Μέρος δέκατο έκτο
Η γλυκιά άνοιξη προχωρούσε νωχελικά προσπερνώντας μια μια τις ημερολογιακές μέρες της, πετώντας από πάνω της τα απολειφάδια του χειμώνα, που μάταια προσπαθούσε με κάτι νυχτερινές ψύχρες και κάτι άλλα σκόρπια ψιχαλίσματα να της στερήσει την αντικειμενική κι ελπιδοφόρα ομορφιά της. Προχωρούσε η άνοιξη αργά, κι ομόρφαινε ο χρόνος μας κι ο χώρος μας στη γειτονιά. Όπως ομορφαίνει τη σκοτεινή κάμαρα η γυναίκα, βγάζοντας χωρίς βιάση ένα ένα τα ρούχα της για να ξαπλώσει πλάι στον εραστή της.
Η προσμονή κι η υπόσχεση έχουν γοητεία μαγευτικότερη από την ολοκλήρωση.
Κάπως έτσι μπαίναμε στο Μάιο, με την υπόσχεση του καλοκαιριού μπροστά μας και τη νοσταλγία του χειμώνα πίσω μας. Διανύαμε τη γλυκιά εποχή της εφηβείας του έτους, που όλα ανθίζουν, όλα γίνονται πολύχρωμα, φωτεινά, χυμώδη και μυρωδάτα.
Και τίποτα από όλα αυτά δε θα ήταν άξιο λόγου, αν δε χρειαζόταν να κάνω λόγο για την αλλαγή του Σαϊμίρ. Ήταν κάμποσες μέρες που μου φαινόταν σα να είχε αλλάξει το σώμα του, σα να κουβαλούσε το σώμα κάποιου άλλου, σα να μεγάλωσε ξαφνικά κι από τσαχπίνικο ανέμελο κι όλο νεύρο παιδί, να είχε μπει πρόωρα στη μέση ηλικία. Δεν ήταν ότι του έλειπε ποτέ η σοβαρότητα, ήταν πάντα του μετρημένος, μα χαριτωμένα ευχάριστος διασκεδαστής όλης της παρέας του καφενείου. Ευπροσήγορος κι ετοιμόλογος, πρόσχαρος, απαντούσε και σχολίαζε έξυπνα, με χιούμορ και μαγκιά. Οι κινήσεις του την ώρα που σέρβιρε ήταν σχεδόν χορευτικές, ξέγνοιαστες και σίγουρες, γεγονός που επιβεβαίωνε η αγαπημένη του φιγούρα για το φινάλε: γρήγορα στροβιλίσματα του άδειου δίσκου πάνω στον δείκτη του δεξιού του χεριού, καθώς απομακρυνόταν από τα τραπέζια των πελατών.
Προσπαθούσα να υπολογίσω πόσες μέρες είχαν περάσει από όταν γίνηκε η αλλαγή. Τον κοιτούσα να στέκει ακίνητος και να παίρνει παραγγελία, κι έψαχνα να διακρίνω το ελαφρύ λίκνισμα των γοφών του καθώς σημείωνε στο μπλοκάκι του τα ούζα, τις μπύρες και τους μεζέδες. Έπειτα, να κάνει μεταβολή για να διασχίσει το δρόμο και να χαθεί πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού.
Πάνω στην ώρα περνούσε ο Γιαννάκης – κυριολεκτικά έφηβος αυτός – καβαλημένος στο παπάκι του, μαρσάροντας και κορνάροντας. Συνηθισμένο δρώμενο της εποχής που τα πίναμε στην πλατεία κι ο Σαϊμίρ πηγαινοερχόταν μέσα έξω με βήμα σβέλτο και χέρι σταθερό, με μάτι λαμπερό και στόμα γελαστό. Και κάθε φορά ο Γιαννάκης τού έβαζε τις φωνές, με ψεύτικο τσαμπουκά, ότι θα τον σκοτώσει κάνα βράδυ έτσι όπως πετάγεται στο δρόμο, και να σέβεται τα κυβικά της μηχανής του – ένα πενηντάρι παπάκι με «πειραγμένη» εξάτμιση, μη φανταστείτε… - κι άλλα τέτοια. Ήταν μικρός ο Γιαννάκης, και γι’ αυτό αξιαγάπητα ξεδιάντροπος. Κανείς δεν τον ξεσυνεριζόταν, ούτε φυσικά κι ο Σαϊμίρ, που στεκόταν δυο λεπτά για να του αντιμιλήσει και να καλαμπουρίσει λίγο με τον πιτσιρικά, ρίχνοντάς του πάντα στο τέλος μια φάπα στο σβέρκο για καληνύχτα. Τότε ο μικρός τον απειλούσε γελώντας, ότι θα ξεσπάσει τη γενετήσια ορμή του επάνω του – χρησιμοποιώντας το αγαπημένο ρήμα του νεοέλληνα για την ερωτική πράξη – κι εξαφανιζόταν στη γωνία του δρόμου μαρσάροντας φυσικά αδιαλείπτως.
Εκείνο το βράδυ, ο Σαϊμίρ ίσα που χαμογέλασε του Γιαννάκη και συνέχισε την πορεία του προς το καφενείο με βήμα βαρύ και κεφάλι σκυμμένο. Ο πιτσιρικάς μονολόγησε «Πάει, καψουρεύτηκε κι αυτός ο…» - χρησιμοποίησε την επίσης αγαπημένη, άλλοτε χαϊδευτική κι άλλοτε υποτιμητική, προσφώνηση του νεοέλληνα – και συνέχισε τη δική του πορεία.
Η διάγνωσή του για την «ασθένεια» του Σαϊμίρ έλυσε ανέλπιστα το Γόρδιο δεσμό των προβληματισμών μου. Ο μικρός μαθητευόμενος Βάκχος είχε, άθελά του και εν τη ρύμη του εφηβικού του σεξουαλικού ενστίκτου, κηρύξει αποστομωτικά τη λήξη των ιατρικών συνεδρίων που λάμβαναν χώρα στο μυαλό μου μέρες τώρα.
Αισθάνθηκα αδαής πλοηγός, που ταξιδεύει χωρίς πυξίδα και χωρίς προορισμό σε πορεία άγνωστη. Και δεν μπορούσα να συγχωρήσω στον εαυτό μου την άγνοια των στοιχειωδών κι αρχέγονων κανόνων της ναυσιπλοΐας. Ακόμα και χωρίς πυξίδα, και χωρίς αστρολάβο. Έπρεπε να έχω διαβάσει τον ουρανό, να έχω παρατηρήσει τη θέση των άστρων, να έχω δει τους οιωνούς.
Κι ο οιωνός ήταν η ανώνυμη, η καινούρια γειτόνισσα. Μια κοπέλα γύρω στα είκοσι πέντε, με κορμί θελκτικό, εβένινα μαλλιά, σταρένιο δέρμα και δυο αναμμένα κάρβουνα για μάτια. Κανείς δεν είχε μάθει ακόμα το όνομά της, μα τη βλέπαμε να περιφέρεται στους δρόμους της γειτονιάς, ωραία κι άπιαστη σαν αερικό. Μια κοπέλα που η όψη της μαρτυρούσε πως έφτανε στο τέλος της πρώτης περιόδου ωριμότητας, αυτήν της επίγνωσης της θηλυκότητάς της. Μια κοπέλα που η περπατησιά της και το σίγουρο, αδιάφορο βλέμμα της μαρτυρούσαν πως έμπαινε με αυτοπεποίθηση και γνωσιακή εμπειρία στη δεύτερη περίοδο ωριμότητας, αυτήν της σαγήνης. Έβλεπε το καθρέφτισμα της ομορφιάς της στα γεμάτα θαυμασμό μάτια των ανδρών από όπου κι αν περνούσε. Ήταν μια κοπέλα που γινόταν γυναίκα, και το ήξερε, το έβλεπε, το χαιρόταν, το λοιδορούσε παίζοντας με όλους χωρίς να μιλάει σε κανέναν. Κι επειδή μια αρετή – ή μια φυσική ψυχική παρόρμηση – δεν ψάχνει να καθρεφτιστεί παρά μόνο στο ετερώνυμό της, κι από αυτό τελικά έλκεται, ο Σαϊμίρ κόντευε να αρρωστήσει.
Έμαθα εύκολα το όνομά της, από τον κυρ-Σταμάτη, τον διαχειριστή της πολυκατοικίας που έμενε η νιόφερτη Ναϊάδα. Όλοι «ξανοίγονται» και μιλάνε ευκολότερα σε αυτόν που δεν κάνει πολλές ερωτήσεις. Η εν γένει φαινομενική απραξία μου και η τήρηση των αποστάσεων από όλους στις κοινωνικές συναναστροφές μου, μου είχαν προσδώσει μια επίφαση σοβαρότητας κι έχαιρα του καχύποπτου σεβασμού όλων. Προφανώς, κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα, κι όλοι, κάθε φορά που αποτολμούσα μια ελάχιστη κίνηση φιλικής προσέγγισης, έσπευδαν να με κάνουν να νιώσω «σα στο σπίτι μου», ή να μου δείξουν ότι υπήρχαν πολλά πρόθυμα χέρια να πιαστώ, αν ποτέ χρειαζόμουν. Έτσι κι ο κυρ-Σταμάτης με χαρά μου αποκάλυψε – ανακουφισμένος κι ίσως κολακευμένος που η απολωλή καταδέχτηκε να του πιάσει κουβέντα – πως την κοπέλα την έλεγαν, απλώς, Μαρία κι ήταν χορεύτρια ή θεατρίνα ή τραγουδίστρια ή μπαλαρίνα ή όλα μαζί. Στα γερασμένα μυαλά, τέτοιων ειδών επαγγέλματα είναι ένα και το αυτό.
Το ίδιο κιόλας βράδυ έπιασα στασίδι στο τραπεζάκι του Σαϊμίρ δίπλα από την πόρτα του καφενείου, και όχι στο δικό μου απέναντι, στην πλατεία. Ο φίλος μου με κοίταξε με εκείνο το θαμπό και άδειο βλέμμα, το των τελευταίων δυο εβδομάδων βλέμμα. Είχα πλέον καταφέρει να προσδιορίσω χρονικά τη στιγμή της μετάδοσης του μικροβίου. Τη στιγμή της παράδοσης του Σαϊμίρ στα αόρατα κι αδιόρατα τερτίπια της Μαρίας. Ήταν πριν δυο εβδομάδες, τέτοια ώρα κατά το σούρουπο, που διάβηκε το δρόμο μπροστά από το καφενείο, σαν άλλη Σειρήνα, με τραγούδι βουβό μα ακαταμάχητα μελωδικό. Ο φίλος μου την είχε προσέξει. Το είχα δει τότε, αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Όλοι την είχαμε προσέξει. Εξάλλου, δεν ήταν η πρώτη φορά που το βλέμμα του Σαϊμίρ χαριζόταν για μερικά δευτερόλεπτα σε μια όμορφη περαστική κοπέλα. Δεν πέρασε ούτε στιγμή από το μυαλό μου, εκείνη τη νύχτα, ότι δεν ήταν ο Σαϊμίρ που κοιτούσε τη Μαρία, μα ο τσακισμένος από τη μοναξιά και την κούραση Οδυσσέας, που χωρίς αυτιά βουλωμένα παρασύρθηκε, μαγεύτηκε και ξέχασε πως ήταν δεμένος πισθάγκωνα στο κατάρτι.
Ο άνθρωπος που έστεκε τώρα μπροστά μου, που ήθελε να με ρωτήσει το απλό “γιατί κάθισες στο τραπεζάκι μου απόψε;”, μα που δεν έβγαζε άχνα, ήταν ο τρελαμένος Οδυσσέας, που δυο εβδομάδες τώρα χτυπιέται και ματώνει προσπαθώντας να λυθεί από το κατάρτι για να σμίξει με τη Σειρήνα του. Τον κοιτούσα κι έβλεπα έναν άνθρωπο που ανέμενε άσκοπα το αδύνατο, μα που το ανέμενε τόσο πεισματικά και με τόση επιμονή, ώστε του φαινόταν πιθανό. Του ζήτησα με επιτακτική τρυφερότητα να ξεμπερδεύει με τα σερβιρίσματα και να καθίσει μαζί μου. Έτσι κι έγινε.
Στο τέλος της ανακοίνωσης της ιατρικής μου γνωμάτευσης, ο φίλος μου είχε απομείνει να με κοιτάζει με μια γλύκα χυμένη στα χείλη του και τα μάτια του είχαν ξαναβρεί λίγη από τη χαμένη παιχνιδιάρικη λάμψη τους.
Του μίλησα για πράγματα απλά, για την ψεύτρα ομορφιά που είναι ολόκληρη ένα ψέμα. Για τον κίνδυνο του ερωτεύεσθαι την απουσία, το ανύπαρκτο. Γιατί η Μαρία δεν υπήρχε, ήταν πλάσμα μυθικό, ζαλισμένο από τη ματαιοδοξία της σάρκας της. Η Μαρία ήθελε να γνωρίσει τα πάντα, και τίποτα περισσότερο, κι αυτό την έχρηζε καταστροφική. Του μίλησα για τον κίνδυνο του “ερωτεύειν το ερωτεύεσθαι”. Γιατί ο Σαϊμιρ είχε στην πραγματικότητα ερωτευθεί την ίδια του την επιθυμία. Κι η επιθυμία είναι η ίδια η ανεπάρκεια, είναι η έλλειψη. Όδευε προς την καταστροφή, επειδή δεν είχε προνοήσει να εντοπίσει εγκαίρως την κρίσιμη εκείνη στιγμή που το πνεύμα σιγοριγά κι η σκέψη φιμώνεται στη θέα του ωραίου, του επιθυμητού ωραίου. Εκείνη η στιγμή, που εκείνου του είχε διαφύγει, ήταν η ευκαιρία του να αποστρέψει το βλέμμα από το όνειρο και να κοιτάξει τη λυτρωτική πραγματικότητα, χωρίς να πελαγοδρομεί στον ωκεανό βασάνων μιας αιώνιας Οδύσσειας. Αιώνιας όσο αιώνια είναι η μετ’ έρωτος ζωή.
“Για να τελειώνουμε”, κατέληξα ανάβοντας τσιγάρο και χρησιμοποιώντας την αγαπημένη λέξη του Γιαννάκη, “αν ψάχνεις αξέχαστα γαμήσια, όρμα. Κι εκείνη σε θέλει για αυτόν όμως και μόνο το λόγο. Αν άρχισες να φαντάζεσαι αγάπες, να ξέρεις ότι με αυτήν την γυναίκα θα πονέσεις. Και θα πονάς για όσο το μυαλό σου θα είναι ικανό να θυμάται.”
Ευτυχώς, για τον Σαϊμίρ δεν ήταν αργά.
Δυστυχώς, για τους υπόλοιπους που δεν περάσαμε τις συμπληγάδες της κρίσιμης στιγμής του πρώτου ρίγους, το βάσανο της Οδύσσειας συνεχίζεται. Είναι το βάσανο της αλυτρωτικής μνήμης. Που ξηλώνει αλύπητα τα ξέφτια της ζωής μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου