Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020

Η Άννα




Η Άννα είχε σηκωθεί όπως πάντα στις 05:30. Πήρε το χάπι για το θυρεοειδή της κι άφησε να περάσει ο απαιτούμενος χρόνος, δηλαδή το μισάωρο, μέχρι να της επιτρέπεται να φάει ή να πιει οτιδήποτε, σύμφωνα με τις οδηγίες της ενδοκρινολόγου της.

Πρόλαβε κι έστειλε ένα μήνυμα για "καλημέρα" σε εκείνον, μια καλημέρα από τις δικές τους, τις αλλιώτικες, πριν ξυπνήσει ο σύζυγος και χθεσινοβραδινός συνομιλητής της. Η "συζήτησή" τους είχε κρατήσει ως τις 02:00. Όπως συνέβαινε συνήθως τον τελευταίο χρόνο, οι "συζητήσεις" τους ήταν περισσότερο αγορεύσεις-κατηγορητήρια και μάλιστα πολύωρα.
Ο οργανισμός της και τα αυτιά της είχαν πια μάθει να αντέχουν τα ξενύχτια των αδύνατων συζητήσεων, τις απειλές, τις φωνές και την άδικη απόδοση ευθυνών.
Πολλές φορές σκεφτόταν ότι η μόνη φράση που είχε προλάβει να πει ένα χρόνο τώρα ήταν αυτή που στάθηκε η αφορμή για τις "συζητήσεις"-μονολόγους του συζύγου-συνομιλητή της: "Αυτός ο γάμος έχει γίνει ο τάφος μου. Θέλω να φύγω."

Η Άννα απέφυγε, πνίγοντας το πρώτο δάκρυ της ημέρας, το βδελυρό βλέμμα του συζύγου-κατήγορου και ενδεδυμένη το πρέπον πρωινό μητρικό κέφι πήγε να ξυπνήσει το παιδί της. Παρά τις ελάχιστες ώρες ύπνου, του ετοίμασε πρωινό, το έντυσε για το σχολείο και ζωγράφισε μαζί του πεταλούδες και λιβελούλες σε ανθισμένα χωράφια, πριν περάσει το σχολικό λεωφορείο για να το πάρει και φύγει κι η ίδια για τη δουλειά της.

Σήμερα ήταν "η μέρα της", με απόφαση του συζύγου-εισαγγελέα. Μπορεί να μην ήταν σε διάσταση, αλλά είχε αποφασίσει ότι το παιδί θα περνάει τα απογεύματά του εναλλάξ, μια με τον έναν και μια με τον άλλον. Η Άννα είχε πια παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια να τον πείσει για την επικινδυνότητα των χειρισμών του. Δεν έβλεπε ή αρνιόταν να δει το προφανές: τη μη διαχειρίσιμη για την ηλικία του σύγχυση που προκαλούσε στο παιδί αυτή η διαζευγμένη συμβίωση.

Έπνιξε το δεύτερο δάκρυ της ημέρας, όταν μετά από δυο ώρες εκείνος δεν της είχε ακόμα στείλει ούτε ένα μήνυμα, και συνέχισε να εργάζεται για να βγάλει το οκτάωρο.

Η συμβουλή της ψυχολόγου στην τελευταία τους συνεδρία ήταν ότι η Άννα έπρεπε να αναζητήσει την ισορροπία μοιράζοντας τον εαυτό της και την ενέργειά της σε ποσοστά: ένα μέρος η μάνα, ένα μέρος η εργαζόμενη κι ένα μέρος η ερωμένη.

Έπνιξε το τρίτο δάκρυ της ημέρας αναλογιζόμενη πόσο αδύνατον της ήταν κάτι τέτοιο, αφού εκείνη ήξερε μόνο και πάντα να δίνεται ολάκερη.

Τρεις ψυχολόγους είχε αλλάξει μέσα σε ένα χρόνο. Σαράντα ευρώ την ώρα έκαστος για να μπορεί η Άννα να κάνει τους δικούς της μονολόγους. Πιο έξυπνος ο σύζυγος-συνομιλητής της, μονολογούσε επί ένα χρόνο τζάμπα.

Έπνιξε το τέταρτο δάκρυ της ημέρας όταν σκέφτηκε ότι κανένας ψυχολόγος δεν είχε καταφέρει να της εξηγήσει γιατί της ήταν τόσο απαραίτητη αυτή η αλλιώτικη καλημέρα εκείνου, που τους τελευταίους μήνες έπρεπε σχεδόν να την εκλιπαρήσει για να τη λάβει όποτε.

Έπνιξε το πέμπτο δάκρυ της ημέρας, ήπιε τέσσερις σταγόνες ανθοΐαμα Bach και σχόλασε. Οι σταγόνες αυτές ήταν δώρο μιας φίλης της κι η Άννα τις δέχτηκε ευχαρίστως, αφού ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Η προσφυγή στα αντικαταθλιπτικά θα δικαίωνε τον σύζυγο-εισαγγελέα στη δικαστική διαμάχη νε την οποία την απειλούσε ένα χρόνο τώρα για να μη στερηθεί το παιδί του.
Η Άννα τον κατανοούσε και τον συμπονούσε απόλυτα. Δεν της πήγαινε καρδιά να του πάρει το παιδί και να φύγει. Η καρδιά της όμως μύριζε ήδη νεκρόχωμα, θαμμένη στη συνοίκησή τους.

Έπνιξε το έκτο δάκρυ της ημέρας.

Πήγε με το παιδί της στην παιδική χαρά κι έπειτα για σουβλάκια που του άρεσαν. Ούτε ένα μήνυμα από εκείνον, αλλά ήλπιζε ακόμα σε μια αλλιώτικη καληνύχτα.

Έπνιξε τα επόμενα οκτώ δάκρυα της ημέρας, όταν επιστρέφοντας στο σπίτι βρήκε τον σύζυγο-συνομιλητή ορεξάτο για έναν ακόμα μεταμεσονύχτιο μονόλογο.

Η επόμενη μέρα, η μέρα του συζύγου-εισαγγελέα, ξεκίνησε και συνεχίστηκε ως το απόγευμα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: το χάπι για το θυρεοειδή στην ώρα του, το σχολικό λεωφορείο στην ώρα του, οι σταγόνες Bach στην ώρα τους, το οκτάωρο στην ώρα του, τα δάκρυά της πνιγμένα στην ώρα τους κι ούτε ένα μήνυμα από εκείνον.

Είχε πάει ήδη 19:00, ο σύζυγος-εισαγγελέας και το παιδί της δεν είχαν επιστρέψει ακόμα. Τις δουλειές της τις είχε ήδη καμωμένες: πλυσίματα, σιδερώματα, μαγειρέματα κι η βεβαιότητα ότι το παιδί της ήταν ήδη αρκετά έξυπνο κι είχε καταλάβει αυτό που του εξήγησε χθες στο σουβλατζίδικο. Ότι δηλαδή η μανούλα δε θα είναι πάντα δίπλα του. Ότι οι άνθρωποι κάποτε, μεγαλώνοντας, ανοίγουν τα φτερά τους και πετάνε μακριά.  Κι ότι ο μπαμπάς το αγαπάει και δε θέλει να το αποχωριστεί και θα το στηρίξει σε ό,τι χρειαστεί.

Ευτυχισμένη που δε χρειαζόταν πια να πνίξει ούτε μισό δάκρυ, οδήγησε ως το ξωκλήσι στην κορυφή του λόφου. Ο γκρεμός εκεί πάνω ήταν πρόσφορος. Τράβηξε μια φωτογραφία το εκκλησάκι και την έστειλε σε εκείνον. Ήταν κάποτε ο τρόπος τους να λένε ο ένας στον άλλον πού βρίσκονταν τις ώρες που δεν ήταν μαζί. Όταν θα χρειαζόταν, δηλαδή σε λίγες ώρες, εκείνος θα καταλάβαινε. Δεν ήθελε να ψάχνουν για μέρες στις ερημιές το κομματιασμένο της κουφάρι.

Άνοιξε τα φτερά της και πέταξε, όπως υποσχέθηκε στο παιδί της.

Και κάπως έτσι εκδικήθηκε τον σύζυγο-συνομιλητή-εισαγγελέα-κατήγορο, αδειάζοντάς του τη γωνιά και παραχωρώντας του την πλήρη επιμέλεια του παιδιού του.

(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου