Κεφάλαιο τέταρτο
"Ο καθένας μας έχει μια μυστική περιουσία από ξεχασμένες ταπεινώσεις"*
Κι η μυστική αυτή περιουσία του Χριστόδουλου ήταν η μόνη ιδιοκτησία του που δεν ήθελε να κληροδοτήσει στον Μανωλάκη.
Το βραδινό ραντεβού με τα κορίτσια της μαντάμ Ζέτας το έμαθε τόσο ο Μανωλάκης όσο και η μητέρα του κυριολεκτικά τελευταία στιγμή, δηλαδή μετά το μεσημεριανό τους γεύμα.
Ο Χριστόδουλος, χωμένος μέχρι τα μπούνια στα εμπόρια από όταν θυμόταν τον εαυτό του, δε θα ρίσκαρε να χάσει χρόνο και να σπαταλήσει πολλές κουβέντες προσπαθώντας να κάμψει τις συναισθηματικές, δειλές αντιρρήσεις τόσο της Λουκίας όσο και του γιου του.
Ο εγωισμός του, αφού στήθηκε με θεμέλια γερά σε εκείνον τον εφηβικό εξευτελισμό του, είχε έρθει η ώρα να επεκταθεί - ως άλλος γαιοκτήμονας - και στα υπόλοιπα "κτήματά" του.
Η Λουκία, ευαίσθητη - και με το παραπάνω λόγω των ατυχιών που προηγήθηκαν της γέννησης του Μανωλάκη - λιγομίλητη πάντα, σχεδόν αόρατη, σιωπηλά ευγνώμων για τη ζωή που της εξασφάλιζε ο άνδρας της, διαφέντευε με μια νωθρότητα γαλήνια τα του νοικοκυριού. Και έως εκεί.
Κι αφού δεν αναζήτησε ποτέ - ούτε καν σαν υποψία, ούτε σε όνειρο, ούτε σαν φευγαλέα σκέψη που δεν τη συνειδητοποιείς παρά μετά από καιρό σε χρόνο ανύποπτο - έναν άνθρωπο να χάνει στάλα στάλα την ψυχή της στα μάτια του, έναν άνθρωπο που θα μπαινόβγαινε αβίαστα στο μυαλό του κι εκείνος στο δικό της, έμαθε με τα χρόνια να βλέπει τα πράγματα μέσα από τα μάτια του Χριστόδουλου. (Ίσως, μία από τις τραγωδίες του έγγαμου βίου).
Και να συμφωνεί, ή τουλάχιστον να διατηρεί την αριστοκρατική, ευγνώμονα σιωπή της, ακόμα κι αν - όπως τώρα που έβλεπε το μοναχοπαίδι της να κοκκινίζει με το κεφάλι χαμηλωμένο - αισθανόταν το αταίριαστο και το ανώφελο του πράγματος.
Ο Μανωλάκης είχε, φυσικά, τις αντιρρήσεις του και τις εξέφρασε με τη σεμνότητα και την ευγλωττία που τον χαρακτήριζαν. Ο πατέρας του προσπάθησε να τον καθησυχάσει και να τον δυναμώσει με κάθε είδους λόγια. Κι η μητέρα του, πίστη ιέρεια, σύμμαχος και τυφλός υποστηρικτής του συζύγου της, επαναλάμβανε τα λόγια του τελευταίου - ελαφρώς αλλαγμένα - και διανθίζοντάς τα με χάδια συγκρατημένα, για να ταιριάζουν στην επικείμενη άνδρωση του γιου της. Χάδια λεπτά, προσεκτικά μελετημένα, χειρουργικά, για να ανακουφίσουν τον πάσχοντα.
Το ισόγειο του σπιτιού της μαντάμ Ζέτας ήταν - για τις ανάγκες της σκηνοθεσίας, δηλαδή για να ανοίγει η όρεξη των πελατών - υποφωτισμένο και γεμάτο κόσμο.
Άνδρες, που στα βλέμματά τους - ακόμα και στον τρόπο που έβαζαν το χέρι στην τσέπη του σακακιού τους - έπλεε η κτηνώδης ικανοποίηση της κυριαρχίας σε πράγματα εύκολα, σχεδόν φτηνά. Στα ξελιγωμένα, επίτηδες σοβαροφανή και υπεροπτικά χαμόγελά τους καθρεφτιζόταν όλη η ματαιότητα της ικανοποίησης της ματαιοδοξίας τους με τη συντροφιά των υπαλλήλων της μαντάμ Ζέτας.
Κορίτσια όλων των ηλικιών κι όλων των αναλογιών - κορίτσια για όλα τα γούστα, σα να λέμε - τριγυρνούσαν ανάμεσά τους λικνίζοντας λάγνα τους γοφούς τους, ή έγερναν νωχελικά στους τοίχους και συνομιλούσαν μαζί τους, με μάτια μισόκλειστα, χείλη μισάνοιχτα - πολύ πιο κλειστά, ωστόσο, από τα υφάσματα που μετά βίας κάλυπταν τα ντεκολτέ τους - κι ύφος συνεπαρμένο.
Ο Μανωλάκης σκέφτηκε πως αν όλη αυτή η υποκριτική, άνευ όρων παράδοση στα λεγόμενα των συνομιλητών τους ήταν ένδυμα, τότε με το ζόρι θα μπορούσε να διακρίνει ελάχιστα εκατοστά της σάρκας τους.
Παντού καπνός, μουσική και γέλια, όλα επίτηδες βαλμένα ανάκατα σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να καλύψουν τους άλλους ήχους, που έρχονταν από το επάνω πάτωμα.
Η μαντάμ Ζέτα δεν άργησε να έρθει κοντά τους για να τους καλωσορίσει. Εγκάρδια, μα επίτηδες συγκρατημένα, δασκαλεμένη καθώς ήταν ήδη από τον Χριστόδουλο για να μη διαφανεί με κανενός είδους οικειότητα η μακροχρόνια γνωριμία της μαζί του.
"Η Τέτα σε περιμένει επάνω, χρυσό μου", είπε αγγίζοντας απαλά με το αριστερό της χέρι το πηγούνι του Μανωλάκη, ενώ το μισοκαμμένο τσιγάρο που κρατούσε στο δεξί αρνιόταν πεισματικά να αποχωριστεί σχεδόν τέσσερις πόντους στάχτη, που είχαν ήδη αρχίσει να γέρνουν προς τα κάτω σχηματίζοντας μια μικρή καμπύλη.
Αξιολύπητα αποκαΐδια, ορκισμένα να μην εγκαταλείψουν ποτέ, σαν τα γερασμένα, κρεμασμένα μπράτσα της μαντάμ Ζέτας που ξεχείλιζαν στο τελείωμα των μακριών γαντιών της.
Ο Χριστόδουλος, φιλεύσπλαχνος κυβερνών, είχε ζητήσει για τον γιο του ειδικά την Τέτα.
Η Τέτα ήταν νέα - μόλις είκοσι χρόνων - και όμορφη, μα κυρίως ήταν αργή, και μια τέτοια χρειαζόταν ο Μανωλάκης.
Είχε φροντίσει, μάλιστα, ο Χριστόδουλος να προκαταβάλει και κάτι παραπάνω στην μαντάμ Ζέτα ως εγγύηση - ας πούμε - για να είναι η Τέτα ξεκούραστη.
Για να είναι, δηλαδή, ο Μανωλάκης ο πρώτος της πελάτης εκείνη τη μέρα.
(Συνεχίζεται...)
__________
*Γιάννης Καλαβριανός, "Αβελάρδος και Ελοΐζα", εκδ. Γαβριηλίδης (2014)
"Ο καθένας μας έχει μια μυστική περιουσία από ξεχασμένες ταπεινώσεις"*
Κι η μυστική αυτή περιουσία του Χριστόδουλου ήταν η μόνη ιδιοκτησία του που δεν ήθελε να κληροδοτήσει στον Μανωλάκη.
Το βραδινό ραντεβού με τα κορίτσια της μαντάμ Ζέτας το έμαθε τόσο ο Μανωλάκης όσο και η μητέρα του κυριολεκτικά τελευταία στιγμή, δηλαδή μετά το μεσημεριανό τους γεύμα.
Ο Χριστόδουλος, χωμένος μέχρι τα μπούνια στα εμπόρια από όταν θυμόταν τον εαυτό του, δε θα ρίσκαρε να χάσει χρόνο και να σπαταλήσει πολλές κουβέντες προσπαθώντας να κάμψει τις συναισθηματικές, δειλές αντιρρήσεις τόσο της Λουκίας όσο και του γιου του.
Ο εγωισμός του, αφού στήθηκε με θεμέλια γερά σε εκείνον τον εφηβικό εξευτελισμό του, είχε έρθει η ώρα να επεκταθεί - ως άλλος γαιοκτήμονας - και στα υπόλοιπα "κτήματά" του.
Η Λουκία, ευαίσθητη - και με το παραπάνω λόγω των ατυχιών που προηγήθηκαν της γέννησης του Μανωλάκη - λιγομίλητη πάντα, σχεδόν αόρατη, σιωπηλά ευγνώμων για τη ζωή που της εξασφάλιζε ο άνδρας της, διαφέντευε με μια νωθρότητα γαλήνια τα του νοικοκυριού. Και έως εκεί.
Κι αφού δεν αναζήτησε ποτέ - ούτε καν σαν υποψία, ούτε σε όνειρο, ούτε σαν φευγαλέα σκέψη που δεν τη συνειδητοποιείς παρά μετά από καιρό σε χρόνο ανύποπτο - έναν άνθρωπο να χάνει στάλα στάλα την ψυχή της στα μάτια του, έναν άνθρωπο που θα μπαινόβγαινε αβίαστα στο μυαλό του κι εκείνος στο δικό της, έμαθε με τα χρόνια να βλέπει τα πράγματα μέσα από τα μάτια του Χριστόδουλου. (Ίσως, μία από τις τραγωδίες του έγγαμου βίου).
Και να συμφωνεί, ή τουλάχιστον να διατηρεί την αριστοκρατική, ευγνώμονα σιωπή της, ακόμα κι αν - όπως τώρα που έβλεπε το μοναχοπαίδι της να κοκκινίζει με το κεφάλι χαμηλωμένο - αισθανόταν το αταίριαστο και το ανώφελο του πράγματος.
Ο Μανωλάκης είχε, φυσικά, τις αντιρρήσεις του και τις εξέφρασε με τη σεμνότητα και την ευγλωττία που τον χαρακτήριζαν. Ο πατέρας του προσπάθησε να τον καθησυχάσει και να τον δυναμώσει με κάθε είδους λόγια. Κι η μητέρα του, πίστη ιέρεια, σύμμαχος και τυφλός υποστηρικτής του συζύγου της, επαναλάμβανε τα λόγια του τελευταίου - ελαφρώς αλλαγμένα - και διανθίζοντάς τα με χάδια συγκρατημένα, για να ταιριάζουν στην επικείμενη άνδρωση του γιου της. Χάδια λεπτά, προσεκτικά μελετημένα, χειρουργικά, για να ανακουφίσουν τον πάσχοντα.
Το ισόγειο του σπιτιού της μαντάμ Ζέτας ήταν - για τις ανάγκες της σκηνοθεσίας, δηλαδή για να ανοίγει η όρεξη των πελατών - υποφωτισμένο και γεμάτο κόσμο.
Άνδρες, που στα βλέμματά τους - ακόμα και στον τρόπο που έβαζαν το χέρι στην τσέπη του σακακιού τους - έπλεε η κτηνώδης ικανοποίηση της κυριαρχίας σε πράγματα εύκολα, σχεδόν φτηνά. Στα ξελιγωμένα, επίτηδες σοβαροφανή και υπεροπτικά χαμόγελά τους καθρεφτιζόταν όλη η ματαιότητα της ικανοποίησης της ματαιοδοξίας τους με τη συντροφιά των υπαλλήλων της μαντάμ Ζέτας.
Κορίτσια όλων των ηλικιών κι όλων των αναλογιών - κορίτσια για όλα τα γούστα, σα να λέμε - τριγυρνούσαν ανάμεσά τους λικνίζοντας λάγνα τους γοφούς τους, ή έγερναν νωχελικά στους τοίχους και συνομιλούσαν μαζί τους, με μάτια μισόκλειστα, χείλη μισάνοιχτα - πολύ πιο κλειστά, ωστόσο, από τα υφάσματα που μετά βίας κάλυπταν τα ντεκολτέ τους - κι ύφος συνεπαρμένο.
Ο Μανωλάκης σκέφτηκε πως αν όλη αυτή η υποκριτική, άνευ όρων παράδοση στα λεγόμενα των συνομιλητών τους ήταν ένδυμα, τότε με το ζόρι θα μπορούσε να διακρίνει ελάχιστα εκατοστά της σάρκας τους.
Παντού καπνός, μουσική και γέλια, όλα επίτηδες βαλμένα ανάκατα σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να καλύψουν τους άλλους ήχους, που έρχονταν από το επάνω πάτωμα.
Η μαντάμ Ζέτα δεν άργησε να έρθει κοντά τους για να τους καλωσορίσει. Εγκάρδια, μα επίτηδες συγκρατημένα, δασκαλεμένη καθώς ήταν ήδη από τον Χριστόδουλο για να μη διαφανεί με κανενός είδους οικειότητα η μακροχρόνια γνωριμία της μαζί του.
"Η Τέτα σε περιμένει επάνω, χρυσό μου", είπε αγγίζοντας απαλά με το αριστερό της χέρι το πηγούνι του Μανωλάκη, ενώ το μισοκαμμένο τσιγάρο που κρατούσε στο δεξί αρνιόταν πεισματικά να αποχωριστεί σχεδόν τέσσερις πόντους στάχτη, που είχαν ήδη αρχίσει να γέρνουν προς τα κάτω σχηματίζοντας μια μικρή καμπύλη.
Αξιολύπητα αποκαΐδια, ορκισμένα να μην εγκαταλείψουν ποτέ, σαν τα γερασμένα, κρεμασμένα μπράτσα της μαντάμ Ζέτας που ξεχείλιζαν στο τελείωμα των μακριών γαντιών της.
Ο Χριστόδουλος, φιλεύσπλαχνος κυβερνών, είχε ζητήσει για τον γιο του ειδικά την Τέτα.
Η Τέτα ήταν νέα - μόλις είκοσι χρόνων - και όμορφη, μα κυρίως ήταν αργή, και μια τέτοια χρειαζόταν ο Μανωλάκης.
Είχε φροντίσει, μάλιστα, ο Χριστόδουλος να προκαταβάλει και κάτι παραπάνω στην μαντάμ Ζέτα ως εγγύηση - ας πούμε - για να είναι η Τέτα ξεκούραστη.
Για να είναι, δηλαδή, ο Μανωλάκης ο πρώτος της πελάτης εκείνη τη μέρα.
(Συνεχίζεται...)
__________
*Γιάννης Καλαβριανός, "Αβελάρδος και Ελοΐζα", εκδ. Γαβριηλίδης (2014)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου