Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

Ο θυρωρός της πολυκατοικίας στον αριθμό 9

Καθόταν πάντα σκυφτός και σιωπηλός στο θυρωρείο του.
Μια καλημέρα βιαστική του έλεγε τα πρωινά, με μια καλημέρα της απαντούσε κι αυτός χωρίς να την κοιτάξει. Μόλις όμως τον προσπερνούσε και κατέβαινε τα σκαλιά προς την έξοδο σήκωνε το βλέμμα και την παρακολουθούσε μέχρι να στρίψει και να χαθεί στην απέναντι γωνία.
Της παρέδιδε κάθε μεσημέρι που επέστρεφε την αλληλογραφία της. Πάντα σιωπηλός, απαρατήρητος και παρατηρητικός.
Κάποτε έμαθε ότι αποφάσισε να μετακομίσει και να νοικιάσει το σπίτι αυτό στην πολυκατοικία με τον αριθμό 9.
Πέρασαν χρόνια. Ο ενοικιαστής ήταν καλό παιδί. Έντεκα χρόνια στην πολυκατοικία δεν είχε δώσει δικαίωμα. Και τα ενοίκια τα έβαζε ανελλιπώς κάθε μήνα.
...
Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Αφού αργά ή γρήγορα στα σπίτια μας θα μένουν ξένοι. Τι άλλο;
Μόνο την ανάμνηση των στιγμών και την σταθερή απεμπόληση της ευτυχίας. Μέσα στην έγκαιρη επανάληψη του μισθώματος που είναι μια άλλη μορφή αναγνώρισης της ιδιοκτησίας.
Το έσοδο από το ενοίκιο δεν ήταν σημαντικό. Εξάλλου είχε μάθει να μη χρειάζεται τα χρήματα. Τα ξόδευε αμέσως. Τα έδινε στον πρώτο κουρελή που έβρισκε μπροστά της, άλλοτε τα έπινε σε ολονύχτιες συνάξεις με τους καινούργιους φίλους, κάποτε αγόρασε τις πιο ακριβές γόβες και τις χάρισε στο κορίτσι του κάτω πατώματος, μια φορά μίσθωσε ένα ζιγκολό και πέρασε μια ολόκληρη νύχτα πάνω στο ακατάβλητο όργανο της ηδονής.
Δεν τα χρειαζόταν γι' αυτό τα ξόδευε αλόγιστα, αλλά δεν χάριζε ούτε ένα νοίκι.
Γιατί μέσα στην έγκαιρη επανάληψη της καταβολής έβρισκε την άμεση διασκέδαση της ύπαρξης.
9, 8, 7, 6, 5, 4, 3, 2, 1, 0.

Κι ένα πρωινό του Φλεβάρη την είδε να μπαίνει στην πολυκατοικία με τον αριθμό 9 μετά από έντεκα ολόκληρα χρόνια.
"Καλημέρα!", του είπε.
Ευγενικά, κεφάτα, αδιάφορα, αλόγιστα.
Έτσι όπως ξόδευε τα νοίκια που δε χάριζε.

"Δεν δίνω δεκάρα για Σένα", της απάντησε "και Σ' αγαπάω παράφορα..."


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου