"Άπειρες πόρτες άνοιξα και μ' ένα στρόβιλο άστρων έχω φύγει για παντού"
Γιάννης Υφαντής
----------
Ο πρώτος της ήταν ο νεαρός φοιτητής του ισογείου. Δεν είχαν ποτέ πολλά πολλά. Με κανέναν δεν είχε ποτέ πολλά πολλά.
Μια καλημέρα, δηλαδή, αν τύχαινε να τον πετύχει στην είσοδο. Όμορφο παιδί, καλοβαλμένο, πάντα εκνευριστικά χαμογελαστός.
Ένα μεσημέρι την πέτυχε φορτωμένη σακούλες με ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Προσφέρθηκε να τη βοηθήσει να τα κουβαλήσει.
Έπνιξε μια βρισιά μέσα της και του έδωσε δυο τσάντες. Ωραία, τις κουβάλησε μέχρι το ασανσέρ, τον ευχαρίστησε αφού έτσι έπρεπε και πάτησε το κουμπί για τον τέταρτο.
Είκοσι δευτερόλεπτα άχρηστης βοήθειας που δε χρειαζόταν. Είκοσι δευτερόλεπτα χαράς για τον νεαρό φοιτητή που ούτε εκείνος χρειαζόταν. Είκοσι δευτερόλεπτα άχρηστης αλληλοπαρέμβασης του ενός στη ζωή του άλλου.
Τις επόμενες μέρες, έχοντας πια αποκτήσει κάθε δικαίωμα, εκτός από καλημέρα τη ρωτούσε και τι κάνει.
Ένα πρωινό που συναντήθηκαν στην είσοδο, αφηρημένη φαίνεται καθώς ήταν, κοίταξε για περισσότερη ώρα από όση επέτρεπαν οι κανόνες το βιβλίο που κρατούσε εκείνος στα χέρια του.
Και φυσικά, ο εκνευριστικά ευγενικός νεαρός που παρατήρησε το ενδιαφέρον της, προσφέρθηκε να της το δανείσει.
Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου να συμβεί το αναπόφευκτο. Δεν έπρεπε να βιαστεί, τα λάθη σ' αυτές τις περιπτώσεις δε συγχωρούνται.
Αφορμή να του χτυπήσει το κουδούνι είχε, την επιστροφή του βιβλίου.
Μπήκε χαμογελαστή στη μικρή γκαρσονιέρα κι ακούμπησε το βιβλίο στη βιβλιοθήκη. Πρόσεξε πολύ να μην ακουμπήσει τίποτε άλλο.
Τα δευτερόλεπτα που εκείνος της γύρισε την πλάτη ήταν αρκετά για να γίνει η δουλειά γρήγορα και καθαρά.
Ξέχασα να αναφερθώ στη χορδή κιθάρας που είχε κρύψει στην τσέπη της.
Ο δεύτερος ήταν ο ευγενικός υπάλληλος της καφετέριας από όπου έπαιρνε κάθε πρωί τον καπουτσίνο της στην καινούρια της γειτονιά. Γιατί, φυσικά, μετά τον πρώτο βίαιο χωρισμό της από τον νεαρό φοιτητή, της ήταν αδύνατον να συνεχίσει να μένει στην ίδια πολυκατοικία με τις τόσες αναμνήσεις.
Η ενόχλησή της ξεκίνησε όταν εκείνος άρχισε να της βάζει περισσότερη κανέλα στον καφέ, έχοντας καταλάβει ότι της άρεσε. Στη συνέχεια, τη φόρτωνε κάθε πρωί με δυο μπισκοτάκια κερασμένα, "για να γλυκάνει η μέρα της".
Αυτό το διστακτικό χαμογελάκι του κάθε πρωί κι αυτή η λάμψη στα μάτια του όταν την έβλεπε ήταν η καταδίκη του.
Θα μπορούσε απλά να έχει αλλάξει στέκι, αλλά ήταν πια αποφασισμένη να ξεβρωμίσει τον τόπο από όλα αυτά τα κακομοίρα παιδάκια που ενηλικιώθηκαν χωρίς να καταλάβουν ότι η πολλή καλοσύνη είναι αδυναμία.
Με πρόσχημα την ευγένεια και συγκεκαλυμμένη την ερωτική επιθυμία, λες και επρόκειτο για κάτι μεμπτό, εισέβαλαν στη ζωή της διαταράσσοντας την τέλεια ισορροπία της μοναξιάς της. Χωρίς να έχουν τίποτα να προσφέρουν, χωρίς να έχουν τίποτα να πάρουν. Είχε, λοιπόν, αποφασίσει να τους σώσει όλους από την τόση σπατάλη χρόνου και ζωής.
Η δουλειά και με αυτόν έγινε γρήγορα, όχι στο σπίτι του αυτή τη φορά, αλλά σε μια παραλία που ήξερε με βεβαιότητα ότι χειμώνα καιρό δεν πατάει ψυχή.
Δεν ήθελε να ακολουθήσει το ίδιο μοτίβο ξεκαθαρίσματος σε κάθε της σχέση. Αφενός μεν για να μην κινήσει υποψίες, αφετέρου διότι καθόλου δεν της ταίριαζε η οποιαδήποτε επανάληψη μοτίβων.
Στα χρόνια που ήρθαν βρέθηκαν κι άλλοι καλοσυνάτοι νεαροί που είχαν την τύχη να διασωθούν από την ατυχία τους χάρη σε εκείνη.
Ώσπου την πήραν χαμπάρι. Όχι οι δυνάμεις επιβολής της έννομης τάξης, αλλά ένας ελεύθερος σκοπευτής. Ανυποψίαστη καθώς ήταν από την αυτοπεποίθηση που της είχαν χαρίσει οι συνεχείς επιτυχίες της, δεν είχε προσέξει ότι αυτός την παρακολουθούσε μήνες.
Τέλεια κρυμμένος πίσω από συμβάσεις. Τέλεια κρυμμένος πίσω από αβίαστο κυνισμό. Τέλεια κρυμμένος πίσω από θρασύτατη προστυχιά. Σωστός επαγγελματίας.
Ήταν μεσημέρι, Ιούλιος μήνας, μια σφαίρα ήταν αρκετή για να την αποτελειώσει.
Γιάννης Υφαντής
----------
Ο πρώτος της ήταν ο νεαρός φοιτητής του ισογείου. Δεν είχαν ποτέ πολλά πολλά. Με κανέναν δεν είχε ποτέ πολλά πολλά.
Μια καλημέρα, δηλαδή, αν τύχαινε να τον πετύχει στην είσοδο. Όμορφο παιδί, καλοβαλμένο, πάντα εκνευριστικά χαμογελαστός.
Ένα μεσημέρι την πέτυχε φορτωμένη σακούλες με ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Προσφέρθηκε να τη βοηθήσει να τα κουβαλήσει.
Έπνιξε μια βρισιά μέσα της και του έδωσε δυο τσάντες. Ωραία, τις κουβάλησε μέχρι το ασανσέρ, τον ευχαρίστησε αφού έτσι έπρεπε και πάτησε το κουμπί για τον τέταρτο.
Είκοσι δευτερόλεπτα άχρηστης βοήθειας που δε χρειαζόταν. Είκοσι δευτερόλεπτα χαράς για τον νεαρό φοιτητή που ούτε εκείνος χρειαζόταν. Είκοσι δευτερόλεπτα άχρηστης αλληλοπαρέμβασης του ενός στη ζωή του άλλου.
Τις επόμενες μέρες, έχοντας πια αποκτήσει κάθε δικαίωμα, εκτός από καλημέρα τη ρωτούσε και τι κάνει.
Ένα πρωινό που συναντήθηκαν στην είσοδο, αφηρημένη φαίνεται καθώς ήταν, κοίταξε για περισσότερη ώρα από όση επέτρεπαν οι κανόνες το βιβλίο που κρατούσε εκείνος στα χέρια του.
Και φυσικά, ο εκνευριστικά ευγενικός νεαρός που παρατήρησε το ενδιαφέρον της, προσφέρθηκε να της το δανείσει.
Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου να συμβεί το αναπόφευκτο. Δεν έπρεπε να βιαστεί, τα λάθη σ' αυτές τις περιπτώσεις δε συγχωρούνται.
Αφορμή να του χτυπήσει το κουδούνι είχε, την επιστροφή του βιβλίου.
Μπήκε χαμογελαστή στη μικρή γκαρσονιέρα κι ακούμπησε το βιβλίο στη βιβλιοθήκη. Πρόσεξε πολύ να μην ακουμπήσει τίποτε άλλο.
Τα δευτερόλεπτα που εκείνος της γύρισε την πλάτη ήταν αρκετά για να γίνει η δουλειά γρήγορα και καθαρά.
Ξέχασα να αναφερθώ στη χορδή κιθάρας που είχε κρύψει στην τσέπη της.
Ο δεύτερος ήταν ο ευγενικός υπάλληλος της καφετέριας από όπου έπαιρνε κάθε πρωί τον καπουτσίνο της στην καινούρια της γειτονιά. Γιατί, φυσικά, μετά τον πρώτο βίαιο χωρισμό της από τον νεαρό φοιτητή, της ήταν αδύνατον να συνεχίσει να μένει στην ίδια πολυκατοικία με τις τόσες αναμνήσεις.
Η ενόχλησή της ξεκίνησε όταν εκείνος άρχισε να της βάζει περισσότερη κανέλα στον καφέ, έχοντας καταλάβει ότι της άρεσε. Στη συνέχεια, τη φόρτωνε κάθε πρωί με δυο μπισκοτάκια κερασμένα, "για να γλυκάνει η μέρα της".
Αυτό το διστακτικό χαμογελάκι του κάθε πρωί κι αυτή η λάμψη στα μάτια του όταν την έβλεπε ήταν η καταδίκη του.
Θα μπορούσε απλά να έχει αλλάξει στέκι, αλλά ήταν πια αποφασισμένη να ξεβρωμίσει τον τόπο από όλα αυτά τα κακομοίρα παιδάκια που ενηλικιώθηκαν χωρίς να καταλάβουν ότι η πολλή καλοσύνη είναι αδυναμία.
Με πρόσχημα την ευγένεια και συγκεκαλυμμένη την ερωτική επιθυμία, λες και επρόκειτο για κάτι μεμπτό, εισέβαλαν στη ζωή της διαταράσσοντας την τέλεια ισορροπία της μοναξιάς της. Χωρίς να έχουν τίποτα να προσφέρουν, χωρίς να έχουν τίποτα να πάρουν. Είχε, λοιπόν, αποφασίσει να τους σώσει όλους από την τόση σπατάλη χρόνου και ζωής.
Η δουλειά και με αυτόν έγινε γρήγορα, όχι στο σπίτι του αυτή τη φορά, αλλά σε μια παραλία που ήξερε με βεβαιότητα ότι χειμώνα καιρό δεν πατάει ψυχή.
Δεν ήθελε να ακολουθήσει το ίδιο μοτίβο ξεκαθαρίσματος σε κάθε της σχέση. Αφενός μεν για να μην κινήσει υποψίες, αφετέρου διότι καθόλου δεν της ταίριαζε η οποιαδήποτε επανάληψη μοτίβων.
Στα χρόνια που ήρθαν βρέθηκαν κι άλλοι καλοσυνάτοι νεαροί που είχαν την τύχη να διασωθούν από την ατυχία τους χάρη σε εκείνη.
Ώσπου την πήραν χαμπάρι. Όχι οι δυνάμεις επιβολής της έννομης τάξης, αλλά ένας ελεύθερος σκοπευτής. Ανυποψίαστη καθώς ήταν από την αυτοπεποίθηση που της είχαν χαρίσει οι συνεχείς επιτυχίες της, δεν είχε προσέξει ότι αυτός την παρακολουθούσε μήνες.
Τέλεια κρυμμένος πίσω από συμβάσεις. Τέλεια κρυμμένος πίσω από αβίαστο κυνισμό. Τέλεια κρυμμένος πίσω από θρασύτατη προστυχιά. Σωστός επαγγελματίας.
Ήταν μεσημέρι, Ιούλιος μήνας, μια σφαίρα ήταν αρκετή για να την αποτελειώσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου