Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Και κάπως έτσι κυλάει η ζωή


Στα δεκαέξι της ορφάνεψε από πατέρα η Βασιλική. Ήρθαν ένα πρωί αντάρτες στο σπίτι τους και τον γύρεψαν. Βγήκε έξω εκείνος, σα να τους περίμενε, και τους ακολούθησε. Και φυσικά τους περίμενε, από μέρες ακουγόταν ότι ο Βαγγέλης Στασινός αρνήθηκε να δώσει δέκα γίδια που του ζήτησαν για τον Αγώνα. Τον είχαν όλοι ήδη ξεγραμμένο, ποιος ο λόγος λοιπόν να προβάλει αντίσταση στους αντιστασιακούς;
Η Βασιλική έκανε να τους πάρει από πίσω. Γύρισε ένας απ' αυτούς και της είπε αυστηρά: "Μείνε με τη μάνα σου και τ' αδέλφια σου, θα τον φέρουμε πίσω ως τ' απόγευμα."
Ούτε τα κόκαλά του δε βρήκαν ποτέ.
Έμεινε ένα χρόνο ακόμη η Βασιλική με τη μάνα της και τα πέντε μικρότερα αδέλφια της στο ορεινό χωριό της Ηπείρου. Έπειτα την έστειλαν ψυχοκόρη στα Γιάννενα, στο σπίτι μιας μακρινής ξαδέλφης που είχε παντρευτεί δικηγόρο κι είχε μεγαλοπιαστεί. Είχε έρθει η ώρα να φτιάξει κι η Βασιλική την προίκα της και να προικίσει και τις άλλες τρεις μικρότερες αδελφές της.
Το βράδυ που ήρθε ο δικηγόρος στην κρεβατοκάμαρά της, εκείνο το ίδιο βράδυ, τα μάζεψε κι έφυγε. Δεν είπε κουβέντα σε κανέναν, η μάνα της έμαθε τη δικηγορίστικη αλήθεια της μακρινής ξαδέλφης και την ξέγραψε την κόρη της.
Νοίκιασε στην Πάτρα ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Τσαμαδού, στο ισόγειο είχε ο σπιτονοικοκύρης μπακάλικο. Έπιασε δουλειά στο ταμείο ενός κινηματογράφου.
Τα χρήματα που έβγαζε δεν ήταν αρκετά,  ώσπου άρχισε να παρατηρεί τα λαίμαργα βλέμματα των ανδρών πίσω από το τζάμι του ταμείου όση ώρα τούς μετρούσε τα ρέστα.
Την απόφαση δεν άργησε να την πάρει. Και τι είχε εξάλλου να χάσει; Ούτε αφεντικά, ούτε μεροκάματα λειψά, ούτε μετρημένα κουκιά, ούτε σκοτούρες για προίκες κι εντιμότητες. Κυρία του εαυτού της, ίσως;
Ο Θοδωρής ήταν δεκαοκτώ όταν την είδε να του χαμογελάει δίνοντάς του το εισιτήριο κι ένα προσεκτικά διπλωμένο χαρτάκι με τη διεύθυνσή της γραμμένη πάνω.
Το ίδιο θλιμμένο χαμόγελο αντίκρισε το επόμενο πρωί όταν του άνοιξε την πόρτα.
Το κατάλαβε η Βασιλική ότι την έχασε την όρεξή του, της είχε συμβεί και με άλλους πελάτες. Έφταιγε αυτό της το χαμόγελο που ξεχείλιζε ορφάνια, φτώχια, κι αδικία.
Τον έβαλε να κάτσει στο κρεβάτι, του έδωσε να πιει κονιάκ, τον άφησε να ξεφυλλίσει ένα περιοδικό με γυναίκες γυμνές, λαχταριστές, μόνες ή δυο δυο.
Αναθάρρεψε λίγο ο Θοδωρής, ξάπλωσε πίσω και την κοίταξε με αγωνία. Το κατάλαβε εκείνη πως ο μικρός δεν ήξερε από αυτά.
Ανέβηκε πάνω του και σήκωσε τα φουστάνια της, κιλότα δε φορούσε,  μόνο κάτι μαύρες φτηνές ζαρτιέρες που μάγκωναν ψηλά στα μπούτια τις κάλτσες της. Τον χάιδεψε, τον φίλησε, μια υγρή ζεστασιά πρόλαβε να νιώσει εκείνος κι έλιωσε λιγωμένος στα χέρια της.
Έγινε τακτικός, πολλές φορές δεν του έπαιρνε λεφτά. Του μίλαγε για τα αδέλφια της, για το σπίτι στο χωριό, για τα κοπάδια τους που έγιναν η αιτία να ορφανέψει.
Κι όταν έβλεπε να καθρεφτίζεται στο πρόσωπό του το θλιμμένο της χαμόγελο, τον φιλούσε τρυφερά και μπλέκονταν οι μυρωδιές των κορμιών τους με τις μυρωδιές του μπακάλικου του ισογείου.
Έφυγε ο Θοδωρής να σπουδάσει στην Αθήνα, βρήκε καλή δουλειά κι έμεινε εκεί. Πέρασαν τα χρόνια, δεν ξανασυναντήθηκαν.
Κανείς δε νοιάστηκε τι απέγινε η Βασιλικη. Κανείς δε νοιάστηκε να αναστηλώσει ή έστω να γκρεμίσει το "σπίτι" της.
Στα πενήντα του έτυχε να περάσει ο Θοδωρής από την Τσαμαδού. Η ίδια μυρωδιά τυριών, αλλαντικών και ούζου ήταν εκεί, στα απομεινάρια του παλιού μπακάλικου. Η ίδια γεύση κονιάκ στο στόμα του. Τ' απάνω παράθυρα του χαμογελούσαν θλιμμένα όπως του είχε χαμογελάσει η Βασιλική πριν τριάντα χρόνια.
Ποτίζουν τα ντουβάρια μυρωδιές, γεύσεις και μνήμες.
Ριζώνουν και πήζουν μέσα μας οι αναμνήσεις.
Μια μπόχα ανάκατη έρωτα, χαμόγελα, αποφάσεις δύσκολες ή βολικές, πίκρα, αδικίες, κι ίσως κάποτε μια υποψία ευτυχίας.
Στέκουν μισογκρεμισμένες και σάπιες στην ψυχή μας οι αναμνήσεις, αφού κανείς μας δε νοιάζεται μήτε να τις αναστηλώσει μήτε να τις ισοπεδώσει.
Και κάπως έτσι περνούν τα χρόνια και κυλάει η ζωή. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου