ

Λησμονιά 

Η λησμονιά είναι σαν ένα τραγούδι,
που, απελευθερωμένο από μέτρο και ρυθμό, περιπλανιέται.
Η λησμονιά είναι σαν ένα πουλί με φτερά συνταιριαγμένα,
διάπλατα ανοιχτά κι ακίνητα -
ένα πουλί που άοκνα λάμνει στον αέρα.

Η λησμονιά είναι τη νύχτα η βροχή
ή μια καλύβα στο δάσος - ή ένα παιδί.
Η λησμονιά είναι λευκή,-λευκή σαν δέντρο ξεραμένο,
και τη Σίβυλλα να εκπλήξει στην προφητεία μπορεί ή τους Θεούς να ενταφιάσει.

Μπορώ πλείστη λησμονιά να θυμηθώ.

Hart Crane
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου 
"Εγχειρίδιο αυτοχειρίας", εκδ. Γαβριηλίδης (2019)

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Η αφόρητη γλώσσα-σώμα ΙΙ

Ο ρημαγμένος πύργος 

Το σχοινί της καμπάνας που συλλέγει τον Θεό την αυγή
μ' αποτελειώνει σαν να είχα σημάνει την ανάκρουση
μιας ξοδεμένης μέρας - στη χλόη του καθεδρικού περιπλάνηση
από τον λάκκο στο σταυρό, πόδια ψυχρά σε ίχνη από την κόλαση.

Δεν έχεις ακούσει, δεν έχεις δει τι στρατιές
σκιών μέσα στον πύργο, που οι ώμοι τους κινούν
τ' αντίφωνα των καμπανών πριν τ' άστρα εγκλωβιστούν
στου ήλιου την αχτίδα φωλιασμένα;

Οι καμπάνες, λέω, τον πύργο τους ρημάζουν
ηχώντας κι εγώ δεν ξέρω από πού. Οι γλώσσες τους χαράζουν μεμβράνη ως το μεδούλι, μια απλωμένη ουλή
ραγισμένων παύσεων...Κι εγώ σκλάβος νεωκόρος τους!

Οβάλ διατάγματα σε φαράγγια σωρός
στο υψηλό αδιέξοδο εν χορώ.
Στοιβαγμένες φωνές νεκρών!
Παγόδες, κωδωνοστάσια μ' εγερτήρια ξεπηδούν -
Ω στη σειρά αντίλαλοι στην κοιλάδα πρηνηδόν!...

Κι έτσι μπήκα στον ραγισμένο κόσμο
να ιχνηλατήσω την ενορατική συντροφιά της αγάπης, η φωνή της
στιγμή στον άνεμο (δεν ξέρω προς τα πού εκτοξευμένη)
μα δεν διαρκεί να στηρίξει κάθε απελπισμένη επιλογή.

Προσέφερα τον λόγο μου. Μα να 'ταν σχετικός, φτιαγμένος από εκείνον τον μονάρχη κριτή του αιθέρα
που ο μηρός του επιχαλκώνει τη γη, σημαίνοντας καθάριο Λόγο
σε πληγές στην ελπίδα κάποτε υποσχεμένες, - στην απελπισία κομματιασμένες;

Οι απότομες παραβιάσεις του αίματός μου μ' εγκατέλειψαν χωρίς απάντηση (θα μπορούσε το αίμα να στηρίξει τέτοιο πύργο
υψηλό
καθώς τίθεται ένα ερώτημα αληθινό;) - ή μήπως είναι εκείνη που η γλυκιά θνητότητά της αναμειγνύει λανθάνουσα δύναμη; -

Και που μέσα απ' τον λαιμό της ακούω, μετρώντας τους χτύπους
τις φλέβες μου ν' ανακαλούν και να προσθέτουν, ανανεωμένο και σίγουρο
τον άγγελο των πολέμων που το στήθος μου θυμάται:
αυτόν που τον κρατώ τώρα γιατρεμένο, αυθεντικό, κι αγνό...

Και χτίζει, μέσα της, έναν πύργο που δεν είναι από πέτρα
(πέτρα δεν καλύπτει τα ουράνια) - αλλά γλίστρημα
βοτσάλων, - ορατά φτερά σιωπής σπαρμένα σε γαλάζιους δακτυλίους, που πέφτοντας απλώνουν

το καλούπι της καρδιάς, κλείνει το μάτι
καθαγιάζει την ήρεμη λίμνη ανυψώνοντας έναν πύργο...
Η απλόχωρη, υψηλή ευγένεια εκείνου τ' ουρανού
αποκαλύπτει το έδαφός της, κι υψώνει την αγάπη στην καταιγίδα της.


Hart Crane
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου 
"Εγχειρίδιο αυτοχειρίας", εκδ. Γαβριηλίδης (2019)

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Η αφόρητη γλώσσα-σώμα Ι

Ταξίδια ΙΙΙ

Η άπειρη συνάφεια που γεννά-
αυτό το τρυφερό θέμα σου που λάμπει
ανακτώντας εκεί που ο ουρανός απ' τις θαλάσσιες πεδιάδες
αποκηρύσσει ένα στήθος που κάθε κύμα ενθρονίζει,
ενόσω οι στενές λωρίδες του νερού που διασχίζώ
είναι βρεγμένες και σκορπίζονταί δίχως πλατάγισμα
μακριά απ' την πλευρά σου, στην οποία τώρα
η θάλασσα ανασηκώνει, συνάμα, σκελετωμένα χέρια.

Κι έτσι, αποδέχτηκα σε μαύρες φουσκωμένες πύλες
πως θα πρέπει μ' άλλον τρόπο ν' αναστείλω την απόσταση,-
πάνω από στροβιλιζόμενους στύλους και ευλύγιστα αετώματα,
εκεί που το φως ασταμάτητα μάχεται με το φως,
που τ' άστρο φιλώντας τ' άστρο από κύμα σε κύμα έως ότου
τό κορμί σου συγκλονίζεται!
κι όπου ο θάνατος, αν χυθεί,
δεν προϋποθέτει τη σφαγή, αλλ' αυτήν τη μία αλλαγή,-
στο απόκρημνο έδαφος που πέφτει από αυγή σε αυγή
η μεταξωτή ικανότητα μετάδοσης του τραγουδιού.

Επίτρεψέ μου να ταξιδέψω, αγάπη, στα χέρια σου...

Hart Crane
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
"Εγχειρίδιο αυτοχειρίας", εκδ. Γαβριηλίδης (2019)

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

...σα να λέμε "η μνήμη"...



Αυτή η στοργική αγρύπνια που σπάει κόκκαλα, και τη φοβούνται όσοι φοβούνται να υπάρξουν.

Στίχοι του Τάσου Τανούλα

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

ΠΡΑΣΙΝΟ

Κεφάλαιο πέμπτο 

Μπήκε στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο του πάνω ορόφου, και για μια στιγμή όλα ήταν αμοιβαία: ο Μανωλάκης κοίταζε την Τέτα και η Τέτα κοίταζε τον Μανωλάκη.
Για μια μόνο στιγμή, κι όμως ήταν σα να είχαν εξομοιωθεί μέσα από τη σιωπηλή αυτή γνωριμία. Τους φάνηκε ότι θα μπορούσαν να κοιτάζονται έτσι ως το άλλο πρωί, να έχει ρουφήξει ο ένας το πρόσωπο του άλλου κι ακόμα να κοιτάζονται.

Η Τέτα, μαθημένη στην επαγγελματική χρήση της ανέκφραστης λεπτότητας της γυναικείας κομψότητας - έτσι που τα θέλγητρά της να φαντάζουν στα μάτια των πελατών-θηρευτών θηράματα ακριβοθώρητα, καλά κρυμμένα - χάθηκε παραδομένη, εκείνη τη μια στιγμή, στα μάτια του εφήβου. Το χαμηλό φως της λάμπας στο κομοδίνο δίπλα της, ξέθαβε στις κόρες των ματιών του χρυσές ακτίνες σε φόντο βαθύ πράσινο, και τα μάτια του έλαμπαν στο μισοσκόταδο σαν αναμμένα φαναράκια καταμεσής κάποιου δάσους.

Ο Μανωλάκης, προσπερνώντας το λεπτό παράστημα και τη λευκή σάρκα της ημίγυμνης κοπέλας, είχε βυθιστεί στο ανάλαφρο ρούχο που εκείνη φορούσε: ένα κοντό κομπινεζόν που, όπως ήταν ξαπλωμένη, χυνόταν με λεπτές πτυχές από τους λόφους του στήθους της, σα ρυάκι, έστεκε για λίγο στο βαθούλωμα της κοιλιάς της, για να ξεχυθεί και πάλι ελάχιστα, αναρριχώμενο κι αγκομαχώντας στο λυγισμένο πόδι της.
Το χρώμα του; (Θα πρέπει να ήταν κάποτε) πράσινο κυπαρισσί, μα όχι το πένθιμο των νεκροταφείων, εκείνο το αλλιώτικο κυπαρισσί που έντυνε τον πόθο του και τύλιγε τα όνειρά του. Αλλά αυτό το πράσινο της Τέτας ήταν θαμπό, ξεθωριασμένο, κάπως σκιερό, τριμμένο, πολυκαιρισμένο. Δεν ήταν (πια) το δικό του πράσινο κυπαρισσί των κέδρων και των νεαρών δαφνόφυλλων.

Η Τέτα, έντιμη υπάλληλος και με βλέμμα κοφτερό, που ήξερε να σκίζει σα λεπίδι κάθε σεμνοτυφία ή συστολή στις ψυχές των πρωτάρηδων πελατών της, θυμήθηκε ξαφνικά το ρόλο της και σηκώθηκε χαμογελώντας του γλυκά. Η ράντα του κομπινεζόν της έπεσε απότομα, αφήνοντας να φανεί στο ημίφως η σκιά της ρόδινης αριστερής ρώγας της.

Ο Μανωλάκης, ατάραχος, χαμογέλασε κι αυτός με ανακούφιση. Το πράσινο κυπαρισσί της Μαρίνας του ήταν μοναδικό, το φουστάνι της Μαρίνας του ήταν μοναδικό, η Μαρίνα του ήταν μοναδική!

"Πόσα χρόνια το φοράς αυτό το ρούχο;" τη ρώτησε.
"Δύο", του απάντησε η Τέτα, επίσης ατάραχη κι ανακουφισμένη, αφού δυο χρόνια τώρα είχε αντιμετωπίσει χειρότερους διαλόγους εν ώρα υπηρεσίας, πιο απαιτητικούς και πιο διεστραμμένους.
"Έχεις όμορφα μάτια, Μανωλάκη. Μη στέκεις, έλα να ξαπλώσεις σιμά μου."

Το νεαρό αγόρι κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί της, δίπλα από το κλειστό παράθυρο με τις βαριές βυσσινί κουρτίνες. Η Τέτα, εργατική κι υπομονετική, πλησίασε και γονάτισε μπροστά του. Άπλωσε τα χέρια της ψηλά στους μηρούς του και τον κοίταξε στα μάτια, που τώρα, έτσι όπως έπεφτε πάνω τους το αδύναμο φως από το πλάι, είχαν γίνει και πάλι γρανιτένια, με μικρές σμαραγδένιες φλογίτσες στα βάθη τους.
Αυτό το αγόρι τής άρεσε. Δεν έδειχνε να ντρέπεται, ούτε ακριβώς να μην τη θέλει. Ένιωσε ότι έπρεπε να το κατακτήσει, ήταν μια πρόσκληση που θα ανάσταινε τη νεκρωμένη της αυτοπεποίθηση, συνηθισμένη καθώς ήταν από τους λοιπούς πελάτες της στην ανταλλαγή ανώφελων ικανοποιήσεων ματαιοδοξίας. Τίμιο αλισβερίσι, αλλά λειψό και περαστικό.
Γιατί οι πληρωμένες ηδονές είχαν τόσο πολύ ποδοπατήσει την καρδιά της, που τίποτα πια δεν άνθιζε εκεί. Σαν τους ταξιδιώτες που μπαινοβγαίνουν σε κάποιο σταθμό τρένου, ζαλισμένοι, χωρίς να αφήνουν ποτέ ούτε ένα τόσο δα σημάδι σε κάποιον τοίχο.
Με τον Μανωλάκη ένιωθε να είναι εκείνη ο θηρευτής κι είχε μπροστά της, μέσα στα χέρια της - άρχισε να του ξεκουμπώνει το παντελόνι - ένα μικρό λαγουδάκι, ανυπεράσπιστο μα όχι ολότελα παραδομένο.

Κατέβασε και την άλλη ράντα του κομπινεζόν της, γδύθηκε τελείως. Το δέρμα της απαλό, κατάλευκο, σχεδόν διάφανο. Το κορμί της νεανικό, σφριγηλό, θελκτικό, ανέδιδε μια μυρωδιά λεβάντας. Το άλλοτε φωτεινό πράσινο κυπαρισσί ρούχο της, ένα ζαρωμένο κουβάρι πεταμένο από την ίδια στα πόδια της. Πριν δυο χρόνια μπορεί να έμοιαζε με το φουστάνι της Μαρίνας του. Τώρα, μέσα στη θαμπάδα της σπατάλης του, έμοιαζε με συννεφιασμένο χειμωνιάτικο σύθαμπο.

Ο Μανωλάκης λυπήθηκε. Κοιτούσε αυτό το ταλαιπωρημένο κομμάτι πανί κι αναρωτιόταν ποια τρέλα ή απελπισία είχαν οδηγήσει αυτό το κορίτσι να αρνηθεί τα όνειρά του - γιατί όλοι οι άνθρωποι, κάποτε, πριν αποκρυσταλλωθεί στην ψυχή τους η οικονομική ανάγκη ή η ενηλικίωση ή η ματαιότητα, κάνουν όνειρα - και να κάνει τόσες θυσίες; Να λησμονήσει όλα αυτά που θα μπορούσε να είχε; Ποια ανάγκη ή απογοήτευση είχαν οδηγήσει αυτό το ακόμα κοριτσίστικο κορμί να ταχθεί στην υπηρεσία του βαυκαλήματος της φυσικής ανανδρίας του ισχυρού φύλου;

Έπιασε τα χέρια της σταματώντας τη. Η Τέτα σάστισε απογοητευμένη. Πίστεψε ότι είχε μια ελπίδα, εξάλλου, ήταν μόλις είκοσι χρονών, είχε δικαίωμα έστω και για μια φορά να κερδίσει τον έρωτα κάποιου.

"Δε σου αρέσω, λοιπόν;" τον ρώτησε.

Ο Μανωλάκης κοίταξε το γκρίζο κυπαρισσί κομπινεζόν της Τέτας κι έπειτα χαμογελώντας της και κλείνοντας τα χέρια της στα δικά του:
"Μου αρέσεις πολύ, αλλά αγαπάω άλλη."


Τέλος

----------
Πηγή έμπνευσης:

ΠΡΑΣΙΝΟΜια μαχαιριά στου μήλου τα ψαχνά
Μια πίκρα στο βρακί του φρέσκου αμύγδαλου
Ένα πήδημα νερού μέσα στα πράσα

Και το κορίτσι που δεν μπήκε ακόμη ολάκερο στον έρωτα
Μα κρατάει μες στην ποδιά του ένα στυφό δασάκι φρούτων.

Κορίτσι μου έχω στην καρδιά μια χλόη ανέγγιχτη
Και μια βροχή νιογέννητο τριφύλλι
Μα ο καταρράχτης που δεν χίμηξε είναι πιο βαθιά
Πιο χαμηλά

Και θα χιμήξει σαν θηρίο μέρας στον Απρίλη σου
Όταν αγγίξω την πηγή κι όταν σε φάει ο ήλιος.

Χόρτο στρωτό κρεβάτι

Σπίνου αυτί μελιού αλοιφή ανάσας καλωσόρισμα

Το κύμα της στεριάς είναι κι αυτό μεγάλο

Το άγγιγμα του κορμιού είναι κι αυτό βαθύ

Ο καιρός δεν είναι μάταιος στο γέλιο που σφαδάζει

Από την όρεξη να μπει στο πάθος τ' ουρανού.

Θα μπω απ' την πόρτα που ένα φύλλο σκέτο υπερασπίζεται

Θα μιμηθώ του έφηβου αλόγου τη βραχνάδα

Θα δοκιμάσω τον σπασμό που σ' ανεβάζει ως τ' άστρα!

Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος (1943)

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

ΠΡΑΣΙΝΟ

Κεφάλαιο τέταρτο 

"Ο καθένας μας έχει μια μυστική περιουσία από ξεχασμένες ταπεινώσεις"*
Κι η μυστική αυτή περιουσία του Χριστόδουλου ήταν η μόνη ιδιοκτησία του που δεν ήθελε να κληροδοτήσει στον Μανωλάκη.

Το βραδινό ραντεβού με τα κορίτσια της μαντάμ Ζέτας το έμαθε τόσο ο Μανωλάκης όσο και η μητέρα του κυριολεκτικά τελευταία στιγμή, δηλαδή μετά το μεσημεριανό τους γεύμα.
Ο Χριστόδουλος, χωμένος μέχρι τα μπούνια στα εμπόρια από όταν θυμόταν τον εαυτό του, δε θα ρίσκαρε να χάσει χρόνο και να σπαταλήσει πολλές κουβέντες προσπαθώντας να κάμψει τις συναισθηματικές, δειλές αντιρρήσεις τόσο της Λουκίας όσο και του γιου του.
Ο εγωισμός του, αφού στήθηκε με θεμέλια γερά σε εκείνον τον εφηβικό εξευτελισμό του, είχε έρθει η ώρα να επεκταθεί - ως άλλος γαιοκτήμονας - και στα υπόλοιπα "κτήματά" του.

Η Λουκία, ευαίσθητη - και με το παραπάνω λόγω των ατυχιών που προηγήθηκαν της γέννησης του Μανωλάκη - λιγομίλητη πάντα, σχεδόν αόρατη, σιωπηλά ευγνώμων για τη ζωή που της εξασφάλιζε ο άνδρας της, διαφέντευε με μια νωθρότητα γαλήνια τα του νοικοκυριού. Και έως εκεί.
Κι αφού δεν αναζήτησε ποτέ - ούτε καν σαν υποψία, ούτε σε όνειρο, ούτε σαν φευγαλέα σκέψη που δεν τη συνειδητοποιείς παρά μετά από καιρό σε χρόνο ανύποπτο - έναν άνθρωπο να χάνει στάλα στάλα την ψυχή της στα μάτια του, έναν άνθρωπο που θα μπαινόβγαινε αβίαστα στο μυαλό του κι εκείνος στο δικό της, έμαθε με τα χρόνια να βλέπει τα πράγματα μέσα από τα μάτια του Χριστόδουλου. (Ίσως, μία από τις τραγωδίες του έγγαμου βίου).
Και να συμφωνεί, ή τουλάχιστον να διατηρεί την αριστοκρατική, ευγνώμονα σιωπή της, ακόμα κι αν - όπως τώρα που έβλεπε το μοναχοπαίδι της να κοκκινίζει με το κεφάλι χαμηλωμένο - αισθανόταν το αταίριαστο και το ανώφελο του πράγματος.

Ο Μανωλάκης είχε, φυσικά, τις αντιρρήσεις του και τις εξέφρασε με τη σεμνότητα και την ευγλωττία που τον χαρακτήριζαν. Ο πατέρας του προσπάθησε να τον καθησυχάσει και να τον δυναμώσει με κάθε είδους λόγια. Κι η μητέρα του, πίστη ιέρεια, σύμμαχος και τυφλός υποστηρικτής του συζύγου της, επαναλάμβανε τα λόγια του τελευταίου - ελαφρώς αλλαγμένα - και διανθίζοντάς τα με χάδια συγκρατημένα, για να ταιριάζουν στην επικείμενη άνδρωση του γιου της. Χάδια λεπτά, προσεκτικά μελετημένα, χειρουργικά, για να ανακουφίσουν τον πάσχοντα.

Το ισόγειο του σπιτιού της μαντάμ Ζέτας ήταν - για τις ανάγκες της σκηνοθεσίας, δηλαδή για να ανοίγει η όρεξη των πελατών - υποφωτισμένο και γεμάτο κόσμο.
Άνδρες, που στα βλέμματά τους - ακόμα και στον τρόπο που έβαζαν το χέρι στην τσέπη του σακακιού τους - έπλεε η κτηνώδης ικανοποίηση της κυριαρχίας σε πράγματα εύκολα, σχεδόν φτηνά. Στα ξελιγωμένα, επίτηδες σοβαροφανή και υπεροπτικά χαμόγελά τους καθρεφτιζόταν όλη η ματαιότητα της ικανοποίησης της ματαιοδοξίας τους με τη συντροφιά των υπαλλήλων της μαντάμ Ζέτας.

Κορίτσια όλων των ηλικιών κι όλων των αναλογιών - κορίτσια για όλα τα γούστα, σα να λέμε - τριγυρνούσαν ανάμεσά τους λικνίζοντας λάγνα τους γοφούς τους, ή έγερναν νωχελικά στους τοίχους και συνομιλούσαν μαζί τους, με μάτια μισόκλειστα, χείλη μισάνοιχτα - πολύ πιο κλειστά, ωστόσο, από τα υφάσματα που μετά βίας κάλυπταν τα ντεκολτέ τους - κι ύφος συνεπαρμένο.
Ο Μανωλάκης σκέφτηκε πως αν όλη αυτή η υποκριτική, άνευ όρων παράδοση στα λεγόμενα των συνομιλητών τους ήταν ένδυμα, τότε με το ζόρι θα μπορούσε να διακρίνει ελάχιστα εκατοστά της σάρκας τους.

Παντού καπνός, μουσική και γέλια, όλα επίτηδες βαλμένα ανάκατα σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να καλύψουν τους άλλους ήχους, που έρχονταν από το επάνω πάτωμα.

Η μαντάμ Ζέτα δεν άργησε να έρθει κοντά τους για να τους καλωσορίσει. Εγκάρδια, μα επίτηδες συγκρατημένα, δασκαλεμένη καθώς ήταν ήδη από τον Χριστόδουλο για να μη διαφανεί με κανενός είδους οικειότητα η μακροχρόνια γνωριμία της μαζί του.

"Η Τέτα σε περιμένει επάνω, χρυσό μου", είπε αγγίζοντας απαλά με το αριστερό της χέρι το πηγούνι του Μανωλάκη, ενώ το μισοκαμμένο τσιγάρο που κρατούσε στο δεξί αρνιόταν πεισματικά να αποχωριστεί σχεδόν τέσσερις πόντους στάχτη, που είχαν ήδη αρχίσει να γέρνουν προς τα κάτω σχηματίζοντας μια μικρή καμπύλη.
Αξιολύπητα αποκαΐδια, ορκισμένα να μην εγκαταλείψουν ποτέ,  σαν τα γερασμένα, κρεμασμένα μπράτσα της μαντάμ Ζέτας που ξεχείλιζαν στο τελείωμα των μακριών γαντιών της.

Ο Χριστόδουλος, φιλεύσπλαχνος κυβερνών, είχε ζητήσει για τον γιο του ειδικά την Τέτα.
Η Τέτα ήταν νέα - μόλις είκοσι χρόνων - και όμορφη, μα κυρίως ήταν αργή, και μια τέτοια χρειαζόταν ο Μανωλάκης.
Είχε φροντίσει, μάλιστα, ο Χριστόδουλος να προκαταβάλει και κάτι παραπάνω στην μαντάμ Ζέτα ως εγγύηση - ας πούμε - για να είναι η Τέτα ξεκούραστη.
Για να είναι, δηλαδή, ο Μανωλάκης ο πρώτος της πελάτης εκείνη τη μέρα.

(Συνεχίζεται...)
__________

*Γιάννης Καλαβριανός, "Αβελάρδος και Ελοΐζα", εκδ. Γαβριηλίδης (2014)

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

ΠΡΑΣΙΝΟ

Κεφάλαιο τρίτο 


Ο Χριστόδουλος καταγόταν από εύπορη οικογένεια, έμποροι - μεγαλέμποροι για να ακριβολογούμε - όλοι στο σόι του, πάππου προς πάππου.
Μεγαλωμένος χωρίς να του λείψει ποτέ τίποτα, κι εκείνα τα χρόνια, λίγο μετά τον πόλεμο, αυτό από μόνο του ήταν ευτυχία.
Έτσι ήταν τότε, άλλες οι αξιώσεις των ανθρώπων, άλλες οι προτεραιότητες. Οι επιδιώξεις τους ήταν απτές, καθημερινές κι ολιγαρκείς ή αιτία ολιγάρκειας.
Να είναι υγιείς, να έχουν ένα πιάτο φαΐ, να βρουν έναν άνθρωπο να παντρευτούν αθόρυβο και νοικοκυρεμένο, για να κάνουν κάθε πρωί το σταυρό τους μαζί και να λένε "δόξα σοι ο Θεός, καλά ξημερώσαμε και σήμερα". Αν, παρ' ελπίδα, τους περίσσευαν και μερικές δεκάρες για να βάζουν στην άκρη, τότε έκαναν κάθε πρωί το σταυρό τους και με τα δυο τους χέρια.

Μέσα, λοιπόν, σε αυτή την απλοϊκή, αρυτίδωτη, αγαθή - μα όχι ανεπιτήδευτη ή άπορη - ευτυχία μεγάλωνε ο Χριστόδουλος. Και με όλη αυτή την ευτυχία να τον τυλίγει,  σαν λίμνη ατάραχη κι ακυμάτιστη, με την καταχνιά αιώνων απλωμένη στη σχεδόν παχύρευστη επιφάνειά της, τι ελπίδες υπήρχαν να καλυτερέψουν τα πράγματα στη ζωή του;

Ο Χριστόδουλος ήταν πάνω κάτω στην ηλικία του Μανωλάκη, όταν στο διπλανό σπίτι από το δικό τους εγκαταστάθηκε η οικογένεια της συνομήλικής του Ελπίδας. Κι εντελώς απρόσμενα, αυτό το ψηλόλιγνο, κατάξανθο κορίτσι, με τα καταπράσινα μάτια - πράσινα ατόφια, γνήσια, χωρίς πολύχρωμους κυκλοθυμικούς παιχνιδισμούς σαν του Μανωλάκη - έγινε η ελπίδα που θα καλυτέρευε τη ζωή του.
Το βοτσαλάκι που έπεσε στην ακίνητη λίμνη για να τον διδάξει τι σημαίνει σκίρτημα και ταραχή και προσμονή.
Ή, για να κυριολεκτήσουμε, η Ελπίδα έγινε το υπόλευκο νούφαρο που φύτρωσε - ένας θεός ξέρει πώς - σε μια άκρη της λίμνης της ζωής του Χριστόδουλου, αλλάζοντας μια για πάντα την όψη της.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Χριστόδουλος δεν γνώριζε τι σημαίνει αγωνία, δεν είχε να προσμένει κάτι, δε χρειαζόταν να μοχθήσει για τίποτα. Όχι πως ήταν τεμπέλης, κάθε άλλο. Και μαθητής από τους καλύτερους και μυημένος στα εμπόρια από μικρός, χάρη στους προγόνους του. Βάδιζε, όμως, σε πορεία προδιαγεγραμμένη, μόνος στόχος του - κι αυτός νομοτελειακός, άρα όχι στόχος ακριβώς - να αναλάβει τις επιχειρήσεις του πατέρα του και να βρει μια καλή κοπέλα να "αποκατασταθεί".

Μήνες πέρασαν, κι ο Χριστόδουλος ξεροστάλιαζε - κυριολεκτικά, αφού ένιωθε το στόμα του στεγνό και το σώμα του κάθιδρο - πίσω από το παράθυρό του για να δει την Ελπίδα να περνάει. Κι έπειτα πέρασαν κι άλλοι μήνες, μέχρι να καταφέρει να της μιλήσει και να αποκτήσουν μια οικειότητα τέλος πάντων, φυσικά εντελώς αθώα και πλατωνική, αμάθος, ανυποψίαστος και προστατευμένος καθώς ήταν ως τότε ο Χριστόδουλος.

Η Ελπίδα, όμως, τύχαινε να έχει δυο μεγαλύτερες αδερφές, η μία κιόλας παντρεμένη, οι οποίες είχαν μεριμνήσει - πιο πολύ για να ξορκίσουν κι αυτές από πάνω τους τον εξευτελισμό της ρήξης της παρθενικής αφέλειας ή απλά για να επιδειχθούν στη μικρότερη της οικογένειας - να την υποψιάσουν διδάσκοντάς την τα μαθήματά (παθήματά) τους ως προς το ανδρικό φύλο (το φύλο του ανδρός).

Ένα βράδυ, λοιπόν, μετά από κι άλλους μήνες, ο Χριστόδουλος αποφάσισε ότι είχαν συζητήσει αρκετά με την Ελπίδα και βλέποντας ότι κι εκείνη απολάμβανε την παρέα του, αποφάσισε να την φιλήσει.
Και τη φίλησε.
Ο υγρός λεκές στον καβάλο του τον σάστισε μόνο για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Το σπαρταριστό γέλιο και τα τεράστια, τα καρφωμένα εκεί, λαμπερά κι ολοστρόγγυλα νουφαρόφυλλα μάτια της Ελπίδας τον φόρτωσαν με μια σαστιμάρα που κουβαλούσε στην ψυχή του για άλλους τόσους μήνες.

Ο χρόνος, όμως, όλα τα θεραπεύει και τα απαλύνει, όλα τα συντηρεί και τα αναμορφώνει.
Κι εκείνη η ντροπή του Χριστόδουλου έγινε με τα χρόνια φιλαρέσκεια και βαθειά πίκρα. Έγινε εγωιστική πατρότητα κι οφειλή προς τον απόγονό του, να προλάβει τις εφηβικές ορμές πριν πάθει κι ο γιος του τα ίδια. Γιατί είχε αντιληφθεί από καιρό ο Χριστόδουλος ότι το Μαρινάκι ήταν το νούφαρο στη λίμνη της ζωής του Μανωλάκη.

Εκείνο το απόγευμα της Κυριακής, λοιπόν, λίγες ώρες μετά τον εκκλησιασμό τους στον Άγιο Κωνσταντίνο, ο Χριστόδουλος είχε κανονίσει να πάει τον Μανωλάκη στα κορίτσια της μαντάμ Ζέτας.

(Συνεχίζεται...)

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

ΠΡΑΣΙΝΟ

Κεφάλαιο δεύτερο 


Το Μαρινάκι στεκόταν στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου με τους γονείς και τον μικρότερο αδερφό της.

Φορούσε το καλό της πράσινο φουστάνι.
Τον αγαπούσε, λοιπόν!
Άστραψαν τα μάτια του Μανωλάκη στη σκέψη αυτή, φωτίστηκε το πρόσωπό του σαν την είδε - μα πού το είχε βρει αυτό το πράσινο και το είχε κάνει φουστάνι, αλήθεια;! - τέτοιο πράσινο δεν είχαν ξαναδεί τα μάτια του.

Εχθές το βράδυ, που έπαιζαν στα χαλάσματα πιο κάτω από το σπίτι της, της είχε ζητήσει δειλά δειλά να φορέσει το επόμενο πρωί στην εκκλησία αυτό το πράσινο φουστάνι.
"Και γιατί να το κάνω;" τον είχε ρωτήσει το Μαρινάκι.
"Γιατί ταιριάζει με τα μάτια μου. Και στα μάτια μου ταιριάζει να σε κοιτούν." Της απάντησε ο Μανωλάκης.

Και να την τώρα, μπροστά του, να προσπαθεί να κρατήσει τον αδερφό της ήσυχο δίπλα της, λεπτοκαμωμένη, με τη ζώνη του φουστανιού να σφίγγει αξιοζήλευτα τη μεσούλα της, κι από πάνω, σα δυο μάτια σφαλιστά, καρφωμένα πάνω του, άγουρα μικρά λεμονάκια τα στηθάκια της.

Μα ας επιστρέψουμε στο φουστάνι.
Πρώτη φορά την είδε με αυτό ο Μανωλάκης στη δεξίωση της Πρωτοχρονιάς στο σπίτι της, λίγους μήνες πριν. Γυρόφερνε το Μαρινάκι βοηθώντας στο σερβίρισμα των καλεσμένων κι ανέμιζε το πράσινο φουστάνι της αέρινο, σκούρο κυπαρισσί, μα όχι τόσο κυπαρισσί όσο να γεμίζει η ψυχή σου πνιγμένους, απρόκλητους λυγμούς, όπως όταν με δέος αντικρύζεις τα ψηλά αυτά δέντρα φυτεμένα ανάμεσα στα μνήματα - που όμως τι φταίνε κι αυτά τα έρμα τα δέντρα; Αυτή είναι η δουλειά τους, να μας θυμίζουν την ελαχιστότητά μας και να μας υπόσχονται με το επιβλητικό ύψος τους τη βασιλεία των ουρανών.

Γυρόφερνε, λοιπόν, το Μαρινάκι ανύποπτο κι ανυπόκριτο στη μεγάλη σάλα του σπιτιού της εκείνο το βράδυ. Και τα γκριζοπράσινα, τα χρυσογρανιτένια με εκείνους τους εκθαμβωτικούς σμαραγδένιους κόκκους στα βάθη τους, μάτια του Μανωλάκη, δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από εκείνο το πράσινο φουστάνι.
Ήταν ένα πράσινο βαθύ και λαμπερό, σαν ανοιξιάτικος βλαστός κέδρου, σαν ένα δάσος από πρωτόφυτες μπουμπουκιασμένες δάφνες - μα πού το είχε βρει, στ' αλήθεια,  αυτό το πράσινο και το είχε κάνει φουστάνι;!
Καθρεφτιζόταν όλο το βράδυ το αινιγματικό πράσινο της Μαρίνας σε όλων των λογιών τα πράσινα των ματιών του Μανώλη, έτσι που τέτοια εικόνα ούτε στα όνειρα δεν εδέησε να του δοθεί.

Με το Μαρινάκι γνωρίζονταν χρόνια μεγάλωσαν σχεδόν μαζί, στην ίδια γειτονιά. Δεν ήταν όμορφο κορίτσι, κι άσχημο, όμως, δεν το έλεγες. Τα μαλλιά της φούσκωναν σε χειμαρρώδεις καστανές μπούκλες και τα μαύρα μάτια της, σκοτεινές φλογίτσες πάνω στο λευκό προσωπάκι της.

Εκείνο το βράδυ της δεξίωσης ο Μανωλάκης δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του. Περίμενε πότε θα φύγει τρεχάτο το Μαρινάκι με τον δίσκο άδειο και θα στρίψει κατά την κουζίνα για να τον φέρει πίσω γεμάτο, κι αδημονούσε προσμένοντας τη στιγμή που σε ένα βιαστικό - σχεδόν χορευτικό - βήμα της, θα ακολουθούσε και το πράσινο φουστάνι τον ξέφρενο ρυθμό της αποκαλύπτοντας σε όλη του την έκταση - ως ψηλά στο μηρό - το φανταχτερό σχέδιο στις δαντελένιες κάλτσες της.

Ακολούθησαν τρεις μήνες στενότερης παρέας, στην αλάνα με τα υπόλοιπα γειτονόπουλα, και στα χαλάσματα οι δυο τους.
Οι ώρες του πρωινού, όμως, ήταν για τον Μανωλάκη ατελείωτες. Το Μαρινάκι πήγαινε στο Γυμνάσιο θηλέων, εκείνος στην ίδια τάξη, αλλά στο αρρένων. Ήταν, βλέπετε, ακόμα τα χρόνια εκείνα που οι άνθρωποι απεύχονταν τον συγχρωτισμό αγοριών και κοριτσιών, για να τα γλιτώσουν τα άμοιρα τα ανήλικα από το μοιραίο, από το σκάνδαλο, από αυτήν την αρρώστια που - και καλά να γίνεις- αφήνει κουσούρια, από τον έρωτα.
Μα αλίμονο!
Ποιος άνθρωπος μπορεί να γλιτώσει από έναν τέτοιο θάνατο;

Καρτερούσε, λοιπόν, ο Μανωλάκης τα μεσημέρια στο σταυροδρόμι της γειτονιάς να σχολάσει το Μαρινάκι, να τη δει να περνάει με τις υπόλοιπες κοπέλες της γειτονιάς. Και του έφτανε μόνο να την κοιτάει, και να μετράει τις ώρες μέχρι να σουρουπώσει, με την ελπίδα να την αφήσει ο πατέρας της να βγει στην αλάνα, με την άλλη, την πιο δεητική ελπίδα να περάσει λίγα λεπτά μόνος μαζί της στα χαλάσματα.

Τίποτε άλλο δε ζητούσε, μόνο να την κοιτάει και να ελπίζει να τη δει. Και του αρκούσε εκείνη να ξέρει πως η νεαρή ζωή του πια δεν είχε άλλο σκοπό, κι η δική της δεν είχε πια άλλο πέρασμα παρά μόνο μέσα από το χαλκοπράσινο βλέμμα του.

Και κάθε φορά που τη συναντούσε στα χαλάσματα, κρατούσε κάτι για να της δωρίσει: γυάλινους βόλους, κουτάκια τσίγκινα, καθρεφτάκια, κορδέλες για τα μαλλιά της, χτενάκια, φουρκέτες.
"Για να μην κυκλοφορείς σαν αφιονισμένη με όλη αυτή την αφάνα στο κεφάλι σου", της έλεγε για να την πειράξει.
Μα από μέσα του ευχόταν να του έμπηγε τις φουρκέτες και τα χτενάκια στα μάτια παρά στην καρδιά.

Κι ό,τι κι αν φορούσε το Μαρινάκι από το βράδυ εκείνο της Πρωτοχρονιάς και μετά - ακόμα κι όταν έφτανε στην αλάνα με το ζακετάκι της λασπωμένο επειδή βοηθούσε τη μάνα της στον κήπο - τα μάτια του Μανωλάκη άστραφταν χρυσοπράσινα σα να ατένιζε εκείνο το πράσινο φουστάνι να πλέει στον αφρό της θάλασσας και να χάνεται στον ορίζοντα, σκεπάζοντας το ηλιοβασίλεμα με τα καταπράσινα άγουρα λεμονάκια του στήθους της.

Φυσικό ήταν λοιπόν - για να επιστρέψουμε στο κυριακάτικο πρωινό και στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου - να προσπαθήσει ο Μανωλάκης να αφήσει το χέρι του Χριστόδουλου για να φτάσει κοντά στο Μαρινάκι. Θα μπορούσαν να σταθούν για μια στιγμή οικογενειακώς, να καλημερίσουν τους γονείς της, ήταν εξάλλου γείτονες και φίλοι.

Ο Χριστόδουλος, όμως, αισθανόμενος το χέρι του γιου του να προσπαθεί να πεταρίσει σα νεογνό χελιδόνι, το έσφιξε ακόμα περισσότερο κρατώντας τον δίπλα του, οδηγώντας τους δυο τους και την ιέρεια συνοδό Λουκία κατευθείαν εντός του ναού και χαιρετώντας εγκάρδια, αλλά από την πρέπουσα απόσταση, την οικογένεια της Μαρίνας.

Κι είχε κι ο Χριστόδουλος - που όλα τα γνώριζε κι όλα τα μυριζόταν - τους δικούς του λόγους για να μην επιθυμεί να χαιρετήσει δημόσια και κατ' ιδίαν τους γονείς της Μαρίνας.

(Συνεχίζεται...)

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

ΠΡΑΣΙΝΟ

Κεφάλαιο πρώτο 


Ο Μανωλάκης περπατούσε κρατώντας τον πατέρα του από το χέρι. Η μάνα του ένα βήμα πίσω τους. Όλοι ντυμένοι με τα καλά τους, Κυριακή πρωί, βάδιζαν προς την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. 

Προχθές έκλεισε τα δώδεκα ο Μανωλάκης, κι ο πατέρας του κανόνισε γλέντι μεγάλο στο σπίτι τους, να μοιραστεί την περηφάνια του για τον γιο του. Έτσι περήφανος περπατούσε και τώρα δίπλα στο νεαρό αγόρι, με το γιλέκο του κουμπωμένο σφιχτά, πάνω από το μεταξωτό του πουκάμισο, και το μαύρο σακάκι του να δείχνει τις πλάτες του ακόμα πιο στιβαρές και γεροδεμένες.

Η περηφάνια των γονέων είναι αδέξια συγκαλυμμένος εγωισμός.
Το σφιγμένο χαμόγελο κάτω από το μαύρο, πυκνό μουστάκι του Χριστόδουλου, τα περιπαικτικά βλέμματα με τα οποία χαιρετούσε όσους τον καλημέριζαν, το βαρύ, σίγουρο βήμα του - στρατιώτης που προελαύνει κατακτητής μετά από εύκολη νίκη - καταμαρτυρούσαν εγωισμό κι υπεροψία.

Επειδή ο Μανωλάκης γινόταν λίγο λίγο άντρας, όσο κι αν αυτό το θρασύδειλο χνούδι πάνω από τα χείλη του προσπαθούσε να τον κρατήσει γαντζωμένο στην παιδική ηλικία, παραμένοντας πεισματικά μια γελοιογραφία τριχοφυΐας.
Ο Μανωλάκης, του Χριστόδουλου και της Λουκίας, είχε μεγαλώσει κι ήταν ένας όμορφος έφηβος, και χάρη στα "κουμάντα" του πατέρα του που συνταίριαξαν τόσο αρμονικά με την προίκα της μάνας του, ήταν ένας έφηβος καλοβαλμένος.
Τα πήγαινε καλά με τα γράμματα και τελειώνοντας το γυμνάσιο θα αναλάμβανε την εμπορική επιχείρηση του πατέρα του. 

Είχε, λοιπόν, ο Χριστόδουλος πολλούς λόγους να ανεμίζει σαν λάβαρο την εγωιστική υπερηφάνεια του σε κάθε του βήμα, γιορτάζοντας και τιμώντας όσα είχε καταφέρει να κατέχει επειδή του έτυχαν και - για να είμαστε δίκαιοι - δεν άφησε να του γλιστρήσουν απ' τα χέρια. 

Μία ακόμα αιτία της αλαζονικής ευτυχίας του Χριστόδουλου - όχι μικρότερης βαρύτητας ή σημασίας από τις προηγούμενες κι ας την αφήσαμε για το τέλος - ήταν φυσικά η Λουκία. 
Περπατούσε λίγο πιο πίσω από τον αριστερό ώμο του Μανωλάκη, σα να συμμετέχει σε ιερή συνοδεία μιας κάποιας πρωθιέρειας σε αρχαία τελετή, με τα ξανθά μαλλιά της πιασμένα σε αυστηρό κότσο για να ταιριάζουν με το επίσης αυστηρό, μα καταφανώς ειλικρινά γλυκό χαμόγελό της.
Φορούσε το καινούριο της φουστάνι, που είχε δώσει εντολή ο Χριστόδουλος να ράψει ειδικά για τα γενέθλιά του γιου τους.

Μια κοψιά είχαν πατέρας και γιος, αυτό σκεφτόταν η Λουκία καθώς πλησίαζαν στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. 
Ίδιο σουλούπι, σβέρκο πλατύ, ώμοι φαρδιοί, πλάτες ρωμαλέες.
Ο Μανωλάκης της γεννήθηκε όμορφος, όλοι το έλεγαν, κι αυτή δεν αμελούσε να του φοράει τα ρούχα του ανάποδα και να κρύβει στις φασκιές του σκελίδες σκόρδου για να μην τον ματιάσουν.

Γιατί είχε ωραία μάτια ο Μανωλάκης της, σχεδόν πράσινα, ανάλογα πότε τα κοιτούσες, σαν του συχωρεμένου του πατέρα της. 
Σκούρα γκρίζα, γρανιτένια γινόντουσαν κάθε βράδυ λίγο πριν την καληνυχτίσουν. Σπινθήριζαν διάστικτα, μελοπράσινοι κόκκοι στα βάθη τους, αρχαία πετρώματα που κάθε που βράδιαζε θαρρείς ένας σεισμός ή μια έκρηξη ηφαιστειακή τα ξαναγεννούσε και τα ανέδυε στην επιφάνεια της γης.
Το πρωί, σαν άνοιγαν και πάλι, έλαμπαν μέσα τους και κάτω από το φως του ήλιου χρυσές και πράσινες ανταύγειες, ακτινωτές, πολύτιμοι λίθοι - χαλαζίες, διαμάντια, τοπάζια, σμαράγδια - που κάποιος λεπτολόγος χρυσοχόος τα έδενε όλη νύχτα σε περίτεχνα κοσμήματα. 
Το πρόσωπό του βελουδένιο, και τα μαλλιά του μαύρα, στιλπνά και πυκνά σαν του πατέρα του. 

Μα η Λουκία δεν καμάρωνε για τίποτα από όλα αυτά. Η Λουκία ήταν περήφανη γιατί, μετά από τρεις εγκυμοσύνες, ο Μανωλάκης ήταν το πρώτο παιδί που κράτησε στα χέρια της κι ήταν γερό. 

Ο Μανωλάκης, βέβαια, δεν ήξερε τίποτα - εννοούμε απερίφραστα διατυπωμένο - ούτε για τις υπερφίαλες ευγνωμοσύνες του πατέρα του, ούτε για τις άλλες, τις ταπεινές, της μάνας του. Δεν ήξερε, αλλά ένιωθε. Ένιωθε το πώς του έσφιγγε ο Χριστόδουλος το δεξί του χέρι και το πώς τον ακολουθούσε το αδιόρατα βουρκωμένο βλέμμα της Λουκίας μισό μέτρο πίσω του.

Φορούσε κι αυτός κοστούμι, λινό, κατάλευκο, φορούσε κοστούμι για πρώτη φορά στη ζωή του, ειδικά ραμμένο κι αυτό για τα δωδέκατα γενέθλιά του. Δεν καταλάβαινε γιατί ο πατέρας του είχε κανονίσει με τόσο λεπτομερή λαμπρότητα τον εορτασμό των γενεθλίων του εκείνη τη χρονιά, μα να τον τώρα, πώς περπατούσε κι αυτός - ίδιος εβένινος άγγελος - προς την εκκλησία, σα να πηγαίνει ντυμένος στα παρθενικά, άδολα λευκά για να ξαναβαφτιστεί στην κολυμπήθρα του Αγίου Κωνσταντίνου. 

Ένιωθε το βάρος των εγωιστικών προσδοκιών, το βάρος της θεϊκής ευλογίας που τον έφερε στη ζωή κι έφτασε να γίνει δώδεκα χρονών, κι ενώ ένιωθε όλο αυτό το φορτίο αβάσταχτο για τους νεαρούς του ώμους, εντούτοις, σαν μυρμήγκι που κουβαλάει σπόρο δεκαπλάσιο του μεγέθους του κάτω από το λιοπύρι ενός Αυγουστιατικου πρωινού, βιαζόταν να φτάσει στην εκκλησία, για τους δικούς του λόγους. 

Με όση πειθαρχία, υπακοή και καθωσπρεπισμό κι αν πασπαλιστεί μια νεαρή ψυχή, οι επίκτητες αυτές άμυνες εγκαταλείπονται εύκολα μπροστά στην ευκαιρία - ή δυστυχία - της γλυκιάς χρήσης της καρδιάς και του σώματος. 

(Συνεχίζεται...)