Μέρος πέμπτο
Ήταν η ώρα που ο "Σίμος" έβγαινε από το κουζινάκι με μια παγωμένη μπύρα στο χέρι για να καθίσει, περίπου, μαζί μας. Έχοντας βγάλει από πριν τη λαδωμένη του ποδιά κι έχοντας ρίξει νερό στο πρόσωπό του - πάντα πρόσεχε να εμφανίζεται ευπρεπής στους πελάτες - έκατσε στο τραπεζάκι δίπλα από την είσοδο του καφενείου. Στα μαλλιά του και στα γένια του γυάλιζαν μικρές σταγονίτσες, το μέτωπό του αυλακωμένο από δυο ρυτίδες, κι ας ήταν μόνο τριάντα χρονών.
Δούλευε ήδη επτά χρόνια στο καφενείο. Το άνοιγε το πρωί νωρίς για να κάνει τις απαραίτητες καθαριότητες και να ψήσει καφεδάκια για τους πρωινούς πελάτες. Όταν, κατά το μεσημέρι, ερχόταν ο κυρ-Αναστάσης με τα ψώνια της ημέρας, εξαφανιζόταν στο κουζινάκι για να βγάλει την υπόλοιπη βάρδια του πάνω από τηγάνια και νεροχύτες. Τον έξω κόσμο τον ξαναέβλεπε μετά τις έντεκα το βράδυ, όταν είχαν σερβιριστεί όλοι οι ζεστοί μεζέδες κι είχαν πλυθεί όλα τα πιατικά.
Το χειμώνα έπινε την μπύρα του πίσω από τον ψηλό πάγκο, δίπλα στο γκαζάκι και στο δίδυμο κουτί με τον ελληνικό καφέ και τη ζάχαρη. Το καλοκαίρι, σ' αυτό το τραπεζάκι δίπλα από την είσοδο του μαγαζιού.
Άφησα το μετερίζι μου κάτω από τις νεραντζιές και πήγα να κάτσω δίπλα του. Το συνήθιζα μερικές φορές, ήμουν η ειδικών συνθηκών φίλη του κι ήταν ο αυστηρά οριοθετημένος φίλος μου. Λόγω συγκυριών, ατυχών επιλογών κι άρα εμπειριών, είχα καταλήξει να μην πιστεύω στην ύπαρξη φιλίας μεταξύ ατόμων του αντίθετου φύλου. Τον "Σίμο" όμως, για το καλό του ίδιου, φρόντισα να τον κρατήσω από την αρχή σε απόσταση, χτίζοντας έτσι μαζί του μια σχέση καλής γειτονίας, εγκάρδιας μα χωρίς πολλά πολλά. Μια χαμογελαστή "καλημέρα" το πρωί στο ασανσέρ - σα να λέμε - και μια συγκαταβατική "καληνύχτα", άντε κι ένα "καλή ξεκούραση", το βράδυ στο γκαράζ. Με τον καιρό, μου απέδειξε ότι δε με είχε ανάγκη. Έτσι γλιτώσαμε κι οι δυο μας από ένα σωρό μπλεξίματα.
Ήμουν, ίσως, η μόνη αλλοεθνής που επέμενα να τον φωνάζω Σαϊμίρ, χωρίς να του καταλογίζω περισσότερη διαφορετικότητα από όση κουβαλούσε ήδη. Εκείνος το χαιρόταν, έλεγε ότι βλέπω αυτό που είναι, ενώ οι υπόλοιποι έβλεπαν αυτό που περίμεναν - ή απαιτούσαν - να δουν, δηλαδή έναν "Σίμο", ένα παρατσούκλι, απόδειξη της ειρηνικής και νομοταγούς ένταξής του στην αλλοδαπή - για εκείνον - ελληνική κοινωνία. Μπορεί και να είχε δίκιο. Τον φώναζα "Σαϊμίρ", μπροστά σε όλους τους πελάτες, από αντίδραση στο "ξεβάφτισμα" που του είχε επιβληθεί.
Το "Σίμος" κατάλαβα με τον καιρό ότι ήταν η κρυψώνα του, ένας τρόπος να περνάει απαρατήρητος και να έχει έτσι το κεφάλι του ήσυχο. Πριν επτά χρόνια, όταν τον πρωτογνώρισα, προσπάθησα να τον πείσω να υιοθετήσει εκ νέου το όνομα που αναγραφόταν στο διαβατήριό του. Μάταιος κόπος, δεν ήθελε να βγει από το λαγούμι του. Τα παράτησα. Η χειρότερη συνήθεια του ανθρώπου είναι να δίνει συμβουλές.
Έκανε να σηκωθεί για να μου φέρει κι άλλο κρασί. Τον πρόλαβα και πήγα να το πάρω μόνη μου. Του έφερα κι εκείνου μια μπύρα ακόμη. Ζήτησε να του στρίψω τσιγάρο, γιατί επέμενε ότι ξέρω και τα στρίβω καλύτερα. Ανοησίες. Θα στοιχημάτιζα ότι ήταν άσσος στα στριφτά. Ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο και ρουφούσε τον καπνό, έδειχνε ότι πρόκειται για έμπειρο καπνιστή. Ήταν ένας ακόμη θεατρινισμός του, να παρασταίνει τον αδαή, μια ακόμη κρυψώνα του. Έπρεπε να υποδύεται τον ανήξερο, το παιδάκι με το χαριτωμένο ουρανοκατέβατο υποκοριστικό που μαθαίνει να κάθεται φρόνιμο, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να ανταποδώσει τις σφαλιάρες που θα φάει.
Δεν ήταν αδύναμος, ούτε βέβαια αγνός. Δε με ενδιέφερε να τον ρωτήσω για τις αλητείες που είχε κάνει πριν τον γνωρίσω ή πριν έρθει στην Ελλάδα, και που φυσικά τις υποψιαζόμουν όλες. Τον εμπιστευόμουν έτσι όπως ήταν, ετσι όπως ήμασταν οι δυο μας καθισμένοι, χαζεύοντας την πλατεία που άδειαζε. Η σιωπή χτίζει εμπιστοσύνη κι αποκαλύπτει μυστικά ευκολότερα από κάθε εκ βαθέων εξομολόγηση. Αλλά θέλει να κλείνεις τα αυτιά και να ανοίγεις τα μάτια. Ήξερα ότι αν ποτέ τον ρωτούσα θα μου τα αποκάλυπτε όλα, κι αυτό μου αρκούσε. Είχε πάνω του μια δυνητικότητα αγνότητας, στο πρόσωπό του, στις δυο ρυτίδες του, σα σκεύος παλαιϊκό που περιμένει να γανωθεί.
Τον ρώτησα αν είχε στο πρόγραμμα να πάει στην πατρίδα του. Απάντησε ίσως, για λίγες μέρες, να δει τη μάνα του και τις αδερφές του. Για καμιά εβδομάδα το πολύ, παραπάνω δεν άντεχε, ούτε τον άντεχαν. Είχε ξεμάθει τους τρόπους τους, σχεδόν και τη γλώσσα τους. Για τους Αλβανούς ήταν Έλληνας και για τους Έλληνες, Αλβανός. Κλισέ, θα μου πείτε. Μα είναι πραγματικότητα. Κι η πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα συντριπτικό κλισέ.
Ο κυρ-Αναστάσης έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο χαρτονομίσματα, μέτρησε το μερόνυχτα-κάματο του "Σίμου" και του το έδωσε. Με καληνύχτισε κι άφησε τον φίλο μου πίσω να "σηκώσει" τα υπόλοιπα τραπέζια.
Τον ρώτησα αν είχε μαζέψει τίποτα λεφτά στην άκρη. Γέλασε. "Μα δε γίνεται κι αλλιώς", είπε. "Δεν πάω πουθενά για να ξοδέψω."
Όταν ήρθε στην Ελλάδα, είχε σκοπό να δουλέψει οπουδήποτε και πολύ για να ανοίξει με έναν φίλο του τη δική τους καφετέρια. Στου κυρ-Αναστάση ήρθε για να μάθει τη δουλειά, για κάνα δυο χρόνια. Τα δυο χρόνια έγιναν τρία και τελικά ήδη επτά. Τώρα πια δεν ονειρευόταν δικές του επιχειρήσεις. Του άρεσε να είναι υπάλληλος. Λιγότερες σκοτούρες, είπε. Κι έπειτα, ένας καλός κι έμπιστος υπάλληλος κατέχει μια θέση εξουσίας και συνάμα αγάπης. Το καφενείο δε θα ήταν το ίδιο χωρίς αυτόν κλεισμένο στο κουζινάκι να περιποιείται με τόσο μεράκι τις τηγανιτές συκωταριές και τις συμμετρικά κομμένες ντομάτες. Ο κυρ-Αναστάσης είχε την οικονομική διαχείριση κι ο "Σίμος" είχε τη διεύθυνση της επιχείρησης. Και δε δυσανασχετούσε καθόλου. Είχε καταφέρει να σταθεί στα πόδια του εγκαταλείποντας τις χίμαιρες των ονείρων του κι έχοντας επιτύχει την απόλυτη εξασφάλιση της εργασιομανούς νωθρότητας.
Καληνύχτισα κι εγώ τον Σαϊμίρ κι έφυγα. Το πρωί έπρεπε να ξυπνήσω νωρίς. Θα ερχόμουν να πιω τον καφέ μου στο καφενείο, την ώρα που εκείνος θα άνοιγε για να σκουπίσει και να σφουγγαρίσει.
Έτσι, για αλλαγή, για συμπαράσταση. Για την ειδικών συνθηκών παρέα του.
Και για να πάρω λίγο μάτι, από την κλειδαρότρυπα της κρυψώνας του, τη λιτή και συνετή φιλοσοφία του αδικημένου κι αδικαιολόγητα φρόνιμα παραιτημένου κι ευτυχισμένου φίλου μου.
Ήταν η ώρα που ο "Σίμος" έβγαινε από το κουζινάκι με μια παγωμένη μπύρα στο χέρι για να καθίσει, περίπου, μαζί μας. Έχοντας βγάλει από πριν τη λαδωμένη του ποδιά κι έχοντας ρίξει νερό στο πρόσωπό του - πάντα πρόσεχε να εμφανίζεται ευπρεπής στους πελάτες - έκατσε στο τραπεζάκι δίπλα από την είσοδο του καφενείου. Στα μαλλιά του και στα γένια του γυάλιζαν μικρές σταγονίτσες, το μέτωπό του αυλακωμένο από δυο ρυτίδες, κι ας ήταν μόνο τριάντα χρονών.
Δούλευε ήδη επτά χρόνια στο καφενείο. Το άνοιγε το πρωί νωρίς για να κάνει τις απαραίτητες καθαριότητες και να ψήσει καφεδάκια για τους πρωινούς πελάτες. Όταν, κατά το μεσημέρι, ερχόταν ο κυρ-Αναστάσης με τα ψώνια της ημέρας, εξαφανιζόταν στο κουζινάκι για να βγάλει την υπόλοιπη βάρδια του πάνω από τηγάνια και νεροχύτες. Τον έξω κόσμο τον ξαναέβλεπε μετά τις έντεκα το βράδυ, όταν είχαν σερβιριστεί όλοι οι ζεστοί μεζέδες κι είχαν πλυθεί όλα τα πιατικά.
Το χειμώνα έπινε την μπύρα του πίσω από τον ψηλό πάγκο, δίπλα στο γκαζάκι και στο δίδυμο κουτί με τον ελληνικό καφέ και τη ζάχαρη. Το καλοκαίρι, σ' αυτό το τραπεζάκι δίπλα από την είσοδο του μαγαζιού.
Άφησα το μετερίζι μου κάτω από τις νεραντζιές και πήγα να κάτσω δίπλα του. Το συνήθιζα μερικές φορές, ήμουν η ειδικών συνθηκών φίλη του κι ήταν ο αυστηρά οριοθετημένος φίλος μου. Λόγω συγκυριών, ατυχών επιλογών κι άρα εμπειριών, είχα καταλήξει να μην πιστεύω στην ύπαρξη φιλίας μεταξύ ατόμων του αντίθετου φύλου. Τον "Σίμο" όμως, για το καλό του ίδιου, φρόντισα να τον κρατήσω από την αρχή σε απόσταση, χτίζοντας έτσι μαζί του μια σχέση καλής γειτονίας, εγκάρδιας μα χωρίς πολλά πολλά. Μια χαμογελαστή "καλημέρα" το πρωί στο ασανσέρ - σα να λέμε - και μια συγκαταβατική "καληνύχτα", άντε κι ένα "καλή ξεκούραση", το βράδυ στο γκαράζ. Με τον καιρό, μου απέδειξε ότι δε με είχε ανάγκη. Έτσι γλιτώσαμε κι οι δυο μας από ένα σωρό μπλεξίματα.
Ήμουν, ίσως, η μόνη αλλοεθνής που επέμενα να τον φωνάζω Σαϊμίρ, χωρίς να του καταλογίζω περισσότερη διαφορετικότητα από όση κουβαλούσε ήδη. Εκείνος το χαιρόταν, έλεγε ότι βλέπω αυτό που είναι, ενώ οι υπόλοιποι έβλεπαν αυτό που περίμεναν - ή απαιτούσαν - να δουν, δηλαδή έναν "Σίμο", ένα παρατσούκλι, απόδειξη της ειρηνικής και νομοταγούς ένταξής του στην αλλοδαπή - για εκείνον - ελληνική κοινωνία. Μπορεί και να είχε δίκιο. Τον φώναζα "Σαϊμίρ", μπροστά σε όλους τους πελάτες, από αντίδραση στο "ξεβάφτισμα" που του είχε επιβληθεί.
Το "Σίμος" κατάλαβα με τον καιρό ότι ήταν η κρυψώνα του, ένας τρόπος να περνάει απαρατήρητος και να έχει έτσι το κεφάλι του ήσυχο. Πριν επτά χρόνια, όταν τον πρωτογνώρισα, προσπάθησα να τον πείσω να υιοθετήσει εκ νέου το όνομα που αναγραφόταν στο διαβατήριό του. Μάταιος κόπος, δεν ήθελε να βγει από το λαγούμι του. Τα παράτησα. Η χειρότερη συνήθεια του ανθρώπου είναι να δίνει συμβουλές.
Έκανε να σηκωθεί για να μου φέρει κι άλλο κρασί. Τον πρόλαβα και πήγα να το πάρω μόνη μου. Του έφερα κι εκείνου μια μπύρα ακόμη. Ζήτησε να του στρίψω τσιγάρο, γιατί επέμενε ότι ξέρω και τα στρίβω καλύτερα. Ανοησίες. Θα στοιχημάτιζα ότι ήταν άσσος στα στριφτά. Ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο και ρουφούσε τον καπνό, έδειχνε ότι πρόκειται για έμπειρο καπνιστή. Ήταν ένας ακόμη θεατρινισμός του, να παρασταίνει τον αδαή, μια ακόμη κρυψώνα του. Έπρεπε να υποδύεται τον ανήξερο, το παιδάκι με το χαριτωμένο ουρανοκατέβατο υποκοριστικό που μαθαίνει να κάθεται φρόνιμο, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να ανταποδώσει τις σφαλιάρες που θα φάει.
Δεν ήταν αδύναμος, ούτε βέβαια αγνός. Δε με ενδιέφερε να τον ρωτήσω για τις αλητείες που είχε κάνει πριν τον γνωρίσω ή πριν έρθει στην Ελλάδα, και που φυσικά τις υποψιαζόμουν όλες. Τον εμπιστευόμουν έτσι όπως ήταν, ετσι όπως ήμασταν οι δυο μας καθισμένοι, χαζεύοντας την πλατεία που άδειαζε. Η σιωπή χτίζει εμπιστοσύνη κι αποκαλύπτει μυστικά ευκολότερα από κάθε εκ βαθέων εξομολόγηση. Αλλά θέλει να κλείνεις τα αυτιά και να ανοίγεις τα μάτια. Ήξερα ότι αν ποτέ τον ρωτούσα θα μου τα αποκάλυπτε όλα, κι αυτό μου αρκούσε. Είχε πάνω του μια δυνητικότητα αγνότητας, στο πρόσωπό του, στις δυο ρυτίδες του, σα σκεύος παλαιϊκό που περιμένει να γανωθεί.
Τον ρώτησα αν είχε στο πρόγραμμα να πάει στην πατρίδα του. Απάντησε ίσως, για λίγες μέρες, να δει τη μάνα του και τις αδερφές του. Για καμιά εβδομάδα το πολύ, παραπάνω δεν άντεχε, ούτε τον άντεχαν. Είχε ξεμάθει τους τρόπους τους, σχεδόν και τη γλώσσα τους. Για τους Αλβανούς ήταν Έλληνας και για τους Έλληνες, Αλβανός. Κλισέ, θα μου πείτε. Μα είναι πραγματικότητα. Κι η πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα συντριπτικό κλισέ.
Ο κυρ-Αναστάσης έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο χαρτονομίσματα, μέτρησε το μερόνυχτα-κάματο του "Σίμου" και του το έδωσε. Με καληνύχτισε κι άφησε τον φίλο μου πίσω να "σηκώσει" τα υπόλοιπα τραπέζια.
Τον ρώτησα αν είχε μαζέψει τίποτα λεφτά στην άκρη. Γέλασε. "Μα δε γίνεται κι αλλιώς", είπε. "Δεν πάω πουθενά για να ξοδέψω."
Όταν ήρθε στην Ελλάδα, είχε σκοπό να δουλέψει οπουδήποτε και πολύ για να ανοίξει με έναν φίλο του τη δική τους καφετέρια. Στου κυρ-Αναστάση ήρθε για να μάθει τη δουλειά, για κάνα δυο χρόνια. Τα δυο χρόνια έγιναν τρία και τελικά ήδη επτά. Τώρα πια δεν ονειρευόταν δικές του επιχειρήσεις. Του άρεσε να είναι υπάλληλος. Λιγότερες σκοτούρες, είπε. Κι έπειτα, ένας καλός κι έμπιστος υπάλληλος κατέχει μια θέση εξουσίας και συνάμα αγάπης. Το καφενείο δε θα ήταν το ίδιο χωρίς αυτόν κλεισμένο στο κουζινάκι να περιποιείται με τόσο μεράκι τις τηγανιτές συκωταριές και τις συμμετρικά κομμένες ντομάτες. Ο κυρ-Αναστάσης είχε την οικονομική διαχείριση κι ο "Σίμος" είχε τη διεύθυνση της επιχείρησης. Και δε δυσανασχετούσε καθόλου. Είχε καταφέρει να σταθεί στα πόδια του εγκαταλείποντας τις χίμαιρες των ονείρων του κι έχοντας επιτύχει την απόλυτη εξασφάλιση της εργασιομανούς νωθρότητας.
Καληνύχτισα κι εγώ τον Σαϊμίρ κι έφυγα. Το πρωί έπρεπε να ξυπνήσω νωρίς. Θα ερχόμουν να πιω τον καφέ μου στο καφενείο, την ώρα που εκείνος θα άνοιγε για να σκουπίσει και να σφουγγαρίσει.
Έτσι, για αλλαγή, για συμπαράσταση. Για την ειδικών συνθηκών παρέα του.
Και για να πάρω λίγο μάτι, από την κλειδαρότρυπα της κρυψώνας του, τη λιτή και συνετή φιλοσοφία του αδικημένου κι αδικαιολόγητα φρόνιμα παραιτημένου κι ευτυχισμένου φίλου μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου