Χήρα στα τριάντα πέντε της η Σοφία.
Της ρήμαξαν το σπίτι αυτοί που σκότωσαν τον άντρα της και ρήμαξαν τη ζωή της.
Έμεινε μόνη με τρεις κόρες και τρεις γιους. Η μεγαλύτερη στα δεκάξι, ο μικρότερος στα τέσσερα. Δεν πρόλαβε ο συχωρεμένος ο Διονύσης της να το χαρεί το στερνοπούλι τους, μα ούτε κι η ίδια πρόλαβε.
Μαζί του κοιμόταν κάθε βράδυ, μαζί κοιμόντουσαν κι εκείνο το ξημέρωμα του 1953 όταν ο σεισμός γκρέμισε το σπίτι τους και πλάκωσε το μισό κρεβάτι από τη μεριά που ήταν ξαπλωμένος ο Κυριάκος της.
Μετά από πολλά χρόνια έδωσε ο Θεός και χάρηκε δυο εγγόνια με το όνομά του.
Ένα τσαπί τής άφησαν από όλη την περιουσία του άντρα της οι φονιάδες του. Και με αυτό το τσαπί πήγαινε μεροκάματο σε ξένα - πια - χωράφια. Με το μουλάρι μιας γειτόνισσας ανέβαινε στο βουνό, μάζευε κούτσουρα και της τα πήγαινε. Για πληρωμή κράταγε κι εκείνη ένα δεμάτι ξύλα. Πού και πού βρισκόταν κάποιος και της έδινε λίγο ψωμί.
Όλο το χωριό τη λυπόταν και τη θαύμαζε.
Πολλοί της πήγαν προξενιά, τους έδιωχνε όλους.
Ένα βράδυ την επισκέφθηκε ο κουνιάδος της. Έβλεπε κι αυτός τις θυσίες της κι άλλο τρόπο δεν είχε να τη βοηθήσει.
"Σοφία, πάρε το απόφαση και πες το ναι στον Γερασιμάκη τον Περόνη. Είναι καλός άνθρωπος κι έχει τον τρόπο του. Θα χορτάσουν ψωμί τα παιδιά σου κι εσύ θα ξεκουραστείς."
Πετάχτηκε πάνω η Σοφία αγριεμένη. Βούτηξε το φουρνόξυλο και πήγε να του το φέρει στο κεφάλι.
"Έξω από το σπίτι μου κερατά! Εγώ εργολάβους* στα πόδια των θυγατέρων μου δε βάζω!"
*εργολάβος: λέξη που χρησιμοποιείται στην Κεφαλονιά για τον εραστή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου