Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

ΔΙΗΓΗΜΑ Ι

Κεφάλαιο IV: Αιωνία τους η μνήμη 


Τα χρόνια πέρασαν, οι πιο πολλοί σχωρέθηκαν. Άλλοι νωρίς κι άλλοι στην ώρα τους. Ο θάνατος είναι άδικος όποτε κι αν κοπιάσει, μα είναι ίσως η μόνη αλήθεια της ζωής μας.

Κουμάντο στις επιχειρήσεις, τώρα, έκανε ο αδερφός μου. Άξιος ήταν, αλλά οι παλιές καλές εποχές για τους Πατρινούς εμπόρους είχαν πια γίνει σχεδόν θρύλος.

Ο θείος Κωνσταντίνος κόντευε πια τα ενενήντα, αλλά δεν του φαινόταν. Τον περισσότερο καιρό τον περνούσε πια στα Βραχναίικα. Στην Πάτρα ερχόταν ελάχιστα,  μόνο για τις γιορτές κι αν τύχαινε να χρειαστεί βοήθεια ο αδερφός μου στις δουλειές του.

Μια Κυριακή απόγευμα γύρισε από τα Βραχναίικα αλλαγμένος. Σκυθρωπός, περίπου στενοχωρημένος. Για πρώτη φορά έβλεπα στο πρόσωπό του ότι αυτός ο άνθρωπος κάτι ένιωθε, έστω και λύπη. Θα τολμούσα να υποθέσω ότι κάποιος είχε πεθάνει, αλλά ποιος; Όλους τους δικούς μας τους είχαμε θάψει και τέτοια στενοχώρια δεν τον είχα δει να περνάει.
Το ίδιο απόγευμα μάς ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να βρει μια γυναίκα να τον βοηθάει και να μένει μαζί του στα Βραχναίικα. Ανακουφίστηκα. Όχι ότι έδειχνε να μην τα καταφέρνει και "μόνος του", αλλά έτσι θα είχα μιαν έγνοια λιγότερη.

Ένα πρωί, μετά από περίπου έξι μήνες, μας τηλεφώνησε η Σβετλάνα. Ο θείος Κωνσταντίνος δεν ξύπνησε.
Συνηθισμένη πια από κηδείες, τα κανόνισα όλα με ψυχραιμία και πήρα ταξί για να πάω στα Βραχναίικα.

Άνοιξα την πόρτα και μου κόπηκε η ανάσα. Μυρωδιά τριαντάφυλλο, γλυκιά και λιγωτική. Το σπίτι τακτοποιημένο με γούστο και μεράκι από χέρι γυναικείο, αλλά όχι εκ Βουλγαρίας. Οι τοίχοι γεμάτοι πίνακες ζωγραφικής. Τις ήξερα καλά αυτές τις πινελιές, λίγο άτσαλες, πού και πού χοντροκομμένες, αλλά δεμένες τελικά όπως έπρεπε. Το ήξερα αυτό το "κατασκευασμένο" πορτοκαλί, από κίτρινο και κόκκινο μαζί.

Μπήκα στην κάμαρά του κι άνοιξα την παλιά ξύλινη ντουλάπα. Η μυρωδιά τριαντάφυλλου κόντεψε τώρα να με πνίξει. Ρούχα γυναικεία, όχι νεανικά, κομψά ταγεράκια και φορέματα, σε μια γωνιά διπλωμένες οι "σάρπες" της, αυτές που φορούσε τα απογεύματα, όταν ζωγραφίζαμε μαζί δίπλα από το ανοιχτό παράθυρο.

Παντού ιερή αγάπη κι απόκρυφος έρωτας, θαμμένα σε εξοχικές κατακόμβες, μακριά από τα βλέμματα των ανυποψίαστων "καθώς πρέπει" πρωτευουσιάνων.
Και το αείμνηστο ψεύδος της Αγίας Οικογένειας θα δοξάζεται εσαεί στα τρισάγια των τρίπατων αρχοντικών.

Τέλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου