Κεφάλαιο πέμπτο
Μπήκε στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο του πάνω ορόφου, και για μια στιγμή όλα ήταν αμοιβαία: ο Μανωλάκης κοίταζε την Τέτα και η Τέτα κοίταζε τον Μανωλάκη.
Για μια μόνο στιγμή, κι όμως ήταν σα να είχαν εξομοιωθεί μέσα από τη σιωπηλή αυτή γνωριμία. Τους φάνηκε ότι θα μπορούσαν να κοιτάζονται έτσι ως το άλλο πρωί, να έχει ρουφήξει ο ένας το πρόσωπο του άλλου κι ακόμα να κοιτάζονται.
Η Τέτα, μαθημένη στην επαγγελματική χρήση της ανέκφραστης λεπτότητας της γυναικείας κομψότητας - έτσι που τα θέλγητρά της να φαντάζουν στα μάτια των πελατών-θηρευτών θηράματα ακριβοθώρητα, καλά κρυμμένα - χάθηκε παραδομένη, εκείνη τη μια στιγμή, στα μάτια του εφήβου. Το χαμηλό φως της λάμπας στο κομοδίνο δίπλα της, ξέθαβε στις κόρες των ματιών του χρυσές ακτίνες σε φόντο βαθύ πράσινο, και τα μάτια του έλαμπαν στο μισοσκόταδο σαν αναμμένα φαναράκια καταμεσής κάποιου δάσους.
Ο Μανωλάκης, προσπερνώντας το λεπτό παράστημα και τη λευκή σάρκα της ημίγυμνης κοπέλας, είχε βυθιστεί στο ανάλαφρο ρούχο που εκείνη φορούσε: ένα κοντό κομπινεζόν που, όπως ήταν ξαπλωμένη, χυνόταν με λεπτές πτυχές από τους λόφους του στήθους της, σα ρυάκι, έστεκε για λίγο στο βαθούλωμα της κοιλιάς της, για να ξεχυθεί και πάλι ελάχιστα, αναρριχώμενο κι αγκομαχώντας στο λυγισμένο πόδι της.
Το χρώμα του; (Θα πρέπει να ήταν κάποτε) πράσινο κυπαρισσί, μα όχι το πένθιμο των νεκροταφείων, εκείνο το αλλιώτικο κυπαρισσί που έντυνε τον πόθο του και τύλιγε τα όνειρά του. Αλλά αυτό το πράσινο της Τέτας ήταν θαμπό, ξεθωριασμένο, κάπως σκιερό, τριμμένο, πολυκαιρισμένο. Δεν ήταν (πια) το δικό του πράσινο κυπαρισσί των κέδρων και των νεαρών δαφνόφυλλων.
Η Τέτα, έντιμη υπάλληλος και με βλέμμα κοφτερό, που ήξερε να σκίζει σα λεπίδι κάθε σεμνοτυφία ή συστολή στις ψυχές των πρωτάρηδων πελατών της, θυμήθηκε ξαφνικά το ρόλο της και σηκώθηκε χαμογελώντας του γλυκά. Η ράντα του κομπινεζόν της έπεσε απότομα, αφήνοντας να φανεί στο ημίφως η σκιά της ρόδινης αριστερής ρώγας της.
Ο Μανωλάκης, ατάραχος, χαμογέλασε κι αυτός με ανακούφιση. Το πράσινο κυπαρισσί της Μαρίνας του ήταν μοναδικό, το φουστάνι της Μαρίνας του ήταν μοναδικό, η Μαρίνα του ήταν μοναδική!
"Πόσα χρόνια το φοράς αυτό το ρούχο;" τη ρώτησε.
"Δύο", του απάντησε η Τέτα, επίσης ατάραχη κι ανακουφισμένη, αφού δυο χρόνια τώρα είχε αντιμετωπίσει χειρότερους διαλόγους εν ώρα υπηρεσίας, πιο απαιτητικούς και πιο διεστραμμένους.
"Έχεις όμορφα μάτια, Μανωλάκη. Μη στέκεις, έλα να ξαπλώσεις σιμά μου."
Το νεαρό αγόρι κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί της, δίπλα από το κλειστό παράθυρο με τις βαριές βυσσινί κουρτίνες. Η Τέτα, εργατική κι υπομονετική, πλησίασε και γονάτισε μπροστά του. Άπλωσε τα χέρια της ψηλά στους μηρούς του και τον κοίταξε στα μάτια, που τώρα, έτσι όπως έπεφτε πάνω τους το αδύναμο φως από το πλάι, είχαν γίνει και πάλι γρανιτένια, με μικρές σμαραγδένιες φλογίτσες στα βάθη τους.
Αυτό το αγόρι τής άρεσε. Δεν έδειχνε να ντρέπεται, ούτε ακριβώς να μην τη θέλει. Ένιωσε ότι έπρεπε να το κατακτήσει, ήταν μια πρόσκληση που θα ανάσταινε τη νεκρωμένη της αυτοπεποίθηση, συνηθισμένη καθώς ήταν από τους λοιπούς πελάτες της στην ανταλλαγή ανώφελων ικανοποιήσεων ματαιοδοξίας. Τίμιο αλισβερίσι, αλλά λειψό και περαστικό.
Γιατί οι πληρωμένες ηδονές είχαν τόσο πολύ ποδοπατήσει την καρδιά της, που τίποτα πια δεν άνθιζε εκεί. Σαν τους ταξιδιώτες που μπαινοβγαίνουν σε κάποιο σταθμό τρένου, ζαλισμένοι, χωρίς να αφήνουν ποτέ ούτε ένα τόσο δα σημάδι σε κάποιον τοίχο.
Με τον Μανωλάκη ένιωθε να είναι εκείνη ο θηρευτής κι είχε μπροστά της, μέσα στα χέρια της - άρχισε να του ξεκουμπώνει το παντελόνι - ένα μικρό λαγουδάκι, ανυπεράσπιστο μα όχι ολότελα παραδομένο.
Κατέβασε και την άλλη ράντα του κομπινεζόν της, γδύθηκε τελείως. Το δέρμα της απαλό, κατάλευκο, σχεδόν διάφανο. Το κορμί της νεανικό, σφριγηλό, θελκτικό, ανέδιδε μια μυρωδιά λεβάντας. Το άλλοτε φωτεινό πράσινο κυπαρισσί ρούχο της, ένα ζαρωμένο κουβάρι πεταμένο από την ίδια στα πόδια της. Πριν δυο χρόνια μπορεί να έμοιαζε με το φουστάνι της Μαρίνας του. Τώρα, μέσα στη θαμπάδα της σπατάλης του, έμοιαζε με συννεφιασμένο χειμωνιάτικο σύθαμπο.
Ο Μανωλάκης λυπήθηκε. Κοιτούσε αυτό το ταλαιπωρημένο κομμάτι πανί κι αναρωτιόταν ποια τρέλα ή απελπισία είχαν οδηγήσει αυτό το κορίτσι να αρνηθεί τα όνειρά του - γιατί όλοι οι άνθρωποι, κάποτε, πριν αποκρυσταλλωθεί στην ψυχή τους η οικονομική ανάγκη ή η ενηλικίωση ή η ματαιότητα, κάνουν όνειρα - και να κάνει τόσες θυσίες; Να λησμονήσει όλα αυτά που θα μπορούσε να είχε; Ποια ανάγκη ή απογοήτευση είχαν οδηγήσει αυτό το ακόμα κοριτσίστικο κορμί να ταχθεί στην υπηρεσία του βαυκαλήματος της φυσικής ανανδρίας του ισχυρού φύλου;
Έπιασε τα χέρια της σταματώντας τη. Η Τέτα σάστισε απογοητευμένη. Πίστεψε ότι είχε μια ελπίδα, εξάλλου, ήταν μόλις είκοσι χρονών, είχε δικαίωμα έστω και για μια φορά να κερδίσει τον έρωτα κάποιου.
"Δε σου αρέσω, λοιπόν;" τον ρώτησε.
Ο Μανωλάκης κοίταξε το γκρίζο κυπαρισσί κομπινεζόν της Τέτας κι έπειτα χαμογελώντας της και κλείνοντας τα χέρια της στα δικά του:
"Μου αρέσεις πολύ, αλλά αγαπάω άλλη."
Τέλος
----------
Πηγή έμπνευσης:
ΠΡΑΣΙΝΟΜια μαχαιριά στου μήλου τα ψαχνά
Μια πίκρα στο βρακί του φρέσκου αμύγδαλου
Ένα πήδημα νερού μέσα στα πράσα
Και το κορίτσι που δεν μπήκε ακόμη ολάκερο στον έρωτα
Μα κρατάει μες στην ποδιά του ένα στυφό δασάκι φρούτων.
Κορίτσι μου έχω στην καρδιά μια χλόη ανέγγιχτη
Και μια βροχή νιογέννητο τριφύλλι
Μα ο καταρράχτης που δεν χίμηξε είναι πιο βαθιά
Πιο χαμηλά
Και θα χιμήξει σαν θηρίο μέρας στον Απρίλη σου
Όταν αγγίξω την πηγή κι όταν σε φάει ο ήλιος.
Χόρτο στρωτό κρεβάτι
Σπίνου αυτί μελιού αλοιφή ανάσας καλωσόρισμα
Το κύμα της στεριάς είναι κι αυτό μεγάλο
Το άγγιγμα του κορμιού είναι κι αυτό βαθύ
Ο καιρός δεν είναι μάταιος στο γέλιο που σφαδάζει
Από την όρεξη να μπει στο πάθος τ' ουρανού.
Θα μπω απ' την πόρτα που ένα φύλλο σκέτο υπερασπίζεται
Θα μιμηθώ του έφηβου αλόγου τη βραχνάδα
Θα δοκιμάσω τον σπασμό που σ' ανεβάζει ως τ' άστρα!
Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος (1943)
Μπήκε στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο του πάνω ορόφου, και για μια στιγμή όλα ήταν αμοιβαία: ο Μανωλάκης κοίταζε την Τέτα και η Τέτα κοίταζε τον Μανωλάκη.
Για μια μόνο στιγμή, κι όμως ήταν σα να είχαν εξομοιωθεί μέσα από τη σιωπηλή αυτή γνωριμία. Τους φάνηκε ότι θα μπορούσαν να κοιτάζονται έτσι ως το άλλο πρωί, να έχει ρουφήξει ο ένας το πρόσωπο του άλλου κι ακόμα να κοιτάζονται.
Η Τέτα, μαθημένη στην επαγγελματική χρήση της ανέκφραστης λεπτότητας της γυναικείας κομψότητας - έτσι που τα θέλγητρά της να φαντάζουν στα μάτια των πελατών-θηρευτών θηράματα ακριβοθώρητα, καλά κρυμμένα - χάθηκε παραδομένη, εκείνη τη μια στιγμή, στα μάτια του εφήβου. Το χαμηλό φως της λάμπας στο κομοδίνο δίπλα της, ξέθαβε στις κόρες των ματιών του χρυσές ακτίνες σε φόντο βαθύ πράσινο, και τα μάτια του έλαμπαν στο μισοσκόταδο σαν αναμμένα φαναράκια καταμεσής κάποιου δάσους.
Ο Μανωλάκης, προσπερνώντας το λεπτό παράστημα και τη λευκή σάρκα της ημίγυμνης κοπέλας, είχε βυθιστεί στο ανάλαφρο ρούχο που εκείνη φορούσε: ένα κοντό κομπινεζόν που, όπως ήταν ξαπλωμένη, χυνόταν με λεπτές πτυχές από τους λόφους του στήθους της, σα ρυάκι, έστεκε για λίγο στο βαθούλωμα της κοιλιάς της, για να ξεχυθεί και πάλι ελάχιστα, αναρριχώμενο κι αγκομαχώντας στο λυγισμένο πόδι της.
Το χρώμα του; (Θα πρέπει να ήταν κάποτε) πράσινο κυπαρισσί, μα όχι το πένθιμο των νεκροταφείων, εκείνο το αλλιώτικο κυπαρισσί που έντυνε τον πόθο του και τύλιγε τα όνειρά του. Αλλά αυτό το πράσινο της Τέτας ήταν θαμπό, ξεθωριασμένο, κάπως σκιερό, τριμμένο, πολυκαιρισμένο. Δεν ήταν (πια) το δικό του πράσινο κυπαρισσί των κέδρων και των νεαρών δαφνόφυλλων.
Η Τέτα, έντιμη υπάλληλος και με βλέμμα κοφτερό, που ήξερε να σκίζει σα λεπίδι κάθε σεμνοτυφία ή συστολή στις ψυχές των πρωτάρηδων πελατών της, θυμήθηκε ξαφνικά το ρόλο της και σηκώθηκε χαμογελώντας του γλυκά. Η ράντα του κομπινεζόν της έπεσε απότομα, αφήνοντας να φανεί στο ημίφως η σκιά της ρόδινης αριστερής ρώγας της.
Ο Μανωλάκης, ατάραχος, χαμογέλασε κι αυτός με ανακούφιση. Το πράσινο κυπαρισσί της Μαρίνας του ήταν μοναδικό, το φουστάνι της Μαρίνας του ήταν μοναδικό, η Μαρίνα του ήταν μοναδική!
"Πόσα χρόνια το φοράς αυτό το ρούχο;" τη ρώτησε.
"Δύο", του απάντησε η Τέτα, επίσης ατάραχη κι ανακουφισμένη, αφού δυο χρόνια τώρα είχε αντιμετωπίσει χειρότερους διαλόγους εν ώρα υπηρεσίας, πιο απαιτητικούς και πιο διεστραμμένους.
"Έχεις όμορφα μάτια, Μανωλάκη. Μη στέκεις, έλα να ξαπλώσεις σιμά μου."
Το νεαρό αγόρι κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί της, δίπλα από το κλειστό παράθυρο με τις βαριές βυσσινί κουρτίνες. Η Τέτα, εργατική κι υπομονετική, πλησίασε και γονάτισε μπροστά του. Άπλωσε τα χέρια της ψηλά στους μηρούς του και τον κοίταξε στα μάτια, που τώρα, έτσι όπως έπεφτε πάνω τους το αδύναμο φως από το πλάι, είχαν γίνει και πάλι γρανιτένια, με μικρές σμαραγδένιες φλογίτσες στα βάθη τους.
Αυτό το αγόρι τής άρεσε. Δεν έδειχνε να ντρέπεται, ούτε ακριβώς να μην τη θέλει. Ένιωσε ότι έπρεπε να το κατακτήσει, ήταν μια πρόσκληση που θα ανάσταινε τη νεκρωμένη της αυτοπεποίθηση, συνηθισμένη καθώς ήταν από τους λοιπούς πελάτες της στην ανταλλαγή ανώφελων ικανοποιήσεων ματαιοδοξίας. Τίμιο αλισβερίσι, αλλά λειψό και περαστικό.
Γιατί οι πληρωμένες ηδονές είχαν τόσο πολύ ποδοπατήσει την καρδιά της, που τίποτα πια δεν άνθιζε εκεί. Σαν τους ταξιδιώτες που μπαινοβγαίνουν σε κάποιο σταθμό τρένου, ζαλισμένοι, χωρίς να αφήνουν ποτέ ούτε ένα τόσο δα σημάδι σε κάποιον τοίχο.
Με τον Μανωλάκη ένιωθε να είναι εκείνη ο θηρευτής κι είχε μπροστά της, μέσα στα χέρια της - άρχισε να του ξεκουμπώνει το παντελόνι - ένα μικρό λαγουδάκι, ανυπεράσπιστο μα όχι ολότελα παραδομένο.
Κατέβασε και την άλλη ράντα του κομπινεζόν της, γδύθηκε τελείως. Το δέρμα της απαλό, κατάλευκο, σχεδόν διάφανο. Το κορμί της νεανικό, σφριγηλό, θελκτικό, ανέδιδε μια μυρωδιά λεβάντας. Το άλλοτε φωτεινό πράσινο κυπαρισσί ρούχο της, ένα ζαρωμένο κουβάρι πεταμένο από την ίδια στα πόδια της. Πριν δυο χρόνια μπορεί να έμοιαζε με το φουστάνι της Μαρίνας του. Τώρα, μέσα στη θαμπάδα της σπατάλης του, έμοιαζε με συννεφιασμένο χειμωνιάτικο σύθαμπο.
Ο Μανωλάκης λυπήθηκε. Κοιτούσε αυτό το ταλαιπωρημένο κομμάτι πανί κι αναρωτιόταν ποια τρέλα ή απελπισία είχαν οδηγήσει αυτό το κορίτσι να αρνηθεί τα όνειρά του - γιατί όλοι οι άνθρωποι, κάποτε, πριν αποκρυσταλλωθεί στην ψυχή τους η οικονομική ανάγκη ή η ενηλικίωση ή η ματαιότητα, κάνουν όνειρα - και να κάνει τόσες θυσίες; Να λησμονήσει όλα αυτά που θα μπορούσε να είχε; Ποια ανάγκη ή απογοήτευση είχαν οδηγήσει αυτό το ακόμα κοριτσίστικο κορμί να ταχθεί στην υπηρεσία του βαυκαλήματος της φυσικής ανανδρίας του ισχυρού φύλου;
Έπιασε τα χέρια της σταματώντας τη. Η Τέτα σάστισε απογοητευμένη. Πίστεψε ότι είχε μια ελπίδα, εξάλλου, ήταν μόλις είκοσι χρονών, είχε δικαίωμα έστω και για μια φορά να κερδίσει τον έρωτα κάποιου.
"Δε σου αρέσω, λοιπόν;" τον ρώτησε.
Ο Μανωλάκης κοίταξε το γκρίζο κυπαρισσί κομπινεζόν της Τέτας κι έπειτα χαμογελώντας της και κλείνοντας τα χέρια της στα δικά του:
"Μου αρέσεις πολύ, αλλά αγαπάω άλλη."
Τέλος
----------
Πηγή έμπνευσης:
ΠΡΑΣΙΝΟΜια μαχαιριά στου μήλου τα ψαχνά
Μια πίκρα στο βρακί του φρέσκου αμύγδαλου
Ένα πήδημα νερού μέσα στα πράσα
Και το κορίτσι που δεν μπήκε ακόμη ολάκερο στον έρωτα
Μα κρατάει μες στην ποδιά του ένα στυφό δασάκι φρούτων.
Κορίτσι μου έχω στην καρδιά μια χλόη ανέγγιχτη
Και μια βροχή νιογέννητο τριφύλλι
Μα ο καταρράχτης που δεν χίμηξε είναι πιο βαθιά
Πιο χαμηλά
Και θα χιμήξει σαν θηρίο μέρας στον Απρίλη σου
Όταν αγγίξω την πηγή κι όταν σε φάει ο ήλιος.
Χόρτο στρωτό κρεβάτι
Σπίνου αυτί μελιού αλοιφή ανάσας καλωσόρισμα
Το κύμα της στεριάς είναι κι αυτό μεγάλο
Το άγγιγμα του κορμιού είναι κι αυτό βαθύ
Ο καιρός δεν είναι μάταιος στο γέλιο που σφαδάζει
Από την όρεξη να μπει στο πάθος τ' ουρανού.
Θα μπω απ' την πόρτα που ένα φύλλο σκέτο υπερασπίζεται
Θα μιμηθώ του έφηβου αλόγου τη βραχνάδα
Θα δοκιμάσω τον σπασμό που σ' ανεβάζει ως τ' άστρα!
Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος (1943)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου