Η Μυρτώ σηκώθηκε όπως πάντα στις 05:30. Πήρε το χάπι για το θυρεοειδή της κι άφησε να περάσει ο απαιτούμενος χρόνος, δηλαδή το μισάωρο, μέχρι να της επιτρέπεται να φάει ή να πιει οτιδήποτε, σύμφωνα με τις οδηγίες της ενδοκρινολόγου της.
Πρόλαβε και ήπιε δυο καφεδάκια στα γρήγορα, για να συνέλθει από το σχεδόν μεθύσι της προηγούμενης βραδιάς και ξύπνησε το παιδί της για να το ετοιμάσει για το σχολείο.
Το παρέδωσε στο σχολικό λεωφορείο στις 07:00 και μπήκε στο αυτοκίνητό της για να πάει στη δουλειά της.
Από τότε που έμεναν οι δυο τους έπρεπε και το παιδί της να ξεκινάει από πολύ νωρίς τη μέρα του για να συμβαδίζει το ημερήσιο πρόγραμμά του με το δικό της. Οκτάωρο η Μυρτώ; Οκτάωρο και το παιδί. Ευτυχώς φαινόταν να το έχει αποδεχτεί.
Μια φίλη της, διαζευγμένη λίγους μήνες πριν τη Μυρτώ, την είχε καθησυχάσει λέγοντάς της ότι τα παιδιά τα αποδέχονται όλα αρκεί να τους τα προσφέρεις σωστά. Και οι ενήλικες το ίδιο, σκεφτόταν τώρα πια η Μυρτώ, τα αποδέχονται και τα συνηθίζουν όλα, αρκεί να ξέρεις πώς να τους τα ξεφουρνίζεις, λίγα λίγα και με τρόπο.
Στις 16:00 βρισκόταν ήδη έξω από το σχολείο του παιδιού της για να το παραλάβει. Ακολούθησε ένα απόγευμα με καθόλου ξεκούραση, πολύ παιχνίδι, λίγα νοικοκυρέματα στο σπίτι κι ένα γρήγορο μαγείρεμα. Το παιδί κοιμήθηκε στην ώρα του κι η Μυρτώ αφού συμμάζεψε το νεροχύτη, έβαλε ένα ποτήρι κρασί κι έπιασε να διαβάζει ένα βιβλίο που αγόρασε πρόσφατα. Το απολάμβανε πραγματικά, είχε πολύ καιρό να την συνεπάρει έτσι ένα βιβλίο.
Θα ήθελε τόσο να της επιτρεπόταν να το προτείνει και σε εκείνον. Θα το έβρισκε σίγουρα εύπεπτο, αλλά θα καταλάβαινε γιατί εκείνης της άρεσε τόσο.
Έβαλε και δεύτερο ποτήρι κρασί.
Τις προάλλες είχε παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση σε ένα μικρό θέατρο, από εκείνα που τα πόδια των θεατών της πρώτης σειράς σχεδόν ακουμπούν στη σκηνή.
Έβαλε και τρίτο ποτήρι κρασί.
Η υπόθεση ήταν εμπνευσμένη από τις "Λευκές νύχτες" του Ντοστογιέφσκι. Γουστόζικο έργο, αλλά όχι τόσο συγκινητικό όσο πάσχισαν να το κάνουν οι υπερβολικές ερμηνείες των ηθοποιών. Ίσως εκείνου να του άρεσε, αν μπορούσε να το δει μαζί της. Ίσως να καταλάβαινε γιατί εκείνης δεν της άρεσε, αν μπορούσε να του το περιγράψει.
Έβαλε και τέταρτο ποτήρι κρασί.
Πριν ένα χρόνο ξεκίνησε να πίνει ένα ποτηράκι κάθε βράδυ. Πριν έξι μήνες έπινε έως τρία. Τη βοηθούσαν να γράφει πιο ελεύθερα και να κοιμάται αναίσθητη δίπλα στον πρώην σύζυγό της. Τους τελευταίους μήνες έπινε πάνω από τρία ποτήρια κάθε βράδυ. Δεν τα χρειαζόταν πια ούτε για να μπορεί να γράφει ούτε για να μπορεί να κοιμάται.
Τα χρειαζόταν για να μην τον χρειάζεται.
Με τα πολλά κατάφερε και το άδειασε το μπουκάλι.
Κανένα της εικοσιτετράωρο δεν ήταν βαρετό. Καμιά της ενασχόληση δεν ήταν ασήμαντη. Τίποτα, όμως, δεν είχε νόημα, αφού τίποτα δεν μπορούσε να το μοιραστεί μαζί του. Όλοι της οι κόποι, όλες της οι πράξεις, κάθε της μικρή ή μεγάλη προσπάθεια ήταν χωρίς αντίκρισμα.
Κι είχε στ' αλήθεια μοχθήσει τόσο πολύ για να κερδίσει τη δικαιωματική ελευθερία της να του μιλάει ανεμπόδιστα.
Τι δεν είχε υπολογίσει σωστά;
Να άνοιγε και δεύτερο μπουκάλι;
Πήγε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της.
Ζαλίστηκε, πέφτοντας χτύπησε το κεφάλι της στην άκρη του νιπτήρα, σωριάστηκε αιμορραγώντας στο πάτωμα. Με την πτώση χτύπησε για δεύτερη φορά το κεφάλι της στα πλακάκια του δαπέδου και χαμογέλασε με ικανοποίηση.
Ο τέλειος φόνος, είχε πετύχει τον τέλειο φόνο, αυτόν που θα φαινόταν σαν ατύχημα.
Τα μαλλιά της είχαν γίνει μια λασπωμένη μάζα γεμάτη αίματα κολλημένη στο πρόσωπό της. Χαμογέλασε περισσότερο, επειδή θυμήθηκε εκείνον που της είχε προτείνει κάποτε να τα κόψει αλά γκαρσόν, για να φαίνεται το όμορφο πρόσωπό της.
Το παιδί της θα την έβρισκε έτσι το πρωί, θα τρόμαζε μάλλον στην αρχή, αλλά θα σκεφτόταν γρήγορα ψύχραιμα και θα έκανε αυτό που θα έπρεπε σε περίπτωση ανάγκης: Το παιδί μπορούσε ήδη να διαβάζει απλές λέξεις όπως "μαμά", "μπαμπάς", "γιαγιά".
Μπορούσε ακόμα να αναγνωρίζει τους αριθμούς και να τους πληκτρολογεί για να καλέσει κάποιον στο τηλέφωνο. Η Μυρτώ, πάντα προνοητική για το καλό των άλλων κι όχι για το δικό της, είχε κολλήσει στην πόρτα του ψυγείου ένα χαρτάκι με τα τηλέφωνα που έπρεπε να καλέσει το παιδί αν χρειαζόταν βοήθεια. Πιθανότατα θα καλούσε τον μπαμπά του.
Φαντάστηκε το παιδί της να προσπαθεί να την ξυπνήσει, να προσπαθεί να της καθαρίσει το αίμα με λίγο νερό, όπως συνήθιζε να κάνει κι η ίδια κάθε φορά που εκείνο χτυπούσε τα γονατάκια του.
Μετά φαντάστηκε το παιδί της να της λέει "μη στενοχωριέσαι μαμά, θα περάσει", όπως του έλεγε πάντα η ίδια για να δείχνει θάρρος και να μην κλαίει.
Για τη Μυρτώ, ως το πρωί, θα είχαν πράγματι όλα περάσει.
Εκείνος θα μάθαινε για τον θάνατό της με μια ή δυο μέρες καθυστέρηση. Αλλά δεν την πείραζε πια και τόσο, αφού τώρα μπορούσε να του μιλάει ακατάπαυστα, για όλα.
Κι έτσι εκδικήθηκε και τιμώρησε τον εαυτό της.
Για τη ματαιοδοξία της, την αλαζονεία της και την επηρμένη αφέλειά της να πιστεύει στην ψευδαίσθηση του ακατάληπτου έρωτα.
(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου