Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

ΠΑΝΩ ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ

 


Αν με ρωτήσουν σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, τι ακριβώς έγινε εκείνο το βράδυ, θα απαντήσω ότι δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Ήταν – μάλλον – απλά μια συναυλία. Συναυλία, διαδήλωση, ή δήλωση διαμαρτυρίας, το ίδιο έκανε. Δεν είχε καν σημασία τι ήταν. Είχαμε μαζευτεί στο μεγάλο πάρκο για να ακούσουμε μουσική και να τραγουδήσουμε, για όλους εμάς και για εκείνους τους άλλους στις διπλανές γειτονιές, και για το κάθε παιδί της κάθε πλατείας και της κάθε γειτονιάς, το εθισμένο στα παραπτώματα, το εθισμένο στην αθωότητα, το μεθυσμένο με το άφταστο όνειρο.

Κι ήταν κι ο Λευτέρης κι η Κατερίνα, που μετρούσαν τριάντα πέντε μέρες απεργίας πείνας στη φυλακή.

 Δε θέλαμε να τσακωθούμε, ούτε να χτυπηθούμε με κανέναν. Θέλαμε μόνο να ακουστούμε, γρυλίζοντας τραγούδια σε μια τζάμπα συναυλία. Να γίνουμε, θέλαμε, αυλητές σε μια ελεγεία λύπης, και καταλήξαμε ακροατές ενός κακέκτυπου θούριου.

 Είναι κάποιες ιστορίες σκοτεινές κι άδικες, είναι οι επιθυμίες, οι φόβοι, η σιγουριά του δικού και ξένου δίκαιου, η ανυπόταχτη αλληλεγγύη κι η αναπόφευκτη συντροφικότητα, που γίνονται τραγούδια – στίχοι και φωνές ενωμένες χορωδιακά – κι αντιλαλούν ως ιαχές αγωνιστικές στους δρόμους, στα πάρκα και στις λεωφόρους, ως μέσα στα κελιά της φυλακής.

 Άρχισαν να μας χτυπάνε από παντού και παντού. Όπου μπορούσαν κι όπως μπορούσαν. Πηχτή η νύχτα, χωρίς φεγγάρι. Όλα γύρω μου έμοιαζαν μαύρα. Τα φώτα της πόλης σα να έσβησαν ξαφνικά, συνωμοτικά, κι όλα είχαν βυθιστεί στο σκοτάδι, για να μπορούν να μας χτυπάνε στο ψαχνό χωρίς να τους βλέπουμε. Μόνο τα γκλοπ γυάλιζαν, αντανακλώντας ένα φως ερεβώδες. Μα πού βρέθηκε τόσο φως συγκεντρωμένο σ’ αυτά τα ραβδιά μια τέτοια νύχτα; Ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά στις πλάτες μας. Θυμήθηκα τα λόγια μιας άλλης Κατερίνας, που πρόλαβε να «την κάνει» νωρίς για να μη δει πως τίποτα δεν αλλάζει, όσα δάκρυα κι αν χύσεις για το χατίρι των δακρυγόνων: «Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος.»

 Μαέστροι με μπαγκέτες φονικές, εμφανίστηκαν πίσω από τα δέντρα για να καθορίσουν το τέμπο της δικιάς μας συναυλίας, για να διευθύνουν και να σιγάσουν τις άναρχες φωνές της δικιάς μας χορωδίας. Έπρεπε να μας φιμώσουν για να νικήσουν. Ποιον πόλεμο και γιατί; Είναι άνθρωποι ηττημένοι μέσα τους, που δεν μπορούν να ανεχτούν κανενός είδους ήττα.

 Τι παράλογο μεθύσι που είναι το μίσος κι η βία. Ποιος ποιητής πρόσταξε να μεθάμε με την πίκρα της εχθρότητας; Παιδιά στην ηλικία μας, κάποιοι από αυτούς, ζούσαμε στην ίδια πόλη, ίσως με κάποιον από αυτούς να είχαμε συναντηθεί στο περίπτερο αγοράζοντας τσιγάρα. Ζούσαμε ζωές παράλληλες, σε αντίθετες τροχιές. Και τώρα, μες στα σκοτάδια εκείνης της νύχτας, είχαν γίνει για εμάς φιγούρες άυλες, κι εμείς έπρεπε να γίνουμε για εκείνους φιγούρες άλαλες.

 Έπειτα άρχισε να βρέχει. Οι σταγόνες αδιαφανείς, χυλωμένες και μαύρες, σαν το αίμα που δεν προλάβαινε να πήξει πάνω στις πληγές μας. Τα αστραφτερά γκλοπ έγιναν ηλεκτροφόροι κεραυνοί, που όσο δυνάμωνε η μπόρα τόσο πιο λυσσασμένα έπεφταν πάνω στα κορμιά μας και μας έκαιγαν, για να διώξουν από πάνω μας κάθε αμαρτία, για να κυλήσουν τα παραπτώματά μας, μαζί με τα λασπόνερα, στο καθαρτήριο των υπονόμων.

 Βρέθηκα μπροστά στη Λένα και τον Σωτήρη. Έγκυος ακόμα εκείνη, η τρελή…Ο Σωτήρης με είδε και την έσπρωξε στην αγκαλιά μου. Τα μάτια του έλαμψαν για μια στιγμή καθώς με κοίταξε, με την αγωνία και τη σιγουριά πιλότου βραδινού αεροπλάνου που κάνει κύκλους στον αέρα παλεύοντας να προσγειωθεί εν μέσω καταιγίδας. Τράβηξα τη Λένα από το χέρι, πιο πέρα ο Τάσος έφαγε μια γερή στην πλάτη για να μας ανοίξει δρόμο να περάσουμε, δίπλα μας κόλλησε κι η Ηλέκτρα, μαζεύοντας στη δικιά της πλάτη τις υπόλοιπες ξέμπαρκες.

 Πώς βγήκαμε στη λεωφόρο, πώς περπατήσαμε ως το σπίτι της Ηλέκτρας, πώς και πότε ξημέρωσε η επόμενη μέρα, δε θυμάμαι. Τα υπόλοιπα τα μάθαμε το επόμενο βράδυ στο σπίτι του Σωτήρη και της Λένας. Εκεί γνωρίσαμε για πρώτη φορά την Ουρανία.

 Καθισμένη στο κρεβάτι, χτυπημένη και σιωπηλή. Το πρόσωπό της πρησμένο και ματωμένο, έκανε τα φλογερά της μάτια να ξεχωρίσουν ακόμα πιο πολύ. Ποιος άγγελος της είχε δώσει αυτά τα μάτια και ποιος διάολος τα οδηγούσε; Ο Σωτήρης τη βρήκε στριμωγμένη να τις τρώει άσχημα και τη μάζεψε. Αυτό ήταν όλο. Σχεδόν όλοι πειστήκαμε, εκτός από τη Λένα – που ήταν ερωτευμένη – κι εμένα – που δεν πίστευα στην αθωότητα. Κάτι έλειπε από την αλήθεια του Σωτήρη. Έλειπε αυτό που θα στερούσε από εκείνον τη φωτεινότητα του αναμάρτητου συντρόφου και πατέρα. Έλειπε αυτό που θα με έκανε να πιστέψω και πάλι στην αγνότητα. Έλειπε ο μοναδικός τρόπος της Ουρανίας να αυτοσυστηθεί.

 Τρεις μέρες έμεινε η Ουρανία στο σπίτι μου. Ξαπλωμένη σε μια αμμουδιά υγρή από τη μεγάλη θάλασσα. Αιώνες τα κύματα πάλευαν να διαλύσουν αυτά τα βράχια, να τα κάνουν σκόνη, για να έρθει να ξαπλώσει εκείνο το κορίτσι σ’ ακρογιάλι γνώριμο μα πρωτοϊδωμένο. Γερμένη εκεί, ανάμεσα στο βογγητό μιας θαλασσόδαρτης ακτής, πώς θα κατάφερνε άραγε να γλιτώσει από το ανήλεο κύμα; Δεν καταλάβαινα αν πονούσε. Κι αν πονούσε, ήξερε να θάβει τον πόνο της, να μη φαίνεται. Μέχρι που τελικά έθαψε τη ζωή της μέσα στους πόνους της, αλλά αυτό έγινε δυο χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη μας γνωριμία.

 Ο Σωτήρης την είχε κουβαλήσει στα χέρια του ως το διαμέρισμά του. Την περιποιήθηκε όπως μπορούσε. Εκείνη συνήλθε κάπως κι εκείνος ξάπλωσε δίπλα της. Γνώριμο το άγγιγμα στο αναιμικό κορμάκι της κι ας ήταν από χέρι άγνωστο.

«Δεν θέλεις;» τη ρώτησε.

«Θέλω μόνο να με πάρεις αγκαλιά.» του είπε.

«Δεν μπορώ.»

«Για λίγο μόνο.»

«Δεν μπορώ. Αγαπώ άλλην.»

 Αυτά όλα τα έμαθα από την ίδια την Ουρανία, και για τα επόμενα δυο χρόνια ήταν το μυστικό μας, δικό μου, δικό της και του Σωτήρη. Το πολύτιμο μυστικό της πανάρχαιας γνωριμίας μας, που ξεκίνησε σε εκείνη τη συναυλία. Η φυσική και θαρραλέα παραδοχή του ενστίκτου και της ανάγκης. Η αποκάλυψη της τέλειας ανομοιότητας, που όταν λουστεί το φως της ειλικρίνειας καταλήγει στην καθαρότερη ομοιομορφία.

 Ο Σωτήρης δεν άγγιξε ποτέ ξανά την Ουρανία κι η Ουρανία δε ζήτησε ποτέ τίποτε άλλο από κανέναν άλλον. Όλους τους χρειαζόταν, κανέναν δε χρησιμοποίησε. Δεχόταν όση τρυφεράδα της έδιναν. Σκληρή και παγερή τρυφεράδα, μα δεν ήξερε να ζητήσει τίποτα περισσότερο. Όλα ήθελε να τα αλλάξει, εκτός από τον εαυτό της. Άπλωνε τα χέρια της σε όλους τους ανθρώπους, μήπως βρεθεί κάποιος να τα κρατήσει. Κανείς όμως δεν ήξερε πώς να την αγγίξει.

 

(Συνεχίζεται…)

 

 

Πηγές έμπνευσης:

 

  1. «Βάλτε να πιούμε» (Κ. Καρθαίος)
  2. «Όνειρο μέσα σε όνειρο» (Edgar Allan Poe)
  3. «Venceremos (Θα νικήσουμε)» (Νικόλας Άσιμος)
  4. «Μόχα» (Παύλος Παυλίδης)
  5. «Ζωές παράλληλες» (Δημήτρης Μητσοτάκης)
  6. «Καίνε τις μάγισσες στα δάση» (Έρεβος)
  7. «Οργή» (Έρεβος)
  8. «Ο αμετανόητος» (Πάνος Ηλιόπουλος)
  9. «Μεθύστε» (Charles Baudelaire)
  10. «Ιθάκη» (Κωνσταντίνος Καβάφης)
  11. «Κι αν έσβησε σαν ίσκιος…» (Κώστας Καρυωτάκης)
  12. «Άγιοι» (Θάνος Ανεστόπουλος)
  13. «Πάρε με» (Αφροδίτη Μάνου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου