Κάποιους ανθρώπους τους θυμόμαστε πάντα γερασμένους. Ίσως επειδή ήταν ήδη μεγαλύτεροί μας όταν τους γνωρίσαμε, ίσως πάλι επειδή η ζωή τούς γέρασε πριν την ώρα τους.
Έτσι θυμάμαι την κυρά Γιωργία, πάντα της γριούλα χαμογελαστή. Ήμουν δέκα χρονών όταν τη γνώρισα. Καθαρίστρια ήταν στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς μου. Μ' ένα χαμόγελο κουρασμένο και καλοσυνάτο μας υποδεχόταν τα πρωινά, μ' ένα ίδιο χαμόγελο μας αποχαιρετούσε τα μεσημέρια.
Δε θα ήταν ούτε εξήντα χρονών τότε, κι όμως στα παιδικά μου μάτια έδειχνε μεγαλύτερη. Γερασμένη ήδη και καταπονημένη, όχι από την κούραση της δουλειάς. Όλη μέρα καθάριζε τις τουαλέτες, το προαύλιο κι έψηνε καφέδες στους δασκάλους αβάρετα, με μια όψη καλοκάγαθης υπομονής.
Γερασμένη ήδη από την απώλεια κι από τον ασήκωτο μπόγο της μοίρας της που κουβαλούσε χρόνια.
Χήρεψε νωρίς, έμεινε μόνη με τα δυο παιδιά της. Μα αυτός ο ασήκωτος μπόγος χωρούσε κι άλλο πόνο. Λίγα χρόνια μετά έχασε τον πρωτότοκο γιο της σε αυτοκινητιστικό.
Της έμεινε ο δεύτερος γιος, μεγαλωμένος όμως στις σκιές των δύο θανάτων.
Πώς να σκουπίσει μόνος του τα δάκρυα της μάνας που μούσκευαν χρόνια την ψυχή του; Πώς από τρίτος στη σειρά να γίνει ξαφνικά ο άντρας του σπιτιού; Καημό τον είχε το γιο αυτό η κυρά Γιωργία, κι ας έμεινε μαζί της μέχρι το τέλος. Δεν παντρεύτηκε, δεν κάταφερε να βρει μια δουλειά "της προκοπής", ζούσαν από τη σύνταξή της κι από τις φιλανθρωπίες της ενορίας.
Τη θυμάμαι τα καλοκαιρινά απογεύματα να κάθεται στην αυλή του ετοιμόρροπου σπιτιού, σε μια πλαστική καρέκλα, δίπλα της ένα τραπεζάκι κόντρα πλακέ με ένα φλυτζάνι καφέ. Φορούσε πάντα ένα λευκό νυχτικό. Τα μαλλιά της λυτά στους ώμους, πιο λευκά από το νυχτικό της. Η όψη της πάντα καλοκάγαθα υπομονετική και το χαμόγελό της εκεί όπως όταν ήμουν δέκα χρονών, μα ακόμα πιο κουρασμένο. Όπως την ίδια τη θυμάμαι από πάντα γερασμένη, έτσι και το σπιτάκι της το θυμάμαι όπως τώρα, από πάντα ετοιμόρροπο.
Πέρασαν τα χρόνια, πήγε η κυρά Γιωργία να συναντήσει τον άντρα της και το αδικοχαμένο παιδί της.
Έφυγε κι ο άλλος γιος από το μικρό σπιτάκι. Ίσως βρήκε δουλειά τελικά σε άλλη γειτονιά, ίσως έπρεπε να φύγει για να πάψει πια να είναι ο δευτερότοκος κι ο τρίτος στη σειρά.
Ερήμωσε και ρήμαξε το έρημο και ρημαγμένο σπιτάκι. Στην αυλή απέμειναν οι δυο τριανταφυλλιές δίπλα στη μουριά, η άδεια καρέκλα της και το τραπεζάκι που σαπίζει σε μια γωνιά.
Στο παράθυρο το λευκό δαντελένιο κουρτινάκι μού θυμίζει το λευκό της νυχτικό, τα λευκά της μαλλιά, κι ότι εκεί έμενε μια γυναίκα γεννημένη γερασμένη, που ξεχείλιζε απ' την ψυχή της μια φροντίδα για όλους και για όλα.
Κάποτε θα το γκρεμίσουν το μικρό της σπιτάκι, όπως κάνουν με όλα τα ετοιμόρροπα στολίδια της γειτονιάς. Θα λυπηθώ.
Όχι για την κυρά Γιωργία, όχι για το γιο της, όχι για τα ντουβάρια, όχι για την πικρή ζωή της, μα για την ανάμνηση που δε θα μπορώ να την κάνω κι αυτή ένα σωρό από μπάζα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου