Με τον Παναγιώτη λογοδόθηκε, με τον Πίτα παντρεύτηκε η Κούλα. Κι ήταν δεκαπέντε χρόνων όταν έφτασε στην Αυστραλία για να ζήσει με τον "ξαναβαφτισμένο" Αυστραλό, πλέον, σύζυγό της.
Γιατί έτσι γινόταν τότε. Πίσω στην πατρίδα, οι ομογενείς Παναγιώτηδες κατέληγαν να λέγονται "Πίτες", από υπερβολικό ζήλο για επιτυχημένη προφορά του "Peter".
Είχε ήδη τρία χρόνια που είχε φύγει εκείνος για να στήσει τη ζωή τους εκεί και να την περιμένει. Τα είχε χαζοκαταφέρει. Όχι σπουδαία πράγματα, άλλοι συμπατριώτες του, πιο έξυπνοι ή πιο απελπισμένοι, είχαν ήδη μεγαλοπιαστεί. Ο Πίτας δούλευε υπάλληλος στο μανάβικο ενός μπάρμπα του, ξενιτεμένου από χρόνια. Κατάφερε να αγοράσει ένα σπιτάκι, για να μη λένε πίσω στο χωριό ότι κακόπεσε η Κυριακούλα του Νταντέα.
Πήγε, λοιπόν, στα δεκαπέντε της η Κουλίτσα να πάρει προσωρινή βίζα, μέχρι να βγάλει διαβατήριο. Αδύνατον να καταλάβει ο υπάλληλος το "Κυριακή". Προσπάθησε εκείνη με το "Κούλα", δισύλλαβο ήταν, πάει στο καλό. Σκούρα τα πράγματα και με το "Κούλα". Εκνευρίστηκε στο τέλος ο υπάλληλος, έγραψε βιαστικά "Kelly", πάτησε και μια σφραγίδα και την ξαπόστειλε.
Γράμματα πολλά δεν ήξερε η Κούλα. Το δημοτικό είχε βγάλει με το ζόρι, ήξερε να διαβάζει αργά, συλλαβιστά και να γράφει το όνομά της. Να που τώρα όμως βρέθηκε ξανά στην Α' Δημοτικού κι έπρεπε να μάθει από την αρχή γραφή κι ανάγνωση στα αγγλικά.
Έμαθε να γράφει, λοιπόν, το "Kelly". Ένα κάπα, δυο γιώτα στα μισά, καλά ως εκεί. Το e και το y της πήραν κάνα μήνα να τα συνηθίσει.
Τσαουσίδης ήταν το επίθετο του Παναγιώτη της. Tsaousis ήταν το επίθετο του Πίτα της. Λίγο πιο εύκολα τα πράγματα εδώ. Δυο τελικά σίγμα στη μέση της λέξης χωρίς λόγο ύπαρξης κι ένα σχεδόν υ.
Αγγλικά δεν έμαθε, φυσικά, εκτός από όσα ελάχιστα της χρειάζονταν για να μπορεί να συνεννοείται με τον Αυστραλό μπακάλη της γειτονιάς της.
Δέκα χρόνια μετά, κι ενώ ο γιος τους ήταν οκτώ χρονών, γύρισαν στο χωριό. Εκεί ξανάγινε πάλι η Κούλα Τσαουσίδη, η κόρη του Νταντέα.
Δέκα χρόνια μάζευαν δολλάρια κι έστελναν δραχμές, βοήθεια στους φτωχούς γονείς τους. Έτσι γινόταν τότε, τα παιδιά βοηθούσαν τους γονείς τους. Αγόρασαν κι ένα μαγαζί και το δούλεψαν μέχρι που βγήκαν στη σύνταξη.
Η Κούλα είναι πια σχεδόν ογδόντα, με βλέμμα χαμένο, σα να ψάχνει να βρει ανάμεσα στα πράσινα λιόδεντρα τα πράσινα φανάρια των λεωφόρων της Βρισβάνης.
Τη συναντάω μια φορά το μήνα, ποτέ μόνη, πάντα δίπλα της ο Πίτας της. Τη ρωτάω τι κάνει, "νο μπαντ", μου απαντάει. Ο Πίτας γίνεται Παναγιώτης και της βάζει τις φωνές.
"Καλά είμαι, θα λες!"
"Ε, αφού τα 'μαθα τα εγγλέζικα Παναγιώτη μου..."
Στέλνει κάθε μήνα χρήματα στο γιο της. Έτσι γίνεται σήμερα, οι γονείς βοηθούν τα παιδιά τους.
Χρειάζεται πέντε λεπτά, κάθε φορά, για να υπογράψει. Και κάθε φορά ρωτάει με αγωνία "Εγγλέζικα ή ελληνικά;"
Ζωγραφιά, στο τέλος, η υπογραφή της. Γραμμές τρεμουλιαστές, μορφές ακανόνιστες, μεγέθη άνισα.
Το χωριό κι η Βρισβάνη ναυαγούν μετά την εξοντωτική ναυμαχία ετών στην τρικυμία του μυαλού της.
"Kουllα Τsαουsιs"

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου