Μπορεί ο Θεός να φτιάξει μια πέτρα τόσο βαριά που να μην μπορεί να τη σηκώσει; Μπορεί ο Θεός να φτιάξει ένα ζιζάνιο τόσο ανθεκτικό που να μην μπορεί να το εξολοθρεύσει; Το είχε ήδη κάνει δημιουργώντας τον άνθρωπο, αλλά αργία μήτηρ πάσης κακίας, και η κακία ενός απείρου όντος είναι - τουλάχιστον - επικίνδυνη.
Στο τέλος του Μεσαίωνα οι άνθρωποι ήταν τόσο θρησκόληπτοι και αμαθείς που ο Θεός δε χρειαζόταν να σκαρφίζεται θαύματα και τιμωρίες για να τους θυμίζει το μεγαλείο του και τη μηδαμινότητά τους. Βρήκε λίγο χρόνο για να ασχοληθεί με τον εαυτό του κι αποφάσισε να ξεσκονίσει τις βοτανολογικές του γνώσεις, που δεν είχε αξιοποιήσει από τον καιρό της Δημιουργίας.
Έτσι, για να παίξει, δημιούργησε το Solanum elaeagnifolium που στην Ελλάδα έγινε γνωστό ως Γερμανός, ενώ στη Λατινική Αμερική το ονόμασαν δικαίως planta del Diablo, αφού τη σατανική του αντοχή μόνο στον διάβολο μπορούσαν να την αποδώσουν.
Ο Θεός έσπειρε την τελευταία του δημιουργία στους πρόποδες των Νοτιοαμερικάνικων Άνδεων και της έδωσε έναν αιώνα καιρό για να εξαπλωθεί. Σαν πέρασε αυτό το διάστημα βάλθηκε να εξολοθρεύσει το σολάνο. Γρήγορα κατάλαβε ότι είχε ξεπεράσει τον εαυτό του.
Έστειλε στρατιές από έντομα και ζώα για να το φάνε, αλλά όλα πέθαιναν πριν προλάβουν να χωνέψουν τα πρώτα φύλλα. Το παρέβαλλε με ανταγωνιστικά φυτά, που μαράθηκαν χωρίς να προβάλλουν ουσιαστική αντίσταση. Έκανε ηφαίστεια να εκραγούν, πλημμύρες να σαρώσουν τη γη, αλλά το σολάνο ξεπήδαγε απτόητο μέσα από τις στάχτες και τη λάσπη.
Σε μια στιγμή απόγνωσης, σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το ευφυέστερο και πιο κακεντρεχές από τα δημιουργήματά του, τον άνθρωπο. Ανάγκασε τους Νάρρας να μεταναστεύσουν στο κέντρο της περιοχής που καταλάμβανε το σολάνο. Πενήντα χρόνια μετά ο πολιτισμός των Νάρρας εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω του μόνο κυκλώπεια τείχη κι ακατάληπτες γραφές για το μοβ ενθεογόνο λουλούδι, το λουλούδι που σε ενώνει με τον Θεό μια για πάντα.
Ήταν έτοιμος να καταποντίσει ολοσχερώς την Αμερικανική Ήπειρο - όπως είχε κάνει και με το άλλο ατυχές πείραμα, στην Ατλαντίδα - όταν του προέκυψε ένα καινούριο και μείζονος σημασίας πρόβλημα: η Αναγέννηση. Οι άνθρωποι είχαν αρχίσει πάλι να σκέφτονται κι αυτό μόνο μπελάδες μπορούσε να σημαίνει για το θεοκρατικό σύστημα. Ο Θεός ξέχασε τελείως το Solanum elaeagnifolium.
Όμως το σολάνο δεν τον ξέχασε. Κρυμμένο στις τσέπες ενός από τους ιεραποστόλους που έδωσαν τη ζωή τους για να εκχριστιανίσουν τους άγριους του Αμαζονίου, βρέθηκε στον Κήπο του Παραδείσου. Ο Παράδεισος ήταν κυριολεκτικά παράδεισος μέχρι που φύτρωσε το πρώτο σολάνο. Εκμεταλλευόμενο την αγαθότητα και την απειρία των παραδείσιων φυτών, το σολάνο επικράτησε εύκολα και ταχύτατα.
Ενώ ο Θεός ήταν απασχολημένος με τον Διαφωτισμό, τη Γαλλική Επανάσταση, τον Δαρβίνο, τον Μαρξ και τον Νίτσε, το σολάνο κατακτούσε την κοιτίδα του ανθρώπινου είδους. Εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες συν ένας μακάριοι κατοικούσαν τότε στον Παράδεισο. Όλοι - πλην του ενός - ήταν εκείνοι που εν ζωή είχαν αφοσιωθεί ολόψυχα στον Θεό και στη Γραφή του, περιφρονώντας κάθε ηδονή και κάθε τους ανάγκη. Σαν πέθαναν συνέχισαν την αμόλυντη ζωή, δοξάζοντας ολημερίς τον Κύριο και αδιαφορώντας αν κοιμούνται κάτω από φραουλιές και δέντρα μάνγκο ή δηλητηριώδεις σολάνους.
Ο άλλος ένας ήταν ο Μπετόβεν, που είχε στήσει το θρυλικό του πιάνο, το Erard του 1803, στις πηγές του ποταμού Φισών και απολάμβανε την ακοή του και τη μεγαλοφυΐα του, χωρίς να ξέρει καλά καλά πού βρίσκεται.
Κανείς από αυτούς δεν μπορούσε να βοηθήσει τον Θεό.
Όταν εκείνος κατάφερε, με τη βοήθεια του Τζον Λότζι Μπερντ και της εφεύρεσής του, της τηλεόρασης, να ηρεμήσει λιγάκι, αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί στον Παράδεισο κι ένιωσε αδύναμος σαν άνθρωπος μπροστά στο θάνατο.
Αν καταπόντιζε τον Παράδεισο - όπως συνήθιζε να κάνει όταν βρισκόταν σε δύσκολη θέση - θα καταστρεφόταν κι η γη, αφού αυτά τα δύο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα, όπως η σκέψη με τη γλώσσα. Όμως δεν μπορούσε να εξολοθρεύσει το σολάνο. Είχε δημιουργήσει το απέθαντο ζιζάνιο και δεν αισθανόταν καθόλου περήφανος γι' αυτό.
Έτσι, λίγο πριν την αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα, ο Θεός αποφάσισε - βαριά τη καρδία - να καταστρέψει τον μοναδικό πλανήτη που είχε ζωή και να επαναλάβει το πείραμα σε κάποιον άλλο, ίσως την Αφροδίτη. Και σίγουρα αυτό θα έκανε, αν δεν υπήρχε ο Μωυσής Μπακάνας. Ο παρολίγον μαθηματικός βρήκε τη λύση για το πρόβλημα του Θεού κι Εκείνος, ως παντογνώστης, το έμαθε. Σκότωσε αμέσως τον Μπακάνα, τον έστειλε στον Παράδεισο και τον άφησε να κάνει ό,τι έκανε και στη ζωή του.
Ο Μπακάνας είχε αντιμετωπίσει το πρόβλημα με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής. Κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να εξοντώσει τον Γερμανό πολεμώντας τον. Οπότε άρχισε να τον φροντίζει σαν να ήταν ευαίσθητο καλλωπιστικό φυτό. Τον βοτάνιζε, τον πότιζε, τον λίπαινε, τον κλάδευε και μάζευε ένα ένα τα έντομα που προσπαθούσαν να τραφούν απ' αυτόν. Όργωνε το έδαφος γύρω από τις ρίζες του κι έκοβε τα δέντρα που του έκρυβαν τον ήλιο. Το σολάνο φούντωνε και αναπτυσσόταν, μεγάλωνε και θέριευε, ώσπου κάποια στιγμή φούσκωσε από την πολλή ευμάρεια κι έσκασε σαν μπαλόνι, αφήνοντας στείρους σπόρους στο χώμα, σαν καπιταλιστική οικονομία που αυτοκαταστρέφεται στο ζενίθ της αποδοτικότητάς της. Η υπερπλήρωση έφερε την κατάρρευση.
Ο Κήπος του Παραδείσου άρχισε να γίνεται ξανά παραδεισένιος κι ο Θεός ξεπλήρωσε τον Μπακάνα δίνοντάς του το δικαίωμα να ζει ανάμεσα στους εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες κι έναν μακάριους, διορίζοντάς τον Αιώνιο Θεϊκό Κηπουρό. Την εμπιστοσύνη του Θεού καταχράστηκε ο Μπακάνας δίνοντας στο ανθρώπινο είδος το ξύλο από το Δέντρο της Ζωής, που έκανε τους οφθαλμούς τους ν' ανοίξουν και να γίνουν αθάνατοι και όμοιοι του Πατέρα τους.
Γελωτοποιός, "Το δέντρο στην άκρη του κόσμου", εκδόσεις Ρενιέρη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου