Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019


Το 1995, όταν ο Μωυσής ήταν εξήντα χρονών, ένα από τα εγγόνια του πήγε στο χωριό για να μπορέσει να μελετήσει απερίσπαστα. Ο Μωυσής ο νεότερος ήταν  - όλως τυχαίως - φοιτητής του μαθηματικού τμήματος της Παντείου και προσπαθούσε να ολοκληρώσει το πιο διάσημο θεώρημα των μαθηματικών.
Το 1993 ο Άντριου Γουάιλς ανακοίνωσε στο ινστιτούτο για την επιστήμη των μαθηματικών "Ισαάκ Νεύτωνας", τη δική του απόδειξη για το περίφημο θεώρημα του Φερμά. Είχε χρησιμοποιήσει πλήθος ιδεών και σχεδιασμών, αλλά η απόδειξη περιείχε ένα κενό σε κάποιο κρίσιμο τμήμα της. Σύσσωμος ο μαθηματικός κόσμος -και ο Γουάιλς - πάλευε για να καλύψει το κενό. Μετά από δύο χρόνια κανείς δεν το είχε καταφέρει. Ο εγγονός του Μωυσή, με τις εκατόν πενήντα σελίδες της απόδειξης του Γουάιλς παραμάσχαλα, διάλεξε την απομόνωση του εγκαταλειμμένου χωριού για να μπορέσει να συγκεντρωθεί και να βρει την περιζήτητη λύση.
Ο παππούς κι η γιαγιά του τον υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά, αφού σπάνια έβλεπαν άνθρωπο - συγγενή και μη - στα μέρη τους. Για δέκα μέρες ο Μωυσής ο νεότερος πάλευε με το θεώρημα του Γάλλου, ενώ οι πρόγονοί του έβλεπαν τα αγαπημένα τους τηλεπαιχνίδια με κλειστό τον ήχο της τηλεόρασης για να μην τον ενοχλούν.

Το ενδέκατο πρωινό ο Μωυσής ο πρεσβύτερος σηκώθηκε την ώρα που συνήθιζε, γύρω στις πέντε το πρωί, για να πάει να ξεριζώσει Γερμανούς. Δεν χρειαζόταν να δουλεύει πια - δεν είχε ούτε ένα κατσίκι - αφού τον συντηρούσαν οι Αθηναίοι γιοι του, αλλά το έκανε από συνήθεια. Άλλωστε τα τηλεπαιχνίδια άρχιζαν το απόγευμα. Έπρεπε να κάνει κάτι μέχρι τότε.
Περνώντας έξω απ' το δωμάτιο του εγγονού του είδε το φως ανοικτό. Μπήκε και τον βρήκε να έχει αποκοιμηθεί πάνω στις εκατόν πενήντα σελίδες του Γουάιλς. Τον ξύπνησε και τον βοήθησε να ξαπλώσει. Πριν κλείσει το φως, έριξε μια φευγαλέα ματιά στην απόδειξη. Κοντοστάθηκε κι ύστερα κάθισε στην καρέκλα.
Όταν ξύπνησε ο εγγονός  - μετά από έξι ώρες - είδε τον παππού του να γελάει πάνω από το κεφάλι του.
"Δεν το 'χει φτιάξει καλά" του είπε δείχνοντας την απόδειξη.
"Τι εννοείς;" ρώτησε ο εγγονός κι ανακάθισε.
"Θέλει δυο-τρεις κουτσουκέλες ακόμα για να φτιάξει" είπε ο παππούς και γύρισε την απόδειξη στη σελίδα όπου υπήρχε η έλλειψη.
"Τι κουτσουκέλες;" ρώτησε ο εγγονός κι έπιασε το στυλό του.

Είχε ακούσει από τον πατέρα του τις ιστορίες για τον άτυχο παππού του, που ενώ ήταν πανέξυπνος δεν τον είχαν αφήσει να τελειώσει το σχολείο. Ήξερε ότι τον είχε σώσει από τα νύχια της Χούντας με τη βοήθεια των μαθηματικών. Όμως πίστευε ότι όλα αυτά ήταν υπερβολές, ένας μύθος που είχε χτιστεί με τα λιθάρια της απόστασης.
Αν του έλεγε τα παραπάνω λόγια κάποια άλλη στιγμή, τότε θα τον έστελνε στον Γερμανό του. Όμως, αγουροξυπνημένος καθώς ήταν, συμπεριφέρθηκε λες κι έβλεπε όνειρο.
Ο Μωυσής ο πρεσβύτερος του έδειχνε με τα χοντρά του δάχτυλα σύμβολα που δεν είχε ξαναδεί, ούτε ήξερε πώς λέγονται, και τα συνδύαζε με άλλα εξίσου άγνωστα σύμβολα, γράμματα και αριθμούς. Ο εγγονός έγραψε τρεις γραμμές χωρίς να σκέφτεται τι κάνει. Ο παππούς τις κοίταξε και είπε: "Ετελεύτησε". Και πήγε να ψήσει ένα καφεδάκι.
Ο σαστισμένος εγγονός διάβασε πολλές φορές την παρέμβαση του παππού του μέχρι να καταλάβει ότι κοιτούσε το συμπλήρωμα που χρειαζόταν η απόδειξη του Γουάιλς. Βγήκε έξω ουρλιάζοντας, γελώντας και κλαίγοντας. Έτρεξε με τα εσώρουχα ως το χωράφι όπου ο παππούς παρατηρούσε την παραβολική τροχιά του άλματος μιας ακρίδας.
"Είσαι μεγαλοφυΐα" του είπε και τον αγκάλιασε.
"Και συ 'σαι ντιπ για ντιπ τούβλο. Τράβα φόρα κάνα παντελόνι και θα πουντιάσεις με τα σώβρακα" του απάντησε ο παππούς του.

Ο Μωυσής γύρισε σπίτι, φόρεσε το παντελόνι του κι έφυγε ολοταχώς για την Αθήνα. Σαν έφτασε στο πανεπιστήμιο έμαθε ότι ο Γουάιλς είχε δημοσιεύσει την προηγούμενη στο "Annals of Mathematics" το κομμάτι που έλειπε από την απόδειξή του. Διάβασε το συμπλήρωμα και ήταν ίδιο με εκείνο που του είχε δώσει ο παππούς του, με τη διαφορά ότι ο Γουάιλς είχε χρειαστεί άλλες πέντε σελίδες και τα μαθηματικά του δεν ήταν τόσο κομψά - δηλαδή λιτά κι απέριττα - όσο του Μωυσή του πρεσβύτερου.
Θέλησε να δημοσιεύσει και τη δική του απάντηση, όμως οι καθηγητές του τον απέτρεψαν. Ο Γουάιλς είχε ήδη εξασφαλίσει το βραβείο Βόλφσκελ, καθώς και μια θέση στο πάνθεον των μαθηματικών. Άλλωστε η απόδειξη του φοιτητή, παρότι φαινόταν σωστή, ήταν παράδοξη.

Γύρισε σπίτι απογοητευμένος. Εκεί τον περίμενε ένα ακόμα άσχημο νέο. Ο παππούς του είχε πεθάνει.
"Από καρδιά" του είπε ο πατέρας του στο τηλέφωνο. "Και του έλεγα να μην κουράζεται, στην ηλικία που είναι, αλλά αυτός εκεί, με τους Γερμανούς του."

Ο Μωυσής - ο πρεσβύτερος - είχε γυρίσει τρέχοντας από το χωράφι.
"Μου 'ρθε!" είπε στη γυναίκα του. "Μου 'ρθε πώς θα τους ξεκάνω!" Έκατσε στην καρέκλα, ζήτησε ένα ποτήρι νερό και μετά σωριάστηκε.

Κανείς δεν το έμαθε τότε, αλλά ο θάνατός του έσωσε τη Γη -και τον Παράδεισο - από την καταστροφή.


Γελωτοποιός, "Το δέντρο στην άκρη του κόσμου", εκδόσεις Ρενιέρη 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου