Κεντριά
Με γυμνά χέρια, ψηλαφώ τις κηρήθρες.
Ο άντρας με αστραφτερά χαμόγελα, με γυμνά χέρια,
τα δικτυωτά μας γάντια καλοφτιαγμένα και χαριτωμένα,
οι τράχηλοι των καρπών μας γενναίοι κρίνοι.
Αυτός κι εγώ
μια χιλιάδα καθαρών κελιών ανάμεσά μας,
οκτώ κηρήθρες κίτρινα φλιτζάνια
και το μελίσσι τσαγερό,
λευκό με ροζ λουλούδια,
μ' αγάπη υπερβολική μόνη το επισμάλτωσα.
"Γλυκύτητα, γλυκύτητα" σκεφτόμουν.
Των νεοσσών γκρίζες κυψέλες σαν απολιθώματα κοχυλιών
με τρομάζουν, φαίνονται τόσο γερασμένες.
Μα τι πάω να αγοράσω, σκουληκιασμένο μαόνι;
Υπάρχει κάποια βασίλισσα μέσα σ' αυτό;
Κι αν υπάρχει, είναι γριά,
τα φτερά της σκισμένες εσάρπες, το μακρύ της κορμί φθαρμένο στην πολυτέλειά του -
φτωχό και γυμνό, διόλου βασιλικό κι ακόμα ντροπιασμένο.
Στέκομαι σε μια σειρά
από φτερωτές, ασήμαντες γυναίκες,
εργάτριες του μελιού.
Δεν είμαι εργάτρια
αν και χρόνια τώρα έτρωγα σκόνη
και στέγνωνα πιάτα με τα πυκνά μαλλιά μου.
Κι έβλεπα την αποκοτιά μου να εξατμίζεται,
κυανή δροσιά απ' την επικίνδυνη σάρκα μου.
Θα με μισήσουν άραγε,
τούτες οι γυναίκες που αναστατωμένες στροβιλίζονται
τούτες που τα νέα τους δεν είναι παρά ο ανθός του κερασιού,
το ανθισμένο τριφύλλι;
Έχει σχεδόν τελειώσει.
Επανέκτησα τον έλεγχο.
Εδώ είναι του μελιού μου η μηχανή,
θα δουλέψει δίχως σκέψη,
ανοίγοντας, την άνοιξη, σαν επιμελής παρθένα
να ξεχυθεί στις ανθισμένες κορυφές
όπως το φεγγάρι, για τις φιλντισένιες πούδρες του, ξεχύνεται στη θάλασσα.
Ένας τρίτος παρακολουθεί.
Δεν έχει καμία σχέση με τον πωλητή των μελισσών ή με μένα.
Τώρα χάθηκε
μ' οχτώ μεγάλα σάλτα, ο μέγας αποδιοπομπαίος τράγος.
Δώθε η μια παντόφλα του, εκείθε η άλλη,
κι εδώ το λευκό λινό του τετράγωνο
που φορούσε αντί καπέλου.
Γλυκός ήταν,
ο ιδρώτας βροχή του μόχθου του
εξανάγκασε τον κόσμο να καρπίσει.
Τον ανακάλυψαν οι μέλισσες,
γράφοντας στο περίγραμμα των χειλιών του ψέματα,
περιπλέκοντας τα χαρακτηριστικά του.
Σκέφτηκαν πως για τούτο τους άξιζε ο θάνατος, μα εγώ έχω έναν εαυτό να ξαναβρώ μια βασίλισσα.
Έχει πεθάνει, μήπως κοιμάται;
Μα πού μπορεί να είναι,
με το λιονταρίσιο κόκκινο κορμί,
τα γυάλινα φτερά της;
Τώρα πετάει
φοβερότερη από ποτέ, κόκκινη
ουλή στον ουρανό, ερυθρός κομήτης
πάνω από τη μηχανή που τη σκότωσε -
Μαυσωλείο το κέρινο σπίτι.
Sylvia Plath
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
"Εγχειρίδιο αυτοχειρίας", εκδ. Γαβριηλίδης (2019)
Με γυμνά χέρια, ψηλαφώ τις κηρήθρες.
Ο άντρας με αστραφτερά χαμόγελα, με γυμνά χέρια,
τα δικτυωτά μας γάντια καλοφτιαγμένα και χαριτωμένα,
οι τράχηλοι των καρπών μας γενναίοι κρίνοι.
Αυτός κι εγώ
μια χιλιάδα καθαρών κελιών ανάμεσά μας,
οκτώ κηρήθρες κίτρινα φλιτζάνια
και το μελίσσι τσαγερό,
λευκό με ροζ λουλούδια,
μ' αγάπη υπερβολική μόνη το επισμάλτωσα.
"Γλυκύτητα, γλυκύτητα" σκεφτόμουν.
Των νεοσσών γκρίζες κυψέλες σαν απολιθώματα κοχυλιών
με τρομάζουν, φαίνονται τόσο γερασμένες.
Μα τι πάω να αγοράσω, σκουληκιασμένο μαόνι;
Υπάρχει κάποια βασίλισσα μέσα σ' αυτό;
Κι αν υπάρχει, είναι γριά,
τα φτερά της σκισμένες εσάρπες, το μακρύ της κορμί φθαρμένο στην πολυτέλειά του -
φτωχό και γυμνό, διόλου βασιλικό κι ακόμα ντροπιασμένο.
Στέκομαι σε μια σειρά
από φτερωτές, ασήμαντες γυναίκες,
εργάτριες του μελιού.
Δεν είμαι εργάτρια
αν και χρόνια τώρα έτρωγα σκόνη
και στέγνωνα πιάτα με τα πυκνά μαλλιά μου.
Κι έβλεπα την αποκοτιά μου να εξατμίζεται,
κυανή δροσιά απ' την επικίνδυνη σάρκα μου.
Θα με μισήσουν άραγε,
τούτες οι γυναίκες που αναστατωμένες στροβιλίζονται
τούτες που τα νέα τους δεν είναι παρά ο ανθός του κερασιού,
το ανθισμένο τριφύλλι;
Έχει σχεδόν τελειώσει.
Επανέκτησα τον έλεγχο.
Εδώ είναι του μελιού μου η μηχανή,
θα δουλέψει δίχως σκέψη,
ανοίγοντας, την άνοιξη, σαν επιμελής παρθένα
να ξεχυθεί στις ανθισμένες κορυφές
όπως το φεγγάρι, για τις φιλντισένιες πούδρες του, ξεχύνεται στη θάλασσα.
Ένας τρίτος παρακολουθεί.
Δεν έχει καμία σχέση με τον πωλητή των μελισσών ή με μένα.
Τώρα χάθηκε
μ' οχτώ μεγάλα σάλτα, ο μέγας αποδιοπομπαίος τράγος.
Δώθε η μια παντόφλα του, εκείθε η άλλη,
κι εδώ το λευκό λινό του τετράγωνο
που φορούσε αντί καπέλου.
Γλυκός ήταν,
ο ιδρώτας βροχή του μόχθου του
εξανάγκασε τον κόσμο να καρπίσει.
Τον ανακάλυψαν οι μέλισσες,
γράφοντας στο περίγραμμα των χειλιών του ψέματα,
περιπλέκοντας τα χαρακτηριστικά του.
Σκέφτηκαν πως για τούτο τους άξιζε ο θάνατος, μα εγώ έχω έναν εαυτό να ξαναβρώ μια βασίλισσα.
Έχει πεθάνει, μήπως κοιμάται;
Μα πού μπορεί να είναι,
με το λιονταρίσιο κόκκινο κορμί,
τα γυάλινα φτερά της;
Τώρα πετάει
φοβερότερη από ποτέ, κόκκινη
ουλή στον ουρανό, ερυθρός κομήτης
πάνω από τη μηχανή που τη σκότωσε -
Μαυσωλείο το κέρινο σπίτι.
Sylvia Plath
Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
"Εγχειρίδιο αυτοχειρίας", εκδ. Γαβριηλίδης (2019)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου