Σάββατο 25 Απριλίου 2020

"nihil volitum quin praecognitum" *

Κεφάλαιο Ι





Τα γόνατά της την έτσουζαν, οι παλάμες της, κόκκινες και πρησμένες, είχαν παγώσει. Πονούσε παντού, η μέση της κυρίως κι η πλάτη της, έπειτα τα χέρια της ως ψηλά στους ώμους.
Στράγγιξε προσεκτικά το σφουγγαρόπανο στον κουβά, σηκώθηκε με δυσκολία και φώναξε στη μάνα της πως είχε τελειώσει με το σφουγγάρισμα.

Η κυρά-Χάιδω φάνηκε στην πόρτα της κάμαρας με τα χέρια πίσω από τη μέση της να υποβαστάζουν την τεράστια κοιλιά της. Είχε πια μπει στο μήνα της, κι αυτή η ελαφριά κλίση προς τα πίσω που έδινε στο κορμί της όποτε περπατούσε ή στεκόταν όρθια, πρόσθετε στο ήδη αγέρωχο ύφος της γερές δόσεις επιπλέον υπεροψίας.

Αμίλητη, κοίταξε μία μία τις γωνίες, και πίσω από την ντουλάπα.
"Έχε χάρη που δεν μπορώ να σκύψω να δω τι έκανες κάτω από το κρεβάτι."
"Παντού έκανα, μάνα, παντού!"
"Ας είναι...έλα να φας, θα έρθει κι ο πατέρας σου όπου να 'ναι."
"Θα φάω μετά, πρέπει να διαβάσω τώρα."

Η κυρά-Χάιδω γύρισε την πλάτη και χάθηκε στην κουζίνα μουρμουριζοντας. Δεν το 'θελε να κάνει κόρη, αλλά όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια...Τη ζήλεψαν πολλοί που παντρεύτηκε μικρή, κι άλλοι τόσοι γέλασαν μουλωχτά και χαιρέκακα όταν γέννησε τη Σμαραγδή. Και τα γέλια συνεχίζονταν για επτά χρόνια, όσα δηλαδή η κυρά-Χάιδω δεν μπορούσε να "πιάσει" άλλο παιδί. Τότε, δεν χανόσουν ακόμα στην ανωνυμία της Αθήνας, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, κύριος του εαυτού σου, να μη χρειάζεται να δίνεις λογαριασμό σε κανέναν. Τότε, ακόμα, οι γειτονιές ήταν μικρά χωριά, γεμάτες μάτια που κρυφοκοιτούσαν πίσω από τα καφασωτά και γλώσσες που τερέτιζαν στις φτωχικές αυλές, μόλις έβγαινε ο ήλιος. Σκυλιά ομιλούντα που ξέπλεναν μεταφορικά, ενόσω ξέπλεναν τις μπουγάδες τους κυριολεκτικά, όλα τα "άπλυτα" της γειτονιάς.

Έτσι, έγινε η καρδιά της κυρά-Χάιδως πέτρα σκληρή και κρύα, γιατί η κακία των ανθρώπων μπορεί να σε φθείρει, αν έχεις μάθει να βλέπεις τη ζωή σου ως είδωλο στον καθρέφτη "του κόσμου".
Τον Θεό της δεν είχε δικαίωμα να τον κατηγορήσει που της έστειλε τη Σμαραγδή κι όχι έναν γιο. Ούτε τον άντρα της, ούτε τον εαυτό της. Αποφάσισε, λοιπόν, να κατηγορεί την ίδια την Σμαραγδή, να την τιμωρεί και να την εκδικείται κάθε μέρα για το φύλο της.
Χάιδεψε με το αριστερό της χέρι την κοιλιά της, ενώ έβαζε το ψωμί στο τραπέζι, και κοίταξε κατά τα εικονίσματα, ευχαριστημένη που δεν πρόδωσε την πίστη της κι ο Θεός τής έστειλε έναν γιο - γιατί γιο θα γεννούσε σε λίγες μέρες, της το είχε βεβαιώσει κι η μαμή.

Υπήρχαν και τέτοιες στιγμές στην καθημερινότητα της κυρά-Χάιδως, που η ψυχή της, κουρασμένη από την αναγκαστική υπεροψία έναντι πάντων και την αυθόρμητη σκληρότητα έναντι της κόρης της, έβρισκε ανακούφιση στη χριστιανική ταπεινότητα, στη θυσία τής θέλησης και του δικαιώματος επιλογής ή εναντίωσης για χάρη των αγνώστων θεϊκών βουλήσεων. Μια καθημερινή, οικιακή, ανώδυνη και μονομερής άφεση αμαρτιών.
Η απάρνηση της θέλησης είναι η άλλη όψη της απάρνησης ανάληψης των ευθυνών.

Η ώρα κόντευε οκτώ το βράδυ κι η Σμαραγδή έπρεπε να μάθει την προπαίδεια, γιατί αύριο θα ήταν η σειρά της να τη σηκώσει η δασκάλα στον πίνακα. Όλο το απόγευμα το πέρασε τρέχοντας για τα ψώνια και σφουγγαρίζοντας, ένα συνηθισμένο απόγευμα δηλαδή. Κάθε μέρα, χρόνια τώρα, οι υποχρεώσεις του νοικοκυριού δεν την άφηναν να μελετάει όπως και όσο ήθελε. Χρόνια τώρα, η μάνα της χρειαζόταν βοήθεια, ήταν φιλάσθενη γυναίκα, έπειτα υπολόγιζε ότι κάθε τόσο ήταν έγκυος κι έπρεπε να φυλάγεται...Κι η Σμαραγδή έγινε οκτώ χρονών, με χέρια πληγωμένα από τα σφουγγαρόπανα και τις ξυλιές της δασκάλας, και μ' έναν φόβο για εκείνο το αίμα των εικοσιοκτώ ημερών που έκανε κάθε μήνα επί επτά χρόνια τη μάνα της να κλαίει σαν πάνω από φέρετρο πεθαμένου.

Κι αν η κακία κι η αχαριστία φθείρει τις καρδιές των μεγάλων - σαν μαύρο μελάνι που χύνεται και λεκιάζει λευκές σελίδες αθώας καλοσύνης, γραμμένες ήδη ή άγραφες ακόμα - η καρδιά ενός παιδιού δε γνωρίζει παρά μόνο το χρώμα της ελπίδας, του ονείρου, της αισιοδοξίας, της υπομονής, της επιμονής και της αυταπάρνησης - μήπως αυτές οι αρετές αθροιστικά δίνουν στο τέλος έναν κάποιον ορισμό της αγάπης;
Κι η Σμαραγδή όλα τα ανεχόταν, επειδή ένιωθε τον καημό της μάνας της να γεννήσει ένα παιδί αρσενικό, επειδή ήθελε η μάνα της να βγαίνει στη γειτονιά με ύφος αληθινά και πηγαία αγέρωχο, όχι κατασκευασμένο, υιοθετημένο από ανάγκη - ασπίδα ενάντια στα υποτιμητικά βλέμματα των περαστικών.

Κι αν οι μεγάλοι χτίζουν μια ψευτοπερηφάνια για να στεγάσουν τα όποια κατορθώματα της ζωής τους, ανεβάζοντάς τα σε βάθρα για να φαίνονται αξιοθαύμαστα ή στολίζοντάς με ψέματα και μυστικά, τα παιδιά έχουν κάθε δικαίωμα να νιώσουν υπερήφανα - πόσο κρίμα! - βλέποντας τη ζωή τους ως είδωλο στον καθρέφτη, όχι "του κόσμου", αλλά των γονιών τους.

Τον αγέννητο αδερφό της τον αγαπούσε ήδη η Σμαραγδή. Τον πρόσμενε με λαχτάρα και γέμιζε η καρδιά της κουράγιο για τις νέες υποχρεώσεις που λογάριαζε ότι θα έχει. Μα δε λιγοψυχούσε, ποθούσε να τον φροντίζει, να πλένει τα ρουχαλάκια του, να τον αλλάζει, να ετοιμάζει αργότερα τις κρεμούλες του για να τον ταΐσει. Κι όλα αυτά με αντάλλαγμα την άλλη προσμονή να τον κρατάει στην αγκαλιά της, να τον νανουρίζει, να τον κάνει να γελάει γαργαλώντας τον! Άλλα κορίτσια στην ηλικία της ονειρεύονταν καινούρια λουστρίνια ή μια κούκλα να γεμίζουν φιόγκους τα ξανθά μαλλιά της.
Η Σμαραγδή ονειρευόταν να πλέκει σοσονάκια για τον αδερφό της, να του πλένει και να του αλλάζει τις φασκιές.

Αυτό που μας έχουν μάθει, αυτό επιθυμούμε.
Ή αλλιώς, όπως σου στρώσουν έτσι θα κοιμηθείς.

(Συνεχίζεται...)

*Μτφρ: Το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla)", 
Εκδόσεις των φίλων (2018)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου