Καθισμένος κάτω από την κληματαριά, στη μικρή αυλή του, ο γέρο-Γιάννης περίμενε να πέσει λίγο ο ήλιος για να βγει να ποτίσει τους κήπους του.
Σκυφτός πάντα, είτε έστεκε όρθιος είτε έμενε καθιστός. Η καμπούρα στην πλάτη του δεν τον άφηνε να σηκώσει κεφάλι. Η καμπούρα των ογδόντα οκτώ του ετών, το βάρος στις πλάτες του μιας ζωής κοπιαστικής, σκληρής και άδικης. Με μόνο τα δυο του χέρια, ορφανός από τα τρία του σχεδόν, παντρεύτηκε, έφτιαξε σπίτι, μεγάλωσε τέσσερα παιδιά, έθαψε το ένα, έθαψε και τη συντρόφισσά του, χάρηκε πέντε εγγόνια.
Ξεφλούδισε αργά το ροδάκινο κι έκοψε ένα κομμάτι. Έμεινε εκεί να το κοιτά χωρίς να το πλησιάσει στο στόμα του.
Στα τέσσερά του μπήκε στο ορφανοτροφείο. Τον έβαλε εκεί ένας θείος του, αδελφός της συχωρεμένης της μάνας του. Το ορφανοτροφείο ήταν στην αρχή μια κάποια ανακούφιση, αφού θα γλίτωνε τουλάχιστον το ξύλο του μπάρμπα-Λούκα.
Μα τα παιδιά είναι σκληρά κι αδίστακτα. Τα εγκαταλειμμένα, κακοποιημένα ορφανά ακόμα περισσότερο.
Ένα τέτοιο απομεσήμερο του Αυγούστου ήταν, όταν βρήκε πεταμένο ένα μισοφαγωμένο ροδάκινο. Έδωσε μάχη με τα υπόλοιπα αγόρια της παρέας για να το κρατήσει δικό του.
Όταν κατάφερε να τους ξεφύγει έκατσε κάτω από ένα πουρνάρι κι άρχισε να το περιεργάζεται. Το στριφογυρνούσε στα δυο του χεράκια, δεν είχε ξαναδεί ροδάκινο στη ζωή του.
Έβγαλε και πέταξε τη σάρκα, παρατήρησε μια μικρή ρωγμή στο κουκούτσι, συμπέρανε ότι έκρυβε μέσα του ένα αμύγδαλο.
Το έσπασε με μια πέτρα κι έβαλε λαίμαργα το σπόρο στο στόμα του.
Δάκρυα γέμισαν τα μάτια του από την πίκρα που γέμισε το στόμα του.
Δάκρυα γέμισαν και τώρα τα μάτια του, στα ογδόντα οκτώ του, από τη θύμηση της πικρής εκείνης στιγμής.
Σηκώθηκε αργά, σκυφτός πάντα, έριξε το αφάγωτο ροδάκινο στις κότες, στηριγμένος στο μπαστούνι του και κουβαλώντας στην πλάτη του τις αδικίες μιας ζωής σκληρής, έπιασε να ποτίζει τους κόπους του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου