Ο ρημαγμένος πύργος
Το σχοινί της καμπάνας που συλλέγει τον Θεό την αυγή
μ' αποτελειώνει σαν να είχα σημάνει την ανάκρουση
μιας ξοδεμένης μέρας - στη χλόη του καθεδρικού περιπλάνηση
από τον λάκκο στο σταυρό, πόδια ψυχρά σε ίχνη από την κόλαση.
Δεν έχεις ακούσει, δεν έχεις δει τι στρατιές
σκιών μέσα στον πύργο, που οι ώμοι τους κινούν
τ' αντίφωνα των καμπανών πριν τ' άστρα εγκλωβιστούν
στου ήλιου την αχτίδα φωλιασμένα;
Οι καμπάνες, λέω, τον πύργο τους ρημάζουν
ηχώντας κι εγώ δεν ξέρω από πού. Οι γλώσσες τους χαράζουν μεμβράνη ως το μεδούλι, μια απλωμένη ουλή
ραγισμένων παύσεων...Κι εγώ σκλάβος νεωκόρος τους!
Οβάλ διατάγματα σε φαράγγια σωρός
στο υψηλό αδιέξοδο εν χορώ.
Στοιβαγμένες φωνές νεκρών!
Παγόδες, κωδωνοστάσια μ' εγερτήρια ξεπηδούν -
Ω στη σειρά αντίλαλοι στην κοιλάδα πρηνηδόν!...
Κι έτσι μπήκα στον ραγισμένο κόσμο
να ιχνηλατήσω την ενορατική συντροφιά της αγάπης, η φωνή της
στιγμή στον άνεμο (δεν ξέρω προς τα πού εκτοξευμένη)
μα δεν διαρκεί να στηρίξει κάθε απελπισμένη επιλογή.
Προσέφερα τον λόγο μου. Μα να 'ταν σχετικός, φτιαγμένος από εκείνον τον μονάρχη κριτή του αιθέρα
που ο μηρός του επιχαλκώνει τη γη, σημαίνοντας καθάριο Λόγο
σε πληγές στην ελπίδα κάποτε υποσχεμένες, - στην απελπισία κομματιασμένες;
Οι απότομες παραβιάσεις του αίματός μου μ' εγκατέλειψαν χωρίς απάντηση (θα μπορούσε το αίμα να στηρίξει τέτοιο πύργο
υψηλό
καθώς τίθεται ένα ερώτημα αληθινό;) - ή μήπως είναι εκείνη που η γλυκιά θνητότητά της αναμειγνύει λανθάνουσα δύναμη; -
Και που μέσα απ' τον λαιμό της ακούω, μετρώντας τους χτύπους
τις φλέβες μου ν' ανακαλούν και να προσθέτουν, ανανεωμένο και σίγουρο
τον άγγελο των πολέμων που το στήθος μου θυμάται:
αυτόν που τον κρατώ τώρα γιατρεμένο, αυθεντικό, κι αγνό...
Και χτίζει, μέσα της, έναν πύργο που δεν είναι από πέτρα
(πέτρα δεν καλύπτει τα ουράνια) - αλλά γλίστρημα
βοτσάλων, - ορατά φτερά σιωπής σπαρμένα σε γαλάζιους δακτυλίους, που πέφτοντας απλώνουν
το καλούπι της καρδιάς, κλείνει το μάτι
καθαγιάζει την ήρεμη λίμνη ανυψώνοντας έναν πύργο...
Η απλόχωρη, υψηλή ευγένεια εκείνου τ' ουρανού
αποκαλύπτει το έδαφός της, κι υψώνει την αγάπη στην καταιγίδα της.
Hart Crane
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
"Εγχειρίδιο αυτοχειρίας", εκδ. Γαβριηλίδης (2019)
Το σχοινί της καμπάνας που συλλέγει τον Θεό την αυγή
μ' αποτελειώνει σαν να είχα σημάνει την ανάκρουση
μιας ξοδεμένης μέρας - στη χλόη του καθεδρικού περιπλάνηση
από τον λάκκο στο σταυρό, πόδια ψυχρά σε ίχνη από την κόλαση.
Δεν έχεις ακούσει, δεν έχεις δει τι στρατιές
σκιών μέσα στον πύργο, που οι ώμοι τους κινούν
τ' αντίφωνα των καμπανών πριν τ' άστρα εγκλωβιστούν
στου ήλιου την αχτίδα φωλιασμένα;
Οι καμπάνες, λέω, τον πύργο τους ρημάζουν
ηχώντας κι εγώ δεν ξέρω από πού. Οι γλώσσες τους χαράζουν μεμβράνη ως το μεδούλι, μια απλωμένη ουλή
ραγισμένων παύσεων...Κι εγώ σκλάβος νεωκόρος τους!
Οβάλ διατάγματα σε φαράγγια σωρός
στο υψηλό αδιέξοδο εν χορώ.
Στοιβαγμένες φωνές νεκρών!
Παγόδες, κωδωνοστάσια μ' εγερτήρια ξεπηδούν -
Ω στη σειρά αντίλαλοι στην κοιλάδα πρηνηδόν!...
Κι έτσι μπήκα στον ραγισμένο κόσμο
να ιχνηλατήσω την ενορατική συντροφιά της αγάπης, η φωνή της
στιγμή στον άνεμο (δεν ξέρω προς τα πού εκτοξευμένη)
μα δεν διαρκεί να στηρίξει κάθε απελπισμένη επιλογή.
Προσέφερα τον λόγο μου. Μα να 'ταν σχετικός, φτιαγμένος από εκείνον τον μονάρχη κριτή του αιθέρα
που ο μηρός του επιχαλκώνει τη γη, σημαίνοντας καθάριο Λόγο
σε πληγές στην ελπίδα κάποτε υποσχεμένες, - στην απελπισία κομματιασμένες;
Οι απότομες παραβιάσεις του αίματός μου μ' εγκατέλειψαν χωρίς απάντηση (θα μπορούσε το αίμα να στηρίξει τέτοιο πύργο
υψηλό
καθώς τίθεται ένα ερώτημα αληθινό;) - ή μήπως είναι εκείνη που η γλυκιά θνητότητά της αναμειγνύει λανθάνουσα δύναμη; -
Και που μέσα απ' τον λαιμό της ακούω, μετρώντας τους χτύπους
τις φλέβες μου ν' ανακαλούν και να προσθέτουν, ανανεωμένο και σίγουρο
τον άγγελο των πολέμων που το στήθος μου θυμάται:
αυτόν που τον κρατώ τώρα γιατρεμένο, αυθεντικό, κι αγνό...
Και χτίζει, μέσα της, έναν πύργο που δεν είναι από πέτρα
(πέτρα δεν καλύπτει τα ουράνια) - αλλά γλίστρημα
βοτσάλων, - ορατά φτερά σιωπής σπαρμένα σε γαλάζιους δακτυλίους, που πέφτοντας απλώνουν
το καλούπι της καρδιάς, κλείνει το μάτι
καθαγιάζει την ήρεμη λίμνη ανυψώνοντας έναν πύργο...
Η απλόχωρη, υψηλή ευγένεια εκείνου τ' ουρανού
αποκαλύπτει το έδαφός της, κι υψώνει την αγάπη στην καταιγίδα της.
Hart Crane
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
"Εγχειρίδιο αυτοχειρίας", εκδ. Γαβριηλίδης (2019)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου