Κεφάλαιο ΙΙ
Η κυρά-Χάιδω, μαζί με δυο άλλες γειτόνισσες, μπαινόβγαινε από το σπίτι στη μικρή αυλή χαμογελαστή και αεράτη για το θείο επίτευγμα να κατορθώσει να χρησιμοποιήσει τη μήτρα της επιτυχώς, φέρνοντας στον κόσμο τον γιο της. Σέρβιρε πιατέλες με ψητά στους καλεσμένους που είχαν έρθει για να γιορτάσουν το όνομα του νεοφώτιστου Νικόλα της. Και κάθε φορά που ακουμπούσε τα γεμάτα πιάτα στα τραπέζια, έμοιαζε να τοποθετεί τρόπαια της νίκης της σε πεδία μαχών, όπου κατάφερε να κατατροπώσει τους εχθρούς της.
Η γειτονιά τους ήταν μια από τις φτωχές γειτονιές του κέντρου της Αθήνας. Μια γειτονιά από αυτές που έγιναν πρώτες πρώτες εύκολη λεία στα νύχια των αρπακτικών εργολάβων της εποχής, όσων αναζητούσαν φτηνά ακίνητα για αντιπαροχή, εφαλτήριο για την απόκτηση εύκολου και άμεσου πλούτου.
Σχεδόν όλοι ήταν καλεσμένοι στα βαφτίσια του Νικόλα της, και πρώτοι από όλους όσοι είχαν ήδη δώσει τα σπίτια τους στους εργολάβους κι έμεναν τώρα σε μοντέρνα διαμερίσματα πολυώροφων πολυκατοικιών.
Κανείς από όλους εκείνους τους συνδαιτυμόνες δεν μπορούσε να διανοηθεί τότε ότι, μετά από πενήντα χρόνια, όσα σπιτάκια θα έμεναν ανέγγιχτα από τη μανία της αντιπαροχής, θα αποτελούσαν τη μοναδική εγγύηση γοητείας κι ευπρέπειας της γειτονιάς.
Η Σμαραγδή, χωμένη στην κουζίνα, γέμιζε τις καράφες με κρασί, προσπαθώντας να μη λεκιάσει το καινούριο της φουστάνι. Βιαζόταν να τελειώσουν τα σερβιρίσματα για να βγει στην αυλή, να καθίσει δίπλα στους γονείς και τον αδερφό της, κι ήλπιζε ότι σήμερα, μέρα που ήταν, θα μπορούσε να τον κρατήσει όση ώρα ήθελε στην αγκαλιά της.
Υπάρχει, άραγε, τίποτα πιο βάναυσο από την καταρράκωση ακόμα και τις πιο απλοϊκής - αυτονόητης - παιδικής προσδοκίας; Φρίττουμε από οίκτο, οργή ή όνειδο για τα απάνθρωπα εγκλήματα πολέμου, που όμως λογικά συμβαίνουν μέσα στα φυσικά παράλογα πλαίσια αυτού καθαυτού του πολέμου, ενώ δίπλα μας, κάθε στιγμή, συντελούνται εγκλήματα αόρατα, αλλά βιαιότερα: η στέρηση της ικανοποίησης του πόθου να εκδηλωθεί έμπρακτα η τρυφερότητα.
Κι η Σμαραγδή καιγόταν από επιθυμία να αγκαλιάσει και να γεμίσει φιλιά τον αδερφό της. Ποτάμι λάβας είχε γίνει στην παιδική ψυχή της αυτό το πρωτόγνωρο κι απροσχεδίαστο αίσθημα που την έλκυε σ' αυτό το μικροσκοπικό ανθρωπάκι. Η μόνη φροντίδα, όμως, που της επιτρεπόταν να δίνει στον αδερφό της, ήταν η καθημερινή μπουγάδα των λερωμένων ρούχων του.
Η κυρά-Χάιδω, χρησμένη αυτοκράτειρα πλέον, είχε ορίσει με σιωπηρό δικαιωματικό διάταγμα πως ο διάδοχός της θα γνώριζε το χάδι μόνο από το δικό της χέρι. Κι άφριζε η υποδουλωμένη, φυλακισμένη αγάπη της υπηκόου της Σμαραγδής μαζί με τα μωρουδιακά ασπρόρουχα και το πράσινο σαπούνι μέσα στη σκάφη. Και χαλαλιζόταν η ατόφια αγάπη της αδερφής για τον αδερφό της στα βρωμόνερα της μπουγάδας.
Η αγάπη που νιώθει ένα παιδί είναι αίσθημα δυσνόητο, άγνωστο κι απροσδιόριστο για τον άγουρο μα τόσο εύπλαστο καρπό της ψυχής του. Η αγάπη, όμως, που επιθυμεί να νιώσει ένα παιδί είναι - δυστυχώς - ξεκάθαρα προσδιορισμένη και εξαρτημένη από το κατά πόσο συμμορφώνεται με τις επιθυμίες των γονιών του.
Η αγάπη που θες να δώσεις, κι η αγάπη που θες να πάρεις: αντικριστές κορυφές βουνών κι εσύ - αν έχεις σύνεση - ποτάμι που κυλάει στην κοιλάδα ανάμεσά τους, προσπαθώντας να μένεις πάντα ακριβώς στη μέση, εκεί όπου η κοίτη σου είναι πλατιά και σου επιτρέπει να κυλάς γαλήνια, αθόρυβα κι αιώνια, μα πάντα χαμηλά στους πρόποδες και περικυκλωμένο από ψηλές χιονισμένες βουνοπλαγιές. Κι οι πάλλευκες αστραφτερές κορυφές της αγάπης που χρωστάς και που σου χρωστάει η ζωή, αντιμέτωπες δεξιά κι αριστερά σου, πάντα έτοιμες να αναμετρηθούν και να ματώσουν, πάντα έτοιμες να υποταχθούν, να θριαμβεύσουν, να νικήσουν και να κατακτηθούν.
Αρκεί να γίνεις από ποτάμι καταιγίδα, να τις γλείψεις, να τις ξεγυμνώσεις, και λιώνοντας τα χιόνια τους, να ξεχυθείς ασυγκράτητος χείμαρρος απαλλάσσοντας το τοπίο από κάθε τι περιττό, βίαια κι ανεπιστρεπτί.
Ο μόνος τρόπος που σκεφτόταν το παιδικό μυαλό της Σμαραγδής για να εκπληρώσει την αγάπη της προς τον αδερφό της, ήταν να ικανοποιεί τις επιθυμίες της μάνας της, κερδίζοντας έτσι την εύνοιά της - την αγάπη της ίδιας της της μάνας! Και περίμενε ότι με τον καιρό, καθώς ο Νικόλας θα μεγάλωνε, θα είχε μια ζωή ευκαιριών μπροστά της να τον αγκαλιάζει.
Αλλά η ζωή είναι οπωσδήποτε απρόβλεπτη κι οι αυριανές ορέξεις της άγνωστες, μα - είτε ανακουφιστικά είτε τιμωρητικά - πάντα εξισορροπητικές.
(Συνεχίζεται...)
*Μτφρ: Το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla)",
Εκδόσεις των φίλων (2018)
Η κυρά-Χάιδω, μαζί με δυο άλλες γειτόνισσες, μπαινόβγαινε από το σπίτι στη μικρή αυλή χαμογελαστή και αεράτη για το θείο επίτευγμα να κατορθώσει να χρησιμοποιήσει τη μήτρα της επιτυχώς, φέρνοντας στον κόσμο τον γιο της. Σέρβιρε πιατέλες με ψητά στους καλεσμένους που είχαν έρθει για να γιορτάσουν το όνομα του νεοφώτιστου Νικόλα της. Και κάθε φορά που ακουμπούσε τα γεμάτα πιάτα στα τραπέζια, έμοιαζε να τοποθετεί τρόπαια της νίκης της σε πεδία μαχών, όπου κατάφερε να κατατροπώσει τους εχθρούς της.
Η γειτονιά τους ήταν μια από τις φτωχές γειτονιές του κέντρου της Αθήνας. Μια γειτονιά από αυτές που έγιναν πρώτες πρώτες εύκολη λεία στα νύχια των αρπακτικών εργολάβων της εποχής, όσων αναζητούσαν φτηνά ακίνητα για αντιπαροχή, εφαλτήριο για την απόκτηση εύκολου και άμεσου πλούτου.
Σχεδόν όλοι ήταν καλεσμένοι στα βαφτίσια του Νικόλα της, και πρώτοι από όλους όσοι είχαν ήδη δώσει τα σπίτια τους στους εργολάβους κι έμεναν τώρα σε μοντέρνα διαμερίσματα πολυώροφων πολυκατοικιών.
Κανείς από όλους εκείνους τους συνδαιτυμόνες δεν μπορούσε να διανοηθεί τότε ότι, μετά από πενήντα χρόνια, όσα σπιτάκια θα έμεναν ανέγγιχτα από τη μανία της αντιπαροχής, θα αποτελούσαν τη μοναδική εγγύηση γοητείας κι ευπρέπειας της γειτονιάς.
Η Σμαραγδή, χωμένη στην κουζίνα, γέμιζε τις καράφες με κρασί, προσπαθώντας να μη λεκιάσει το καινούριο της φουστάνι. Βιαζόταν να τελειώσουν τα σερβιρίσματα για να βγει στην αυλή, να καθίσει δίπλα στους γονείς και τον αδερφό της, κι ήλπιζε ότι σήμερα, μέρα που ήταν, θα μπορούσε να τον κρατήσει όση ώρα ήθελε στην αγκαλιά της.
Υπάρχει, άραγε, τίποτα πιο βάναυσο από την καταρράκωση ακόμα και τις πιο απλοϊκής - αυτονόητης - παιδικής προσδοκίας; Φρίττουμε από οίκτο, οργή ή όνειδο για τα απάνθρωπα εγκλήματα πολέμου, που όμως λογικά συμβαίνουν μέσα στα φυσικά παράλογα πλαίσια αυτού καθαυτού του πολέμου, ενώ δίπλα μας, κάθε στιγμή, συντελούνται εγκλήματα αόρατα, αλλά βιαιότερα: η στέρηση της ικανοποίησης του πόθου να εκδηλωθεί έμπρακτα η τρυφερότητα.
Κι η Σμαραγδή καιγόταν από επιθυμία να αγκαλιάσει και να γεμίσει φιλιά τον αδερφό της. Ποτάμι λάβας είχε γίνει στην παιδική ψυχή της αυτό το πρωτόγνωρο κι απροσχεδίαστο αίσθημα που την έλκυε σ' αυτό το μικροσκοπικό ανθρωπάκι. Η μόνη φροντίδα, όμως, που της επιτρεπόταν να δίνει στον αδερφό της, ήταν η καθημερινή μπουγάδα των λερωμένων ρούχων του.
Η κυρά-Χάιδω, χρησμένη αυτοκράτειρα πλέον, είχε ορίσει με σιωπηρό δικαιωματικό διάταγμα πως ο διάδοχός της θα γνώριζε το χάδι μόνο από το δικό της χέρι. Κι άφριζε η υποδουλωμένη, φυλακισμένη αγάπη της υπηκόου της Σμαραγδής μαζί με τα μωρουδιακά ασπρόρουχα και το πράσινο σαπούνι μέσα στη σκάφη. Και χαλαλιζόταν η ατόφια αγάπη της αδερφής για τον αδερφό της στα βρωμόνερα της μπουγάδας.
Η αγάπη που νιώθει ένα παιδί είναι αίσθημα δυσνόητο, άγνωστο κι απροσδιόριστο για τον άγουρο μα τόσο εύπλαστο καρπό της ψυχής του. Η αγάπη, όμως, που επιθυμεί να νιώσει ένα παιδί είναι - δυστυχώς - ξεκάθαρα προσδιορισμένη και εξαρτημένη από το κατά πόσο συμμορφώνεται με τις επιθυμίες των γονιών του.
Η αγάπη που θες να δώσεις, κι η αγάπη που θες να πάρεις: αντικριστές κορυφές βουνών κι εσύ - αν έχεις σύνεση - ποτάμι που κυλάει στην κοιλάδα ανάμεσά τους, προσπαθώντας να μένεις πάντα ακριβώς στη μέση, εκεί όπου η κοίτη σου είναι πλατιά και σου επιτρέπει να κυλάς γαλήνια, αθόρυβα κι αιώνια, μα πάντα χαμηλά στους πρόποδες και περικυκλωμένο από ψηλές χιονισμένες βουνοπλαγιές. Κι οι πάλλευκες αστραφτερές κορυφές της αγάπης που χρωστάς και που σου χρωστάει η ζωή, αντιμέτωπες δεξιά κι αριστερά σου, πάντα έτοιμες να αναμετρηθούν και να ματώσουν, πάντα έτοιμες να υποταχθούν, να θριαμβεύσουν, να νικήσουν και να κατακτηθούν.
Αρκεί να γίνεις από ποτάμι καταιγίδα, να τις γλείψεις, να τις ξεγυμνώσεις, και λιώνοντας τα χιόνια τους, να ξεχυθείς ασυγκράτητος χείμαρρος απαλλάσσοντας το τοπίο από κάθε τι περιττό, βίαια κι ανεπιστρεπτί.
Ο μόνος τρόπος που σκεφτόταν το παιδικό μυαλό της Σμαραγδής για να εκπληρώσει την αγάπη της προς τον αδερφό της, ήταν να ικανοποιεί τις επιθυμίες της μάνας της, κερδίζοντας έτσι την εύνοιά της - την αγάπη της ίδιας της της μάνας! Και περίμενε ότι με τον καιρό, καθώς ο Νικόλας θα μεγάλωνε, θα είχε μια ζωή ευκαιριών μπροστά της να τον αγκαλιάζει.
Αλλά η ζωή είναι οπωσδήποτε απρόβλεπτη κι οι αυριανές ορέξεις της άγνωστες, μα - είτε ανακουφιστικά είτε τιμωρητικά - πάντα εξισορροπητικές.
(Συνεχίζεται...)
*Μτφρ: Το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla)",
Εκδόσεις των φίλων (2018)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου