Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ ΙΙ

Κεφάλαιο Ι: Η Αρετή 


Η πιο όμορφη κοπέλα στο Κατάραχο ήταν τότε η Αρετή. Κι από σπίτι πλούσιο. Έβγαινε στη γειτονιά κι όλα τα παλικάρια του χωριού λιγώνονταν στο πέρασμά της.

Ανέμιζαν τα φουστάνια της, πού και πού φαίνονταν από κάτω οι δαντέλες από τα μεσοφόρια της. Τα μαλλιά της πάντα πιασμένα σε σφιχτό κότσο, ποιος θα ήταν άραγε ο τυχερός που θα τα έβλεπε να χύνονται λυτά στην πλάτη της;
Κολαρισμένα κορδελάκια έσφιγγαν τα πουκάμισά της στο στήθος της ως ψηλά στο λαιμό. Και συγκέντρωναν αυτά τα κορδελάκια στους κόμπους τους τον πόθο και το μίσος όλων των νέων αγοριών του χωριού.

Σεργιανούσε η Αρετή καμαρωτή κι αγέρωχη, ήταν όμορφη και το ήξερε. Η αυτογνωσία χωρίς ταπεινότητα είναι κατάρα.

Την έβλεπε κι ο Σπυρογιάννης και μαράζωνε. Από το Κατάραχο και το Μοναστηράκι ως τον Άγιο Νικόλαο και το Πυργί, όλοι γνώριζαν για τον καημό του Σπυρογιάννη. Είχε φτάσει πια κι αυτός σε ηλικία γάμου. Αλλά πώς να σηκώσει το βλέμμα να την κοιτάξει; Ορφανός και φτωχός καθώς ήταν, δεν είχε δικαίωμα ούτε να ονειρευτεί.

Μέρες και νύχτες ξημερωνόταν κάτω από το σπίτι της κι εξημέρωση δεν έβρισκε. Βαρέθηκε κι η Αρετή να ακούει για τον καημό του Σπυρογιάννη κι αποφάσισε να ρίξει αυτή το βλέμμα της πάνω του, έτσι, για να τον βγάλει από τον κόπο.

Τρεις μήνες χαιρόταν τα φιλιά της και μακάριζε την τύχη του που χτένιζε το χείμαρρο των μαλλιών της πίσω από τα σχίνα, πέρα κατά το Ακρωτήρι. Κι ο καημός του αντί να ημερεύει θέριευε. Κι η πείνα του για ένα χάδι τρυφερό δε χόρταινε.

Βαρέθηκε η Αρετή τον ακόρεστο έρωτα του Σπυρογιάννη. Άρχισαν να συρρέουν στο σπίτι της τα προξενιά, είχε κιόλας πατήσει τα είκοσι. Στα πόδια της έπεσε εκείνος, να κλεφτούνε, να φύγουν από το νησί, να ζήσουν μαζί στην Αθήνα. Της ορκίστηκε αφοσίωση παντοτινή, της υποσχέθηκε να μην της λείψει τίποτα. Γιατί μπορεί να μην είχε περιουσίες ο Σπυρογιάννης, ήταν όμως εργατικός.

Ούτε που γύρισε να τον ξανακοιτάξει η Αρετή. Θέλει κουράγιο να ερωτευθείς με την ψυχή σου και πέρα από τον εαυτό σου. Τον απέρριψε με το χειρότερο τρόπο, με τη μισή της αλήθεια, με την αιτιολογία της φτώχειας του.
Εκείνος τη χαστούκισε γενναιόδωρα, με όλη του τη δύναμη, φτηνό αντίτιμο για τη φτήνια της. Ποτέ του δεν ξανασήκωσε χέρι σε κανέναν ο Σπυρογιάννης, κι ας είχε μαζέψει ξύλο πολύ το κορμί του τρία χρόνια στο ορφανοτροφείο κι άλλα πέντε με τον μπάρμπα του τον Λούκα.

Μετά από σχεδόν εξήντα χρόνια τον χαστούκισε η μεγάλη του κόρη. Δεν έκλαψε, όπως όταν ήταν πέντε χρονών στο ορφανοτροφείο. "Εγώ, παιδί μου, δεν σε χτύπησα ποτέ", της είπε κι από τότε η κόρη του κλαίει εκείνη και για τους δυο τους.

Η Αρετή παντρεύτηκε τον Γεράσιμο Γαβριελάτο, έναν πλούσιο έμπορο από το Αργοστόλι και μετακόμισε εκεί σε ένα ακόμη πιο επιβλητικό αρχοντόσπιτο. Και σεργιανούσε στα καφενεία της παραλίας με τα πλούσια φουστάνια της να ανεμίζουν, αλαμπρατσέτα με τον Γεράσιμο, κι έτρεφε τη φιλαρέσκειά της όσο εκείνος καμάρωνε επιδεικνύοντάς την στο πλάι του.

(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου