Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019


Η ζωή του Μωυσή Μπακάνα, καθώς κι η ιστορία των μαθηματικών, θα ήταν πολύ διαφορετικές αν ο Μωυσής είχε γεννηθεί κάπου αλλού. Όμως η μοίρα θέλησε το παιδί του Στέλιου και της Πόπης Μπακάνα, να δει για πρώτη φορά το φως του ήλιου στη γη της Ευρυτανίας, λίγα χιλιόμετρα απ' το Βελισδόνι, και συγκεκριμένα κάτω από ένα κυπαρίσσι.
Οι Μπακαναίοι είχαν εφτά κορίτσια κι ένα παιδί, τον Μωυσή.  Όταν η Πόπη κυοφορούσε για πρώτη φορά, άγγελος εμφανίστηκε στον ύπνο του Στέλιου και τον πληροφόρησε ότι ήταν θέλημα Θεού τα παιδιά του να 'χουν ονόματα βιβλικά. Ο Στέλιος δεν τα πήγαινε πολύ καλά με την εκκλησία, όμως δε θα τολμούσε να αψηφήσει τη θεία θέληση. Έτσι τις κόρες του τις βάφτισε: Εύα, Ρουθ, Ρεβέκκα, Δεββώρα, Σάρα και Ιεζάβελ. Τον μοναχογιό του τον ονόμασε Μωυσή.
Είχαν πενήντα τρία κατσίκια και δέκα στρέμματα γης, όπου δε φύτρωνε τίποτα άλλο από πέτρες και Γερμανούς.

Ο Γερμανός είναι ζιζάνιο των ανοιξιάτικων φυτών. Αλλιώς λέγεται σολάνο και η επιστημονική του ονομασία είναι Solanum elaeagnifolium. Ανήκει στο ίδιο γένος με την πατάτα και κάνει μωβ άνθη. Όμως είναι τοξικό. Οι καρποί του περιέχουν μικρές ποσότητες από αλκαλοειδή ατροπίνη και σκοπολαμίνη, όπως και τα περισσότερα μέλη της οικογένειας των solanaceae. Είναι ενθεογόνο, αλλά όχι τόσο γνωστό όσο οι διάσημοι συγγενείς του, ο μανδραγόρας, ο υοσκύαμος και η ντατούρα. Τα φύλλα κι οι ρίζες του είναι δηλητηριώδη. Όποιο ζώο τα φάει, ψοφάει πριν προλάβει να χωνέψει.
Ο Γερμανός  "εμφανίζει πλαστικότητα ως προς τις στρατηγικές αύξησης και χωροδιάταξης, ανάλογα με την ένταση της περιβαλλοντικής πίεσης που δέχεται, η οποία φαίνεται να του προσδίδει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι όλων των άλλων φυτών".
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του Γερμανού είναι ότι δεν πεθαίνει. Όσο και να το ραντίζεις, όσο κσι να το ξεριζώνεις, ένα κομμάτι της ρίζας παραμένει στο χώμα κι από αυτό το ελάχιστο κομμάτι αναγεννιέται -ως άλλος Φοίνικας ή σαν τη Λερναία Ύδρα - ολόκληρο το φυτό.
Οι Έλληνες το παρατήρησαν για πρώτη φορά τον Απρίλη του '41, όταν οι Γερμανοί κατέκτησαν τη χώρα σε ρυθμό εκδρομής. Πίστεψαν ότι το 'φεραν οι κατακτητές, γι' αυτό και το βάφτισαν Γερμανό.
Στην πραγματικότητα το Solanum elaeagnifolium είναι γηγενές φυτό της Νότιας Αμερικής και ήρθε στην Ευρώπη παρέα με τις πατάτες του Παρμεντιέ, πολύ πριν οι Γερμανοί αποφασίσουν να διεκδικήσουν όσα τους στερούσε η συνθήκη των Βερσαλλιών.

Στην Ευρυτανία του '41 δεν ήξεραν τίποτα για τη Λατινική Αμερική. Το σολάνο ήταν Γερμανός με πιστοποιητικό φρονημάτων κι ο Μωυσής Μπακάνας ήταν έξι χρόνων. Ο ΕΛΑΣ του Βελουχιώτη ξεκίνησε να δρα στα βουνά κι ο Μωυσής πήγε στο σχολείο, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.
Πρωταρχικό μέλημα του Στέλιου Μπακάνα εκείνη την εποχή ήταν να εξοντώσει τον Γερμανό, πριν του αφανίσει το κοπάδι. Από το ξημέρωμα ως τη δύση πάλευε στα χωράφια με το αθάνατο σολάνο και ήλπιζε στη βοήθεια του μοναχογιού του για να τα καταφέρει. Όμως ο Μωυσής ήταν αδύναμος στο σώμα και στο μυαλό, αφού ήταν αδύνατος σαν ξερόκλαδο και παροιμιωδώς αφηρημένος. Το μόνο πράγμα που ήταν καλός ήταν τα μαθηματικά. Όχι απλά καλός, αλλά ιδιοφυής.
Αυτό το συμπέρασμα έβγαλε ο δάσκαλός του μια μέρα που βαριόταν να κάνει μάθημα. Για να απασχολήσει τα παιδιά και να μπορέσει να διαβάσει με την ησυχία του τα ανώνυμα χρονογραφήματα του Βάρναλη στην "Πρωία", τους είπε να προσθέσουν όλους τους αριθμούς από το ένα ως και το εκατό. Τα παιδιά ξεκίνησαν να προσθέτουν: "Ένα συν δύο, τρία. Τρία συν τρία, έξι. Έξι συν τέσσερα, δέκα..."
Ο δάσκαλος ακούμπησε πίσω στην καρέκλα του κι άνοιξε την εφημερίδα. Πριν προλάβει να διαβάσει την πρώτη γραμμή, είδε τον Μωυσή να σηκώνει το χέρι. Τον ρώτησε τι ήθελε κι εκείνος απάντησε πως είχε τελειώσει. Ο δάσκαλος θύμωσε, έπιασε τη βέργα του και του είπε να συνεχίσει την πρόσθεση.
"Μα την έκανα" είπε ο Μωυσής.
"Και πόσο κάνει;" ρώτησε ο δάσκαλος, έτοιμος να σηκωθεί και να τον τιμωρήσει παραδειγματικά.
"Πέντε χιλιάδες πενήντα" είπε ο Μωυσής κι η βέργα του δασκάλου έπεσε κάτω.
"Αποκλείεται" σκέφτηκε και σηκώθηκε να δει αν ο μικρός είχε κάνει τις πράξεις, που εκείνου του είχαν πάρει μισή ώρα. Ο Μωυσής δεν είχε γράψει τίποτα στο θρανίο του - το οποίο χρησίμευε και ως μαυροπίνακας. Η κιμωλία ήταν ολόκληρη κι ανέγγιχτη.
"Με κοροϊδεύεις, Μπακάνα;" ούρλιαξε ο δάσκαλος.
"Όχι, κύριε" είπε ο Μωυσής τόσο σιγά που τα παιδιά στα διπλανά θρανία δεν τον άκουσαν.
"Και πώς το βρήκες τότε;"
"Είναι απλό" είπε ο Μωυσής, λίγο πιο δυνατά. "Ένα και εκατό κάνει εκατόν ένα. Δύο κι ενενήντα εννιά κάνει εκατόν ένα. Τρία κι ενενήντα οκτώ κάνει εκατόν ένα..." Έκανε μια παύση. "Είναι πενήντα ζευγαράκια που κάνουν εκατόν ένα. Πενήντα φορές το εκατόν ένα κάνει πέντε χιλιάδες πενήντα...Είναι τόσο απλό" ολοκλήρωσε ο Μωυσής.
Ο δάσκαλος έμεινε για λίγο ακίνητος κι άναυδος, μέχρι να καταλάβει τι εννοούσε ο οκτάχρονος.
Όταν επιτέλους κατάλαβε διέλυσε την τάξη, τον πήρε απ' το χέρι και ξεκίνησαν για το χωράφι του πατέρα του. Σε όλη τη διαδρομή ο Μωυσής, μετανιωμένος που είχε μιλήσει, σκεφτόταν ότι θα τις φάει - και δεν έπεφτε έξω.
Σαν έφτασαν στο χωράφι όπου ο πατέρας πολεμούσε με τους Γερμανούς, ο δάσκαλος πήρε βαθιά ανάσα κι είπε μονοκοπανιά στον Μπακάνα ότι ο γιος του ήταν γεννημένος μαθηματικός κι ότι έπρεπε να σπουδάσει, μέχρι και πανεπιστήμιο να πάει.
Ο πατέρας έδωσε ένα ηχηρό χαστούκι στον Μωυσή και τον έσυρε ως το σπίτι, χτυπώντας τον όποτε σταματούσε να κλαίει. Είπε στη γυναίκα του να τον αφήσει νηστικό όλη μέρα για να βάλει μυαλό κι επέστρεψε στο χωράφι. Ο δάσκαλος προσπάθησε να τον μεταπείσει, αλλά ο Στέλιος του έδειξε τα χέρια του, το άγονο χώμα, τα κορίτσια. Χρειαζόταν το αγόρι μαζί του.

Ο Μωυσής δεν ξαναπήγε στο σχολείο. Έκατσε στο σπίτι να βοηθάει τον πατέρα του στον μάταιο αγώνα ενάντια στους Γερμανούς.
Τα χρόνια περάσανε κι ο Μωυσής έμεινε με τα κολλυβογράμματα που πρόλαβε να μάθει στις πρώτες τάξεις. Παντρεύτηκε μια ξαδέλφη του κι έκανε έξι παιδιά, όλα αγόρια, απ' τα οποία τα δύο γεννήθηκαν με ραιβοποδία. Όλα του τα παιδιά έγιναν εσωτερικοί μετανάστες και τον άφησαν μόνο στον ανέλπιδο αγώνα ενάντια στον Γερμανό.

Γελωτοποιος, "Το δέντρο στην άκρη του κόσμου", εκδόσεις Ρενιέρη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου