Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

ΠΡΑΣΙΝΟ

Κεφάλαιο πρώτο 


Ο Μανωλάκης περπατούσε κρατώντας τον πατέρα του από το χέρι. Η μάνα του ένα βήμα πίσω τους. Όλοι ντυμένοι με τα καλά τους, Κυριακή πρωί, βάδιζαν προς την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. 

Προχθές έκλεισε τα δώδεκα ο Μανωλάκης, κι ο πατέρας του κανόνισε γλέντι μεγάλο στο σπίτι τους, να μοιραστεί την περηφάνια του για τον γιο του. Έτσι περήφανος περπατούσε και τώρα δίπλα στο νεαρό αγόρι, με το γιλέκο του κουμπωμένο σφιχτά, πάνω από το μεταξωτό του πουκάμισο, και το μαύρο σακάκι του να δείχνει τις πλάτες του ακόμα πιο στιβαρές και γεροδεμένες.

Η περηφάνια των γονέων είναι αδέξια συγκαλυμμένος εγωισμός.
Το σφιγμένο χαμόγελο κάτω από το μαύρο, πυκνό μουστάκι του Χριστόδουλου, τα περιπαικτικά βλέμματα με τα οποία χαιρετούσε όσους τον καλημέριζαν, το βαρύ, σίγουρο βήμα του - στρατιώτης που προελαύνει κατακτητής μετά από εύκολη νίκη - καταμαρτυρούσαν εγωισμό κι υπεροψία.

Επειδή ο Μανωλάκης γινόταν λίγο λίγο άντρας, όσο κι αν αυτό το θρασύδειλο χνούδι πάνω από τα χείλη του προσπαθούσε να τον κρατήσει γαντζωμένο στην παιδική ηλικία, παραμένοντας πεισματικά μια γελοιογραφία τριχοφυΐας.
Ο Μανωλάκης, του Χριστόδουλου και της Λουκίας, είχε μεγαλώσει κι ήταν ένας όμορφος έφηβος, και χάρη στα "κουμάντα" του πατέρα του που συνταίριαξαν τόσο αρμονικά με την προίκα της μάνας του, ήταν ένας έφηβος καλοβαλμένος.
Τα πήγαινε καλά με τα γράμματα και τελειώνοντας το γυμνάσιο θα αναλάμβανε την εμπορική επιχείρηση του πατέρα του. 

Είχε, λοιπόν, ο Χριστόδουλος πολλούς λόγους να ανεμίζει σαν λάβαρο την εγωιστική υπερηφάνεια του σε κάθε του βήμα, γιορτάζοντας και τιμώντας όσα είχε καταφέρει να κατέχει επειδή του έτυχαν και - για να είμαστε δίκαιοι - δεν άφησε να του γλιστρήσουν απ' τα χέρια. 

Μία ακόμα αιτία της αλαζονικής ευτυχίας του Χριστόδουλου - όχι μικρότερης βαρύτητας ή σημασίας από τις προηγούμενες κι ας την αφήσαμε για το τέλος - ήταν φυσικά η Λουκία. 
Περπατούσε λίγο πιο πίσω από τον αριστερό ώμο του Μανωλάκη, σα να συμμετέχει σε ιερή συνοδεία μιας κάποιας πρωθιέρειας σε αρχαία τελετή, με τα ξανθά μαλλιά της πιασμένα σε αυστηρό κότσο για να ταιριάζουν με το επίσης αυστηρό, μα καταφανώς ειλικρινά γλυκό χαμόγελό της.
Φορούσε το καινούριο της φουστάνι, που είχε δώσει εντολή ο Χριστόδουλος να ράψει ειδικά για τα γενέθλιά του γιου τους.

Μια κοψιά είχαν πατέρας και γιος, αυτό σκεφτόταν η Λουκία καθώς πλησίαζαν στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. 
Ίδιο σουλούπι, σβέρκο πλατύ, ώμοι φαρδιοί, πλάτες ρωμαλέες.
Ο Μανωλάκης της γεννήθηκε όμορφος, όλοι το έλεγαν, κι αυτή δεν αμελούσε να του φοράει τα ρούχα του ανάποδα και να κρύβει στις φασκιές του σκελίδες σκόρδου για να μην τον ματιάσουν.

Γιατί είχε ωραία μάτια ο Μανωλάκης της, σχεδόν πράσινα, ανάλογα πότε τα κοιτούσες, σαν του συχωρεμένου του πατέρα της. 
Σκούρα γκρίζα, γρανιτένια γινόντουσαν κάθε βράδυ λίγο πριν την καληνυχτίσουν. Σπινθήριζαν διάστικτα, μελοπράσινοι κόκκοι στα βάθη τους, αρχαία πετρώματα που κάθε που βράδιαζε θαρρείς ένας σεισμός ή μια έκρηξη ηφαιστειακή τα ξαναγεννούσε και τα ανέδυε στην επιφάνεια της γης.
Το πρωί, σαν άνοιγαν και πάλι, έλαμπαν μέσα τους και κάτω από το φως του ήλιου χρυσές και πράσινες ανταύγειες, ακτινωτές, πολύτιμοι λίθοι - χαλαζίες, διαμάντια, τοπάζια, σμαράγδια - που κάποιος λεπτολόγος χρυσοχόος τα έδενε όλη νύχτα σε περίτεχνα κοσμήματα. 
Το πρόσωπό του βελουδένιο, και τα μαλλιά του μαύρα, στιλπνά και πυκνά σαν του πατέρα του. 

Μα η Λουκία δεν καμάρωνε για τίποτα από όλα αυτά. Η Λουκία ήταν περήφανη γιατί, μετά από τρεις εγκυμοσύνες, ο Μανωλάκης ήταν το πρώτο παιδί που κράτησε στα χέρια της κι ήταν γερό. 

Ο Μανωλάκης, βέβαια, δεν ήξερε τίποτα - εννοούμε απερίφραστα διατυπωμένο - ούτε για τις υπερφίαλες ευγνωμοσύνες του πατέρα του, ούτε για τις άλλες, τις ταπεινές, της μάνας του. Δεν ήξερε, αλλά ένιωθε. Ένιωθε το πώς του έσφιγγε ο Χριστόδουλος το δεξί του χέρι και το πώς τον ακολουθούσε το αδιόρατα βουρκωμένο βλέμμα της Λουκίας μισό μέτρο πίσω του.

Φορούσε κι αυτός κοστούμι, λινό, κατάλευκο, φορούσε κοστούμι για πρώτη φορά στη ζωή του, ειδικά ραμμένο κι αυτό για τα δωδέκατα γενέθλιά του. Δεν καταλάβαινε γιατί ο πατέρας του είχε κανονίσει με τόσο λεπτομερή λαμπρότητα τον εορτασμό των γενεθλίων του εκείνη τη χρονιά, μα να τον τώρα, πώς περπατούσε κι αυτός - ίδιος εβένινος άγγελος - προς την εκκλησία, σα να πηγαίνει ντυμένος στα παρθενικά, άδολα λευκά για να ξαναβαφτιστεί στην κολυμπήθρα του Αγίου Κωνσταντίνου. 

Ένιωθε το βάρος των εγωιστικών προσδοκιών, το βάρος της θεϊκής ευλογίας που τον έφερε στη ζωή κι έφτασε να γίνει δώδεκα χρονών, κι ενώ ένιωθε όλο αυτό το φορτίο αβάσταχτο για τους νεαρούς του ώμους, εντούτοις, σαν μυρμήγκι που κουβαλάει σπόρο δεκαπλάσιο του μεγέθους του κάτω από το λιοπύρι ενός Αυγουστιατικου πρωινού, βιαζόταν να φτάσει στην εκκλησία, για τους δικούς του λόγους. 

Με όση πειθαρχία, υπακοή και καθωσπρεπισμό κι αν πασπαλιστεί μια νεαρή ψυχή, οι επίκτητες αυτές άμυνες εγκαταλείπονται εύκολα μπροστά στην ευκαιρία - ή δυστυχία - της γλυκιάς χρήσης της καρδιάς και του σώματος. 

(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου