Τη φίλησε στο στόμα. Τη φίλησε στο στήθος. Έπεσε γονατιστός στα πόδια της και της φίλησε τα πέλματα ψελλίζοντας το όνομά της. Κι έμεινε εκεί γονατιστός να την προσκυνάει, κι εκείνη σκυμμένη επάνω του εξέπνεε φιλώντας τα μαλλιά του.
Γερμένη πάνω στον λευκό τοίχο της εκκλησιάς. Τα χέρια του παντού, γύρω της, πάνω της, μέσα της, παντού. Το κορμί της δεκτικό, "σαν έτοιμο από καιρό" για το άγγιγμά του. Απελπισμένα χέρια, ασυγκράτητα, ελεύθερα.
"Πρέπει να κάνουμε έρωτα", του είπε. Έτσι απλά, αβίαστα και ξεδιάντροπα.
Η πόρτα του σπιτιού του ήταν μισάνοιχτη κι ο ήλιος είχε μόλις ανατείλει.
Τον καλημέρισε χαμογελαστή, εκείνος έστεκε σαστισμένος από την έκπληξη της πραγματοποίησης του πιο τολμηρού του ονείρου.
"Σε περίμενα...κορίτσι μου, σε περίμενα, κι ήρθες εσύ σε εμένα!"
Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρά του. Γδύθηκε και λούστηκε το κορμί της στο πρωινό φως.
Ξάπλωσαν και ξαναγεννήθηκαν μαζί, άσπιλοι κι ελεύθεροι, μέσα στην οδύνη του δεινότερου ετεροκαθορισμού, γιατί είχαν βαρεθεί τους ίδιους εαυτούς αιώνες τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου