Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

 Μέρος δέκατο έβδομο




Είχε αφήσει το κορμί της να χυθεί στην καρέκλα, μόλις δυο μέτρα απέναντί μου. Κι έτσι καθισμένη, έγερνε το κεφάλι της ελαφρά πίσω, κοιτάζοντας τις κορφές των δέντρων της πλατείας. Τα μέλη της σαν παραλυμένα, αφημένα από ‘δω κι από ‘κει. Το ένα χέρι στο τραπέζι δίπλα της, το άλλο ακουμπισμένο στα γόνατα, το ένα πόδι τεντωμένο μπροστά, το άλλο λυγισμένο και γυρτό προς τα έξω. Το φουστάνι της απλωνόταν κι αυτό στην καρέκλα δώθε κείθε, πέφτοντας ανέμελα και κατά τύχη θαρρείς ανάμεσα στους μηρούς, έτσι όπως απέμεναν ελαφρώς ανοιγμένοι. Κάπου, κάποτε, έδεναν τα άκαμπτα χέρια των νεκρών σταυρωτά πάνω στην ξυλιασμένη κοιλιά τους με λευκό πανί, για να τους θάψουν καθώς πρέπει. Εδώ, τώρα, το ριγμένο φουστάνι ανάμεσα στα πόδια της έμοιαζε να κάνει την ίδια δουλειά. Κι ήταν γλυκιά πολύ μέσα σε αυτό το λευκό ρούχο, με τις φαρδιές τιράντες – η μια ξαμολυμένη χαμηλά στο μπράτσο, η άλλη έστεκε ακόμα πάνω στον εύθραυστο ώμο της. Κομψή σα δεσποινίδα, αθώα σαν κοριτσάκι, παραδομένη σαν ερωτευμένη γυναίκα.

Άκρα λεπτεπίλεπτα, γόνατα τορνευτά, γαμπούλες σάμπως παιδικές κι αστράγαλοι μικρούτσικοι σαν μίσχος παπαρούνας. Το μικροσκοπικό κορμί της είχε μια χάρη αόρατη, μια ομορφιά βαθειά, έμοιαζε πλακωμένο από κάποιο βάρος. Το δέρμα της ωχρό, φέγγει στο μισοσκόταδο. Μα πιο πολύ φέγγουν τα μάτια της, τα λυπημένα, τα χωρίς βλέμμα. Λες και τα μάτια της είχανε ρουφήξει όλη τη ζωή από το κορμάκι αυτό, το τρεμάμενο μέσα στην ακινησία του, κι έμεναν στηλωμένα στον άφαντο ορίζοντα, τον πάνω από τα δεντρα της πλατείας και πίσω από τις πολυκατοικίες, αναμένοντας κάποια Θεία Χείρα να κάνει τον κόμπο της ζωής δάκρυα στις κόγχες τους, ή να την αποτελειώσει.

Καθόταν εκεί, με το λαιμό τεντωμένο κι ανυπεράσπιστο, με τα κερένια της δάχτυλα, φιτιλάκια τσουρουφλισμένα, να ψάχνουν, χωρίς να σαλεύουν μια στάλα, ν’ ακραγγίξουν τι; Καθόταν ήσυχη, με την ωραία μορφή της πνιγμένη στην εγκαρτέρηση χωρίς βασανισμό. Σαν τη γυναίκα που μόλις έθαψε άντρα, γιους και κόρες κι απελευθερωμένη από κάθε αγωνία περιμένει επιτέλους και τη δική της λύτρωση από το υφάδι της Μοίρας. Οι θόρυβοι της γειτονιάς, το βουητό των δρόμων, οι φωνές στην πλατεία και μια μουσική να παίζει από το απέναντι μπαλκόνι ένα τραγούδι γνωστό, μα μία και μοναδική φορά παιγμένο έτσι – ένα πιάνο, κι η αγαπημένη φωνή με το σφαγμένο γρέζι σε κάθε «α»: “I was riding, I was riding…” – όλοι, όλοι οι ήχοι μαζεύονταν μπουλούκια οχλαγοής και στριμώχνονταν γύρω της και θρυμματίζονταν πέφτοντας ολόγυρά της, αφήνοντάς την ανέγγιχτη παρθένα μετά από τον πιο άγριο κι αποτρόπαιο βιασμό.

Και φούσκωνε το στήθος της από τα βουβά αναφιλητά, και χόρευε το στήθος της από τη λαιμαργία της να ανασάνει, να ανασάνει τη ζωή. Κι ακούνητη γυρνούσε προς τα μέσα της το τρέμουλο από το ντροπιαστικό λαχάνιασμα της κόπωσης. Μια ψυχή ψόφια μέσα σε μια σάρκα κραυγάζουσα. Και τρανταζόταν το μικρό μεταλλικό τραπεζάκι από την αδράνεια του ισχνού χεριού της. Κι έτρεμαν επάνω του τα γυάλινα ποτήρια κι η καράφα, και τσούγκριζαν όλα μεταξύ τους στην υγειά της, και χυνόταν παντού το κρασί και το νερό, μουσκεύοντας τις λαδωμένες χαρτοπετσέτες. Το πιρούνι χοροπηδούσε πλάι στο πιάτο με το μεζέ, σαν από παραμύθι βγαλμένα, μαγεμένα φασαριόζικα αντικείμενα έσκουζαν “Φάε με! Πιες με!”  Κι όλα ξεφώνιζαν από την τόση της ησυχία και πλάνταζαν βουβά κι αυτά μαζί της.

Έπαιζε το πιάνο, έπαιζε από το απέναντι μπαλκόνι, κι έλεγε η φωνή η γνώριμη “I got a feeling that just wont go away…”

Πώς γίνεται ένα τόσο δα κορμάκι να μοιάζει τόσο βαρύ στα μάτια μου; Ασάλευτο έμενε, σα φοβισμένο, σαν ετοιμοθάνατο, που μόνο η σαν ανεμικό αναπόδραστη κίνηση του φουστανιού πάνω στα στήθη της μαρτυρούσε ότι το κορμάκι αυτό είχε ακόμα ζωή μέσα του.

Θα πρέπει να είχε αγαπηθεί πολύ, και να είχε αγαπήσει άλλο τόσο. Με ταπεινότητα κι υποταγή, με χαμόγελο ματωμένο από τον καημό, με μάτι τρελαμένο από τον πόθο, με καρδιά βγαλμένη κι αφημένη στα χέρια εκείνου, σπαρταριστή και τρεμάμενη κι υπόκωφα δονούμενη. Σα νεοσσός, που μόλις βγήκε από το αυγό, εξαρτημένος κι ανύπαρκτος, με μια ζωή χάρισμά του στις φρικιαστικές, άχρηστες, από διάφανο πετσί φτερουγίτσες του, να μην έχει τι να την κάνει μόνος του. Με το κεφάλι υψωμένο στον ουρανό, το στόμα να χάσκει αναμένοντας το τάισμα της μάνας, τη Θεία Χείρα της συμπόνιας, ή το ανελέητο πεινασμένο γεράκι να τον κατασπαράξει με τα νύχια του.

Με τον λαιμό της τραβηγμένο πίσω, αφημένο το κεφαλάκι της πάνω στα στρωσίδια, να αναμένει να την κατασπαράξει εκείνος με τα λαίμαργα χέρια του, με το γλυκόπιοτο φαρμάκι των χειλιών του. Θα πρέπει σίγουρα να αγαπήθηκαν πολύ, με μια ευτυχία άγρια και ζωώδη, γεννημένη από το σμίξιμο των κορμιών τους. Θα πρέπει σίγουρα ν’ αγάπησε πολύ και ν’ αγαπήθηκε άλλο τόσο, δίχως να ξέρει η καημένη πόσο μάταιο είναι ν’ αγαπάς και να σ’ αγαπούν. Το γλυκολάλητο τραγούδι του έρωτα, θα πρέπει σίγουρα να το σιγοψιθύρισε, με σώμα παλλόμενο και μάτια κλειστά, με ανάσα σβησμένη από τα φιλιά και με ψυχή αμαρτάνουσα και ελεήμονα.

Μόνο όποιος έχει ακούσει να του ζητούν συγχώρεση τα μουγκά φιλιά του εραστή, μόνο όποιος έχει εκλιπαρήσει για έλεος πεσμένος κι απελπισμένος σε μια αγκαλιά, μόνο αυτός θα καταλάβει.

Άραγε την άκουγε τη μουσική; And if you think you got everything you came for. If you got everything and you don’t want no more…”

Όχι, δεν την άκουγε, αλλιώς θα σάλευαν έστω τα χείλη της, θα ψιθύριζε κι εκείνη τους στίχους.

Σπασμένα κλαδιά τα χεράκια της έμεναν εκεί, παρατημένα. Τα μάτια της, τα χωρίς βλέμμα, καρφωμένα πάνω από τις ταράτσες, στο μαβί του ουρανού, στο ξεψυχισμένο χρυσοκόκκινο του ηλιοβασιλέματος, στον σβησμένο ήλιο, πέρα σε κάποιον ορίζοντα, πιο πέρα ακόμα, στο μολυβί γαλάζιο κάποιου Αιγαίου. Όλα νυχτώνουν γύρω. Το σκοτάδι βαραίνει αργά αργά από τη μεριά της ανατολής και τα θαμπωμένα φώτα της πλατείας κάνουν τώρα το δέρμα της να μοιάζει ακόμα πιο χλωμό.

Ένα δειλό αεράκι έφερε με ξεδιάντροπη ορμή μια τούφα από τα μαλλιά της πάνω στο ωραίο της πρόσωπο. Μισόκλεισε τα μάτια, τα ξανάνοιξε, εκείνος όρθιος μπροστά της έβαζε τα ρέστα που του είχε επιστρέψει ο Σαϊμίρ στην τσέπη του.

«Πάμε;» της είπε.

Το ένα της πόδι, το τεντωμένο, μαζεύτηκε, το ένα της χέρι, το ξεχασμένο στο τραπέζι, συμμάζεψε την πεσμένη τιράντα, έπειτα συμμάζεψε και την τούφα, να μην υπάρχει τίποτα να σκιάζει τα άδεια μάτια, τα φορτωμένα λύπη και κάματο μιας αγάπης που κατέληξε όπως έπρεπε να καταλήξει.

«Φεύγουμε;» επανέλαβε εκείνος.

Γύρισε αργά να ξεκρεμάσει την τσάντα της από την πλάτη της καρέκλας, οι μηροί της ακόμα μισάνοιχτοι, καρφωμένο το κορμί της, ασήκωτο, τον ρωτούσε «Να πάμε πού;» Κι έπειτα απαντούσε, μόνο του πάντα, ήσυχα, αθόρυβα και σιωπηλά, έτσι όπως σηκώθηκε νωθρά κι ακολούθησε τον συνοδό του, «Να πάμε. Να πάμε στο σπίτι μας. Όπως πρέπει.»

Και μόνο το λευκό της φουστάνι έμεινε να ανεμίζει από το δειλό αεράκι όπως απομακρύνονταν και να ωρύεται « Όχι! Εκεί είναι όλα ξεχερσεμένα, σκληρά κι αδυσώπητα! Εδώ άσε με να μείνω, εδώ να μη σαλεύω!»

Και σε κάθε της βήμα ξεχύνονταν από τον λευκό της ποδόγυρο τσαλαπατημένα κρίνα.

Για να διαγραφεί τόσο ανήξερη μια κοιλίτσα τόση δα, φουσκωμένη λιγουλάκι.

Ο έρωτας κι ο θάνατος, αυτά μόνα κινούν τον κόσμο μας και τίποτε άλλο.

Ο ουρανός βάραινε πίσω τους όλο και περισσότερο, κι η φωνή του τραγουδιστή από το απέναντι μπαλκόνι έσβηνε ανάμεσα στις φωνές της χορωδίας, με τις τελευταίες φρενιασμένες νότες μιας ολόκληρης ορχήστρας, πλέον. Τα βιολιά μοιρολογούσαν για τα κρίνα, τα κρουστά φοβέριζαν για αυτό που ερχόταν και που τους περίμενε. Μια γυναικεία δεύτερη φωνή σιγοντάρισε για λίγο τις υπόλοιπες, τέλεια συντονισμένη, τέλεια συνεσταλμένη, ανάκουστη κι αδιόρατη, με τη σιγουριά της Μοίρας και της Νέμεσης. Βούιζε η μελωδία μέσα σε χειροκροτήματα κι ενθουσιώδεις απειλητικές ιαχές. 

Το πιάνο πνίγηκε κι αυτό στα βουίσματα.

Ο ουρανός τούς πλάκωσε και χάθηκαν στα σκοτάδια του δρόμου.

----------

Πηγή έμπνευσης:  https://www.youtube.com/watch?v=TJZDyIz-0lk




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου