Μέρος πρώτο
Ανέβαινα τη μεγάλη λεωφόρο της γειτονιάς επιστρέφοντας στο σπίτι μου, Σάββατο σχεδόν μεσημέρι, όταν άκουσα να καταφθάνουν οχήματα κορνάροντας σα να συνοδεύουν κάποιον μελλόνυμφο. Γύρισα και είδα μια πομπή σπαρακτική. Δεκάδες μηχανές, με νέα παιδιά ανηφόριζαν προς το νεκροταφείο της περιοχής. Ένα από τα μεγαλύτερα του λεκανοπεδίου, από αυτά που σου «νοικιάζουν» μια πιθαμή γη για τρία χρόνια κι έπειτα με δυο φτυαριές και μέσα σε τρία λεπτά σε ξεβολεύουν - φυσικά με το αζημίωτο - , τινάζουν από πάνω σου τα χώματα και κομμάτι κομμάτι σε πετάνε σε μια μαύρη σακούλα για να σε στριμώξουν σε ένα οστεοφυλάκιο. Κι αυτή η διαδικασία, της εκταφής, πάει καλά αν ολοκληρωθεί με την πρώτη. Αν το κουφάρι σου αποδειχθεί αντιστασιακό, σε μετακομίζουν λίγο παραπέρα σε ένα άλλο κομμάτι γης, περιφραγμένο με σκουριασμένο συρματόπλεγμα, σε ένα καινούριο σπιτικό, χωρίς σταυρό κι εικονοστάσι, και σου δίνουν διορία ένα χρόνο ακόμα να σαπίσεις επιτέλους. Όλα αυτά, βέβαια, δε θα συμβούν ποτέ σε όσους έχουν καμπόσα χιλιάρικα να διαθέσουν για να αγοράσουν έναν τάφο “φιλέτο” σε ένα από τα πιο περιζήτητα νεκροταφεία της πρωτεύουσας. Μια ζωή φέσι για να βάλεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου, και μόλις ξεχρεώσεις, περί τα δέκα χρόνια αποταμίευσης για να βάλεις μια για πάντα ένα κομμάτι καλοστολισμένο κι αξιοζήλευτο μάρμαρο πάνω από το πτώμα σου. Σκέψεις...σκέψεις άσκοπες. Καλά κάνουν κι οι μεν κι οι δε. Αλί σ’ αυτούς που μένουν πίσω και (τα) σκέφτονται.
Ανηφόριζε, λοιπόν, η πομπή τη μεγάλη λεωφόρο κορνάροντας σα σε γάμο. Πρώτα, καμιά δεκαριά μηχανάκια, μετά η νεκροφόρα κι από πίσω δυο τρία αυτοκίνητα κι άλλες τόσες μηχανές. Όλοι με τα αλάρμ αναμμένα και τα χέρια κολλημένα στα κλάξον. Το λευκό, ανθοστολισμένο φέρετρο μέσα στο μαύρο αυτοκίνητο μου αφαίρεσε δυο ανάσες και μου έφερε δυο δάκρυα στα μάτια. Σε γάμο πήγαιναν τα παιδιά.
Οι μνήμες ζωντανεύουν με το τίποτα, από το τίποτα, από το πιο τυχαίο συγκλονιστικό, από το πιο περαστικό εφήμερο. Κι οι κατοπινοί συνειρμοί καταφθάνουν εκθαμβωτικοί. Θυμήθηκα μιαν αφήγηση του Σιάτρα. Κάποιος του είχε τηλεφωνήσει μια νύχτα αργά, μεσάνυχτα, και του ζήτησε να πάει το επόμενο πρωί να πει ένα τραγουδάκι για τον γάμο της κόρης του*. Κι έτσι, από τη μεγάλη αστική λεωφόρο, ταξίδεψα στη μία πατρίδα μου - κι ευτυχώς έχω πολλές πατρίδες -, στα «τραγουδάκια» της, στους δικούς μου ανθρώπους, στους δικούς μου νεκρούς. Και θυμήθηκα ιστορίες, όχι του βουνού, ούτε του λόγγου, μα χαμηλότερα, του κάμπου.
«Σύρ’ φέρε μ’ τη μαντήλα μ’, μωρ’ Κούλα, να σκιπάσ’ του κιφάλι μ’, μέρα που ‘ν’.»
«Τι μέρ’ είν’ βρε μάνα;», ρώτησε η Κούλα την από χρόνια κατάκοιτη και μισοχαζεμένη, άνω των ενενήντα, πεθερά της.
«Φέρε μ’ τη μαντήλα μ’ σ’ λιέου, αφούνα διν ουγάου να σύρ’ να πω ιένα τραγουδάκ’ τ’ πιδιού μ’».
Η Κούλα έκανε όπως την πρόσταξε η Κακομάνθαινα, της φόρεσε τη μαύρη μαντήλα στο χιονάτο κεφάλι της – μαντήλα που από τα τριάντα της, περίπου, δεν την είχε αποχωριστεί η γριά, μέχρι που έπεσε στην ανάγκη των άλλων και δεν όριζε ούτε το κορμί της ούτε το μυαλό της, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Κι έκλαψε η Κούλα επιτέλους μπροστά της, χωρίς φόβο κι αγωνία μην τυχόν και καταλάβει τίποτα η μάνα. Τόσοι μήνες σιωπής και πνιγμένου πόνου, μπες-βγες στην κάμαρα της γριάς. Να μην καταλάβει η μάνα, η μέρα-νύχτα αμίλητη, η σκοτισμένη στα σκοτάδια του γηραιού μυαλού της. Να μην καταλάβει πως θα έθαβε και τέταρτο παιδί πριν τη θάψουν και την ίδια.
Τόσοι μήνες, τόσοι λίγοι, ευτυχώς – που έλεγαν οι περισσότεροι. Ευτυχώς που δεν ταλαιπωρήθηκε πολύ ο άνθρωπος. Επειδή το εν ζωή σάπισμα της σαρκός είναι φαίνεται φρικιαστικότερο από το θάνατο. Λες κι ο άνθρωπος γεννιέται για άλλο λόγο, πέρα από το θάνατο. Λες και το σαρκίο του δεν είναι προορισμένο για να σαπίσει. Λες κι η ζωή η ίδια δεν είναι ολάκερη μια προετοιμασία για το θάνατο. Όλα είναι πλάνη κι αντίλαλος, “η ζωή είναι μια γέφυρα, πέρασέ την, αλλά μη χτίσεις εκεί το σπίτι σου.”** Ή αλλιώς, “από το χώμα ερχόμαστε, στο χώμα επιστρέφουμε. Στο μεταξύ διάστημα, παριστάνουμε τους κηπουρούς”.***
Ας είναι. Ευτυχώς, λοιπόν, που ο Στάθης, ο γιος της Κακομάνθαινας κι ο άντρας της Κούλας, δεν ταλαιπωρήθηκε πολύ. Κι αφού η Κούλα χτένισε κι έβαλε τη μαντήλα στην πεθερά της, την ξάπλωσε στο κρεβάτι, φώναξε τη γειτόνισσα να την παραστέκει, έβαλε κι αυτή τη μαύρη μαντήλα της στα ακόμα καστανά μαλλιά της κι άλλαξε για δεύτερη φορά στη ζωή της όνομα. Από Βασιλική σε Κούλα πρώτα, κι από Κούλα σε Κακοστάθαινα τώρα. Κι έσυρε να πάει αυτή να πει ένα τραγουδάκι στον άντρα της, μαζί με το υπόλοιπο χωριό.
Τον μικρό της γιο, παλικάρι από τα λίγα του χωριού, τον κρατούσαν δυο μπαρμπάδες του, να μπορεί να περπατήσει – ή καλύτερα, τον έσερναν ολόρθο – ως το νεκροταφείο στην παλιά εκκλησία του χωριού. Κι εκείνος, σε όλο το δρόμο, χτυπούσε σε κάθε βήμα τα πόδια του στη γη να τα σπάσει, να σακατευτεί κι αυτός, ή να σπάσει κι η γη κάτω από τα πόδια του, να σακατέψει τα έγκατά της της άσπλαχνης, που ετοιμαζόταν τόσο βουβά κι αδιάφορα να δεχτεί στα σπλάχνα της το κορμί του πατέρα του. Και πήδαγε με ολοφυρμό και τάνιζε μπρος πίσω το κορμί του και φώναζε κι αναρωτιόταν “γιατί;” και κάκιζε τον νεκρό που τον άφησε μόνο, ενώ εκείνος δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Και κρεμόταν στα μπράτσα των μπαρμπάδων του, που ίδρωναν κι ούτε να κλάψουν δεν μπορούσαν τον νεκρό αδερφό τους. Θες επειδή είχαν το νου τους στον ανιψιό τους, που σπάραζε κοτζάμ παλικάρι να ακούσει τον οδυρμό του όλος ο κάμπος, θες επειδή στην πατρίδα μου αυτή δεν επιτρέπεται στους άντρες να κλαίνε;
Ποιος μπορεί να πει κάτι ώρες σαν κι εκείνη; Και ποιος μπορεί να κρίνει τον τρόπο που πονάει ο καθένας; Άλλοι κλαίνε για μέρες, άλλοι για χρόνια, άλλοι αδειάζουν το βλέμμα τους λες κι ο νεκρός πήρε μαζί του και τη δικιά τους την ψυχή, και σε κοιτάνε σαν κι αυτοί από τον άλλο κόσμο. Άλλοι σκληραίνουν ξαφνικά και μισούν όλους τους ζωντανούς, μισούν και τον εαυτό τους. Άλλοι γεμίζουν το σπίτι φωτογραφίες του συχωρεμένου αγαπημένου, άλλοι βουρκώνουν κάθε φορά που προφέρουν το όνομά του, κι άλλοι δε χύνουν ούτε μισό δάκρυ και συνεχίζουν τη ζωή τους, επειδή αυτό θα ήθελε κι ο συχωρεμένος. Ο καθένας έχει τον τρόπο του. Και δεν είμαι εδώ για να μιλήσω για όλα αυτά, μα μόνο για τον κάμπο, μόνο για αυτό μου το χωριό.
Στην πατρίδα μου αυτή, τον αποχαιρετισμό των νεκρών τον επωμίζονται αποκλειστικά οι γυναίκες. Και τη μετέπειτα φροντίδα τους και τη μνήμη τους, στα εννιάμερα, στα σαράντα και στους χρόνους που ακολουθούν. Με τα τραγουδάκια τους. Έτσι τα λένε τα μοιρολόγια στον τόπο ετούτο. Τραγουδούν όσο να τον θάψουν τον δικό τους άνθρωπο, τον ξενυχτούν με τραγούδια το βράδυ πριν την ταφή - όπως τραγουδούν γύρω από τα προικιά τη νύχτα πριν το γάμο - τραγουδούν πάνω από τον τάφο, τραγουδούν σε κάθε μνημόσυνο από εκείνη τη μέρα και για πάντα. Τα κόλλυβα τα λένε “σταράκ’”, κι είναι κάθε φορά ο δίσκος που τα περιέχει ένα κέντημα. Κάθε απόγευμα οι χήρες πάνε στο μνήμα του νεκρού τους. Οι αδιανόητες, απερίγραπτες, μαυροντυμένες μάνες επίσης. Για να ποτίσουν τα λουλούδια που έχουν οι ίδιες φυτεμένα στον τάφο και φυσικά για να ανάψουν το καντήλι. Κάθε Μεγάλη Παρασκευή πρωί, οι μαυροντυμένοι ανθρώπινοι όγκοι πάνε κι έρχονται πάνω από τους τάφους των αγαπημένων, να ασβεστώσουν τα τσιμέντα, να σαπουνίσουν τα μάρμαρα, να γυαλίσουν τα καντήλια, να έχει να ζηλέψει ο Θεάνθρωπος στον μυρωδάτο του Επιτάφιο πάστρα και λάμψη. Η γυναίκα που ενώνει την οικογένεια εν ζωή, την ενώνει και εν θανάτω. Η γυναίκα που φροντίζει τον άνθρωπό της εν ζωή, τον φροντίζει και εν θανάτω. Στον τόπο ετούτο “ο θάνατος δίνει νόημα στη ζωή των ζωντανών”****. Με όλο θάρρος της καταγωγής, θα προσέθετα μία ακόμα λέξη στη φράση του Κινγκ: “...στη ζωή των ζωντανών γυναικών”.
Οι άντρες στον τόπο αυτό, μηρυκάζουν και καταπίνουν τον θάνατο των αγαπημένων τους με διαφορετικό τρόπο, αλλά κι αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Η Κούλα, λοιπόν, μαζί με την αδερφή του Στάθη, έσκυψαν, δυο μαύροι μπόγοι από πανιά, πάνω από τον τάφο και τραγούδησαν. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι κι ορισμένοι στίχοι για τα μοιρολόγια τους. Μόνο ασυγκέντρωτα και προορισμένα λόγια. Κάθε μοιρολόι “φτιάχνεται” εκείνη τη στιγμή κι εξαρτάται από τον νεκρό στον οποίον απευθύνεται κι από τον πενθούντα που του το απευθύνει. Είναι η συναισθηματική υστερική κατάσταση της μοιρολογίστρας, είναι το ράγισμα της φωνής, το μέγεθος της απελπισίας, ο φυσικός ήχος της απώλειας, το σεκόντο των υπολοίπων συγγενών, που μετατρέπουν την ώρα της ταφής σε λυτρωτικό πανηγύρι της ψυχής, σε ένα τελετουργικό καθαρμού, σε μια υπόσχεση της μετά θάνατον ζωής και σε μια επιβεβαίωση της τωρινής ζωής.
Η Κούλα κι η αδερφή του Στάθη τραγούδησαν εκείνη την ημέρα και για λογαριασμό της Κακομάνθαινας, που τίποτα δεν έπρεπε να καταλάβει, που τίποτα δεν καταλάβαινε και που όλα τα ήξερε από την αρχή. Τραγούδησαν για να παρηγορήσουν την ψυχή του φευγάτου, τις ψυχές των παριστάμενων συμπαραστατών, και τις δικές τους ψυχές.
Η μία και μοναδική ανιψιά του Στάθη, αυτή που ήταν η μόνη υπενθύμιση του βαφτιστικού ονόματος της μάνας του, της Κακομάνθαινας, ξενιτεμένη σε ένα μακρινό νησί - στο “νησί των λωτοφάγων” - δεν προλάβαινε να πάει. Πήγε στα σαράντα, μα δεν μοιρολόισε, επειδή ήταν πολύ νέα και άρα πολύ αλαζονική τότε ακόμα και δε “χαμπάριαζε” από τέτοια.
Ο μεγάλος γιος του, επίσης δεν μπόρεσε να πάει, επειδή ήταν στην Αθήνα και περίμενε από ώρα σε ώρα τη γυναίκα του να γεννήσει το δεύτερο παιδί τους. (Ο Στάθης πρόλαβε "να χαρεί" ένα εγγόνι από τον μεγάλο του γιο, τον Μάνθο, τον μικρό Σταθάκη. Με το που μαθεύτηκε το νέο της δεύτερης εγκυμοσύνης της νύφης του, μαθεύτηκε και το νέο για την αρρώστια του.) Έτσι έρχονται οι χαρές στη ζωή, μαζί με τον πόνο. Για να θυμούνται οι άνθρωποι την αναξιότητα και τη μικρότητά τους. Για να θυμούνται πως άδολη χαρά δεν υπάρχει, πως οι Αρχάγγελοι των Ευαγγελισμών και οι Αρχάγγελοι του Θανάτου είναι όλοι πιστοί υπηρέτες του ίδιου Αφέντη. Αυτού που όλα τα διαφεντεύει με την ανεξιχνίαστη βουλή Του, την οποία αφού δεν κατανοούμε ονομάζουμε “σοφία”.
Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, τα ετήσια πανηγύρια για τις γιορτές των Αγίων στον τόπο αυτό ξεκινούν πάντα με ένα μοιρολόι, κι έπειτα ακολουθούν τα τσάμικα και οι συρτοί. Επειδή οι άνθρωποι εδώ - χαροκαμένοι από πάντα εξαιτίας της σοφίας του Θεού ή της ανοησίας των ανθρώπων - ξέρουν ότι του χρόνου μπορεί κάποιοι να λείπουν. Τα γλέντια τους είναι η χαρά που έσμιξαν κι η προεξόφληση ότι με την ίδια σύσταση, με τις ίδιες παρέες, δε θα ξανασμίξουν.
Στην πατρίδα μου αυτή, στις γιορτές τραγουδούν για να ξορκίσουν την εφήμερη ζωή, και στις κηδείες για να ξορκίσουν τον αιώνιο θάνατο.
----------
*Σάββας Σιάτρας, Ηπειρώτης τραγουδιστής δημοτικών παραδοσιακών τραγουδιών. Σε παλαιότερη συνέντευξή του είχε περιγράψει ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα κάποιου φίλου, που ουσιαστικά τον καλούσε να πει ένα μοιρολόι στην κηδεία της κόρης του.
** Ζυράννα Ζατέλη, “Και με το φως του λύκου επανέρχονται”, εκδ. Καστανιώτη (1993)
***Αργύρης Χιόνης, “Ό,τι περιγράφω με περιγράφει”, εκδ. Γαβριηλίδης (2010)
****Κρίστοφερ Κινγκ, “Ηπειρώτικο μοιρολόι”, εκδ. Δώμα (2018)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου