Κεφάλαιο δεύτερο
Το Μαρινάκι στεκόταν στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου με τους γονείς και τον μικρότερο αδερφό της.
Φορούσε το καλό της πράσινο φουστάνι.
Τον αγαπούσε, λοιπόν!
Άστραψαν τα μάτια του Μανωλάκη στη σκέψη αυτή, φωτίστηκε το πρόσωπό του σαν την είδε - μα πού το είχε βρει αυτό το πράσινο και το είχε κάνει φουστάνι, αλήθεια;! - τέτοιο πράσινο δεν είχαν ξαναδεί τα μάτια του.
Εχθές το βράδυ, που έπαιζαν στα χαλάσματα πιο κάτω από το σπίτι της, της είχε ζητήσει δειλά δειλά να φορέσει το επόμενο πρωί στην εκκλησία αυτό το πράσινο φουστάνι.
"Και γιατί να το κάνω;" τον είχε ρωτήσει το Μαρινάκι.
"Γιατί ταιριάζει με τα μάτια μου. Και στα μάτια μου ταιριάζει να σε κοιτούν." Της απάντησε ο Μανωλάκης.
Και να την τώρα, μπροστά του, να προσπαθεί να κρατήσει τον αδερφό της ήσυχο δίπλα της, λεπτοκαμωμένη, με τη ζώνη του φουστανιού να σφίγγει αξιοζήλευτα τη μεσούλα της, κι από πάνω, σα δυο μάτια σφαλιστά, καρφωμένα πάνω του, άγουρα μικρά λεμονάκια τα στηθάκια της.
Μα ας επιστρέψουμε στο φουστάνι.
Πρώτη φορά την είδε με αυτό ο Μανωλάκης στη δεξίωση της Πρωτοχρονιάς στο σπίτι της, λίγους μήνες πριν. Γυρόφερνε το Μαρινάκι βοηθώντας στο σερβίρισμα των καλεσμένων κι ανέμιζε το πράσινο φουστάνι της αέρινο, σκούρο κυπαρισσί, μα όχι τόσο κυπαρισσί όσο να γεμίζει η ψυχή σου πνιγμένους, απρόκλητους λυγμούς, όπως όταν με δέος αντικρύζεις τα ψηλά αυτά δέντρα φυτεμένα ανάμεσα στα μνήματα - που όμως τι φταίνε κι αυτά τα έρμα τα δέντρα; Αυτή είναι η δουλειά τους, να μας θυμίζουν την ελαχιστότητά μας και να μας υπόσχονται με το επιβλητικό ύψος τους τη βασιλεία των ουρανών.
Γυρόφερνε, λοιπόν, το Μαρινάκι ανύποπτο κι ανυπόκριτο στη μεγάλη σάλα του σπιτιού της εκείνο το βράδυ. Και τα γκριζοπράσινα, τα χρυσογρανιτένια με εκείνους τους εκθαμβωτικούς σμαραγδένιους κόκκους στα βάθη τους, μάτια του Μανωλάκη, δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από εκείνο το πράσινο φουστάνι.
Ήταν ένα πράσινο βαθύ και λαμπερό, σαν ανοιξιάτικος βλαστός κέδρου, σαν ένα δάσος από πρωτόφυτες μπουμπουκιασμένες δάφνες - μα πού το είχε βρει, στ' αλήθεια, αυτό το πράσινο και το είχε κάνει φουστάνι;!
Καθρεφτιζόταν όλο το βράδυ το αινιγματικό πράσινο της Μαρίνας σε όλων των λογιών τα πράσινα των ματιών του Μανώλη, έτσι που τέτοια εικόνα ούτε στα όνειρα δεν εδέησε να του δοθεί.
Με το Μαρινάκι γνωρίζονταν χρόνια μεγάλωσαν σχεδόν μαζί, στην ίδια γειτονιά. Δεν ήταν όμορφο κορίτσι, κι άσχημο, όμως, δεν το έλεγες. Τα μαλλιά της φούσκωναν σε χειμαρρώδεις καστανές μπούκλες και τα μαύρα μάτια της, σκοτεινές φλογίτσες πάνω στο λευκό προσωπάκι της.
Εκείνο το βράδυ της δεξίωσης ο Μανωλάκης δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του. Περίμενε πότε θα φύγει τρεχάτο το Μαρινάκι με τον δίσκο άδειο και θα στρίψει κατά την κουζίνα για να τον φέρει πίσω γεμάτο, κι αδημονούσε προσμένοντας τη στιγμή που σε ένα βιαστικό - σχεδόν χορευτικό - βήμα της, θα ακολουθούσε και το πράσινο φουστάνι τον ξέφρενο ρυθμό της αποκαλύπτοντας σε όλη του την έκταση - ως ψηλά στο μηρό - το φανταχτερό σχέδιο στις δαντελένιες κάλτσες της.
Ακολούθησαν τρεις μήνες στενότερης παρέας, στην αλάνα με τα υπόλοιπα γειτονόπουλα, και στα χαλάσματα οι δυο τους.
Οι ώρες του πρωινού, όμως, ήταν για τον Μανωλάκη ατελείωτες. Το Μαρινάκι πήγαινε στο Γυμνάσιο θηλέων, εκείνος στην ίδια τάξη, αλλά στο αρρένων. Ήταν, βλέπετε, ακόμα τα χρόνια εκείνα που οι άνθρωποι απεύχονταν τον συγχρωτισμό αγοριών και κοριτσιών, για να τα γλιτώσουν τα άμοιρα τα ανήλικα από το μοιραίο, από το σκάνδαλο, από αυτήν την αρρώστια που - και καλά να γίνεις- αφήνει κουσούρια, από τον έρωτα.
Μα αλίμονο!
Ποιος άνθρωπος μπορεί να γλιτώσει από έναν τέτοιο θάνατο;
Καρτερούσε, λοιπόν, ο Μανωλάκης τα μεσημέρια στο σταυροδρόμι της γειτονιάς να σχολάσει το Μαρινάκι, να τη δει να περνάει με τις υπόλοιπες κοπέλες της γειτονιάς. Και του έφτανε μόνο να την κοιτάει, και να μετράει τις ώρες μέχρι να σουρουπώσει, με την ελπίδα να την αφήσει ο πατέρας της να βγει στην αλάνα, με την άλλη, την πιο δεητική ελπίδα να περάσει λίγα λεπτά μόνος μαζί της στα χαλάσματα.
Τίποτε άλλο δε ζητούσε, μόνο να την κοιτάει και να ελπίζει να τη δει. Και του αρκούσε εκείνη να ξέρει πως η νεαρή ζωή του πια δεν είχε άλλο σκοπό, κι η δική της δεν είχε πια άλλο πέρασμα παρά μόνο μέσα από το χαλκοπράσινο βλέμμα του.
Και κάθε φορά που τη συναντούσε στα χαλάσματα, κρατούσε κάτι για να της δωρίσει: γυάλινους βόλους, κουτάκια τσίγκινα, καθρεφτάκια, κορδέλες για τα μαλλιά της, χτενάκια, φουρκέτες.
"Για να μην κυκλοφορείς σαν αφιονισμένη με όλη αυτή την αφάνα στο κεφάλι σου", της έλεγε για να την πειράξει.
Μα από μέσα του ευχόταν να του έμπηγε τις φουρκέτες και τα χτενάκια στα μάτια παρά στην καρδιά.
Κι ό,τι κι αν φορούσε το Μαρινάκι από το βράδυ εκείνο της Πρωτοχρονιάς και μετά - ακόμα κι όταν έφτανε στην αλάνα με το ζακετάκι της λασπωμένο επειδή βοηθούσε τη μάνα της στον κήπο - τα μάτια του Μανωλάκη άστραφταν χρυσοπράσινα σα να ατένιζε εκείνο το πράσινο φουστάνι να πλέει στον αφρό της θάλασσας και να χάνεται στον ορίζοντα, σκεπάζοντας το ηλιοβασίλεμα με τα καταπράσινα άγουρα λεμονάκια του στήθους της.
Φυσικό ήταν λοιπόν - για να επιστρέψουμε στο κυριακάτικο πρωινό και στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου - να προσπαθήσει ο Μανωλάκης να αφήσει το χέρι του Χριστόδουλου για να φτάσει κοντά στο Μαρινάκι. Θα μπορούσαν να σταθούν για μια στιγμή οικογενειακώς, να καλημερίσουν τους γονείς της, ήταν εξάλλου γείτονες και φίλοι.
Ο Χριστόδουλος, όμως, αισθανόμενος το χέρι του γιου του να προσπαθεί να πεταρίσει σα νεογνό χελιδόνι, το έσφιξε ακόμα περισσότερο κρατώντας τον δίπλα του, οδηγώντας τους δυο τους και την ιέρεια συνοδό Λουκία κατευθείαν εντός του ναού και χαιρετώντας εγκάρδια, αλλά από την πρέπουσα απόσταση, την οικογένεια της Μαρίνας.
Κι είχε κι ο Χριστόδουλος - που όλα τα γνώριζε κι όλα τα μυριζόταν - τους δικούς του λόγους για να μην επιθυμεί να χαιρετήσει δημόσια και κατ' ιδίαν τους γονείς της Μαρίνας.
(Συνεχίζεται...)
Φορούσε το καλό της πράσινο φουστάνι.
Τον αγαπούσε, λοιπόν!
Άστραψαν τα μάτια του Μανωλάκη στη σκέψη αυτή, φωτίστηκε το πρόσωπό του σαν την είδε - μα πού το είχε βρει αυτό το πράσινο και το είχε κάνει φουστάνι, αλήθεια;! - τέτοιο πράσινο δεν είχαν ξαναδεί τα μάτια του.
Εχθές το βράδυ, που έπαιζαν στα χαλάσματα πιο κάτω από το σπίτι της, της είχε ζητήσει δειλά δειλά να φορέσει το επόμενο πρωί στην εκκλησία αυτό το πράσινο φουστάνι.
"Και γιατί να το κάνω;" τον είχε ρωτήσει το Μαρινάκι.
"Γιατί ταιριάζει με τα μάτια μου. Και στα μάτια μου ταιριάζει να σε κοιτούν." Της απάντησε ο Μανωλάκης.
Και να την τώρα, μπροστά του, να προσπαθεί να κρατήσει τον αδερφό της ήσυχο δίπλα της, λεπτοκαμωμένη, με τη ζώνη του φουστανιού να σφίγγει αξιοζήλευτα τη μεσούλα της, κι από πάνω, σα δυο μάτια σφαλιστά, καρφωμένα πάνω του, άγουρα μικρά λεμονάκια τα στηθάκια της.
Μα ας επιστρέψουμε στο φουστάνι.
Πρώτη φορά την είδε με αυτό ο Μανωλάκης στη δεξίωση της Πρωτοχρονιάς στο σπίτι της, λίγους μήνες πριν. Γυρόφερνε το Μαρινάκι βοηθώντας στο σερβίρισμα των καλεσμένων κι ανέμιζε το πράσινο φουστάνι της αέρινο, σκούρο κυπαρισσί, μα όχι τόσο κυπαρισσί όσο να γεμίζει η ψυχή σου πνιγμένους, απρόκλητους λυγμούς, όπως όταν με δέος αντικρύζεις τα ψηλά αυτά δέντρα φυτεμένα ανάμεσα στα μνήματα - που όμως τι φταίνε κι αυτά τα έρμα τα δέντρα; Αυτή είναι η δουλειά τους, να μας θυμίζουν την ελαχιστότητά μας και να μας υπόσχονται με το επιβλητικό ύψος τους τη βασιλεία των ουρανών.
Γυρόφερνε, λοιπόν, το Μαρινάκι ανύποπτο κι ανυπόκριτο στη μεγάλη σάλα του σπιτιού της εκείνο το βράδυ. Και τα γκριζοπράσινα, τα χρυσογρανιτένια με εκείνους τους εκθαμβωτικούς σμαραγδένιους κόκκους στα βάθη τους, μάτια του Μανωλάκη, δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από εκείνο το πράσινο φουστάνι.
Ήταν ένα πράσινο βαθύ και λαμπερό, σαν ανοιξιάτικος βλαστός κέδρου, σαν ένα δάσος από πρωτόφυτες μπουμπουκιασμένες δάφνες - μα πού το είχε βρει, στ' αλήθεια, αυτό το πράσινο και το είχε κάνει φουστάνι;!
Καθρεφτιζόταν όλο το βράδυ το αινιγματικό πράσινο της Μαρίνας σε όλων των λογιών τα πράσινα των ματιών του Μανώλη, έτσι που τέτοια εικόνα ούτε στα όνειρα δεν εδέησε να του δοθεί.
Με το Μαρινάκι γνωρίζονταν χρόνια μεγάλωσαν σχεδόν μαζί, στην ίδια γειτονιά. Δεν ήταν όμορφο κορίτσι, κι άσχημο, όμως, δεν το έλεγες. Τα μαλλιά της φούσκωναν σε χειμαρρώδεις καστανές μπούκλες και τα μαύρα μάτια της, σκοτεινές φλογίτσες πάνω στο λευκό προσωπάκι της.
Εκείνο το βράδυ της δεξίωσης ο Μανωλάκης δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του. Περίμενε πότε θα φύγει τρεχάτο το Μαρινάκι με τον δίσκο άδειο και θα στρίψει κατά την κουζίνα για να τον φέρει πίσω γεμάτο, κι αδημονούσε προσμένοντας τη στιγμή που σε ένα βιαστικό - σχεδόν χορευτικό - βήμα της, θα ακολουθούσε και το πράσινο φουστάνι τον ξέφρενο ρυθμό της αποκαλύπτοντας σε όλη του την έκταση - ως ψηλά στο μηρό - το φανταχτερό σχέδιο στις δαντελένιες κάλτσες της.
Ακολούθησαν τρεις μήνες στενότερης παρέας, στην αλάνα με τα υπόλοιπα γειτονόπουλα, και στα χαλάσματα οι δυο τους.
Οι ώρες του πρωινού, όμως, ήταν για τον Μανωλάκη ατελείωτες. Το Μαρινάκι πήγαινε στο Γυμνάσιο θηλέων, εκείνος στην ίδια τάξη, αλλά στο αρρένων. Ήταν, βλέπετε, ακόμα τα χρόνια εκείνα που οι άνθρωποι απεύχονταν τον συγχρωτισμό αγοριών και κοριτσιών, για να τα γλιτώσουν τα άμοιρα τα ανήλικα από το μοιραίο, από το σκάνδαλο, από αυτήν την αρρώστια που - και καλά να γίνεις- αφήνει κουσούρια, από τον έρωτα.
Μα αλίμονο!
Ποιος άνθρωπος μπορεί να γλιτώσει από έναν τέτοιο θάνατο;
Καρτερούσε, λοιπόν, ο Μανωλάκης τα μεσημέρια στο σταυροδρόμι της γειτονιάς να σχολάσει το Μαρινάκι, να τη δει να περνάει με τις υπόλοιπες κοπέλες της γειτονιάς. Και του έφτανε μόνο να την κοιτάει, και να μετράει τις ώρες μέχρι να σουρουπώσει, με την ελπίδα να την αφήσει ο πατέρας της να βγει στην αλάνα, με την άλλη, την πιο δεητική ελπίδα να περάσει λίγα λεπτά μόνος μαζί της στα χαλάσματα.
Τίποτε άλλο δε ζητούσε, μόνο να την κοιτάει και να ελπίζει να τη δει. Και του αρκούσε εκείνη να ξέρει πως η νεαρή ζωή του πια δεν είχε άλλο σκοπό, κι η δική της δεν είχε πια άλλο πέρασμα παρά μόνο μέσα από το χαλκοπράσινο βλέμμα του.
Και κάθε φορά που τη συναντούσε στα χαλάσματα, κρατούσε κάτι για να της δωρίσει: γυάλινους βόλους, κουτάκια τσίγκινα, καθρεφτάκια, κορδέλες για τα μαλλιά της, χτενάκια, φουρκέτες.
"Για να μην κυκλοφορείς σαν αφιονισμένη με όλη αυτή την αφάνα στο κεφάλι σου", της έλεγε για να την πειράξει.
Μα από μέσα του ευχόταν να του έμπηγε τις φουρκέτες και τα χτενάκια στα μάτια παρά στην καρδιά.
Κι ό,τι κι αν φορούσε το Μαρινάκι από το βράδυ εκείνο της Πρωτοχρονιάς και μετά - ακόμα κι όταν έφτανε στην αλάνα με το ζακετάκι της λασπωμένο επειδή βοηθούσε τη μάνα της στον κήπο - τα μάτια του Μανωλάκη άστραφταν χρυσοπράσινα σα να ατένιζε εκείνο το πράσινο φουστάνι να πλέει στον αφρό της θάλασσας και να χάνεται στον ορίζοντα, σκεπάζοντας το ηλιοβασίλεμα με τα καταπράσινα άγουρα λεμονάκια του στήθους της.
Φυσικό ήταν λοιπόν - για να επιστρέψουμε στο κυριακάτικο πρωινό και στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου - να προσπαθήσει ο Μανωλάκης να αφήσει το χέρι του Χριστόδουλου για να φτάσει κοντά στο Μαρινάκι. Θα μπορούσαν να σταθούν για μια στιγμή οικογενειακώς, να καλημερίσουν τους γονείς της, ήταν εξάλλου γείτονες και φίλοι.
Ο Χριστόδουλος, όμως, αισθανόμενος το χέρι του γιου του να προσπαθεί να πεταρίσει σα νεογνό χελιδόνι, το έσφιξε ακόμα περισσότερο κρατώντας τον δίπλα του, οδηγώντας τους δυο τους και την ιέρεια συνοδό Λουκία κατευθείαν εντός του ναού και χαιρετώντας εγκάρδια, αλλά από την πρέπουσα απόσταση, την οικογένεια της Μαρίνας.
Κι είχε κι ο Χριστόδουλος - που όλα τα γνώριζε κι όλα τα μυριζόταν - τους δικούς του λόγους για να μην επιθυμεί να χαιρετήσει δημόσια και κατ' ιδίαν τους γονείς της Μαρίνας.
(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου