Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

Μέρος έβδομο


Είναι άνθρωποι που ο θάνατος φέγγει από μέσα τους, σαν απόκοσμη φλόγα. Νεκροζώντανοι, περιπλανώμενοι σε μια ζωή που οι ίδιοι άφησαν χέρσα.

Είχε να φανεί μήνες στο καφενείο και σχεδόν τρόμαξα να τον αναγνωρίσω. Ο κυρ-Βαγγέλης, φίλος παιδικός του κυρ-Αναστάση, άνοιξε διστακτικά την πόρτα και προχώρησε με αβεβαιότητα - σα να έμπαινε πρώτη φορά στο μαγαζί. Έκατσε μόνος στο διπλανό μου τραπέζι κι η σιωπή που απλώθηκε στο χώρο δε φάνηκε να διαταράσσει την αταραξία του. Είχαμε μείνει όλοι έκπληκτοι να τον κοιτάμε ρωτώντας ο ένας τον άλλον άηχα: "Αυτός δεν είναι ο...;"
Είχε γεράσει μέσα σε - πόσους; Έβαλα να λογαριάζω - τρείς, τέσσερις μήνες; Δεν ήταν νέος, βέβαια, μα τώρα δα ήταν πραγματικά γερασμένος. Τόσο, που ο συνομήλικός του κυρ-αναστάσης έμοιαζε να θέλει τουλάχιστον μια δεκαετία ακόμα για να τον φτάσει στα χρόνια.

Έφερε το ποτήρι με το κονιάκ στα χείλη του και το χέρι του έτρεμε. Η γλυκιά μυρωδιά του σκούρου καφεκεχριμπαρένιου ποτού έφτασε ως τα ρουθούνια μου. Τα μάτια του σκοτεινά και γυάλινα, είχε αφήσει γένια, λευκά κι απεριποίητα, σαν τα μαλλιά του που πετούσαν τούφες-τούφες πίσω από τα αυτιά του και κρεμόντουσαν άχαρες ουρές στο σβέρκο του.

Τη γυναίκα του την είχε χάσει από χρόνια, μα ο χαμός της δεν τον λύγισε κι ας είχε περάσει μαζί της μια ζωή - που λέει ο λόγος. "Φοβήθηκα" ότι κάτι κακό είχε συμβεί στον γιο του - είχε κι έναν γιο, παντρεμένο σε άλλη πόλη - ή ότι κάτι κακό συνέβαινε στον ίδιο. Έδειχνε άρρωστος, μα δεν ήταν, θα είχε μαθευτεί στη γειτονιά.
Υπάρχουν ασθένειες "πιασάρικες", τροφές για τα κουτσομπολιά, σίγουρο κέρδος για τους γιατρούς κι ευτυχώς ιάσιμες ή θανατηφόρες. Κι υπάρχουν κι άλλες ασθένειες, που σκάβουν λαγούμι στην ψυχή και στο κορμί για να πετύχουν το τέλειο ριφιφί. Και τότε ανοίγει για τον κάθε άτυχο φιλάσθενο η πόρτα των γηρατειών και του ζώντος θανάτου.Υπάρχουν αρρώστιες ανάλγητες, που σε σκοτώνουν δίχως να σου παίρνουν την τελευταία σου πνοή.

Όλους τους μελετούσα και τους έπαιζα όπως ήθελα, με τη διακριτική και για αυστηρά ιδία χρήση κουτσομπολίστικη διάθεσή μου, χωρίς να ενοχλώ και χωρίς να ενοχλούμαι. Μα με τον κυρ-Βαγγέλη απόψε ένιωθα ότι δε με έπαιρνε για πολλά πολλά. Όλοι τους μου μιλούσαν χωρίς να έχουμε ανταλλάξει ποτέ ούτε μια κουβέντα. Η σκέψη που βασάνιζε τον κυρ-Βαγγέλη, όμως, ούρλιαζε να τον αφήσω ήσυχο, για καλό και δικό του και δικό μου. Κι όταν ένας άνθρωπος επιμένει, με όποιο τρόπο, ότι δε θέλει να μιλήσει για κάτι, σημαίνει ότι μόνο αυτό έχει στο μυαλό του. Φοβήθηκα και γλυκάθηκα.

Ήταν η σκέψη εκείνης που φώναζε ότι δεν ήθελε να αποκαλυφθεί, εκείνης της άλλης - όχι της γυναίκας του - εκείνης που πέθανε πριν τρεις μήνες. Τα ψιθύρισε όλα στον κυρ-Αναστάση που ήρθε και κάθισε μαζί του εν είδει μνημοσύνου, τελικά. Κάθε τόσο επαναλάμβανε με πέτρινη φωνή: "...και δεν έχω δικαίωμα να πάω να σταθώ για μια στιγμή πάνω από τον τάφο της..."
Έστησα αυτί χωρίς καμία διάθεση να χώσω τη μύτη μου, πιότερο ως νεωκόρος που τυχαίνει να βρίσκεται στο χώρο για να σβήσει τα περίσσια κεριά.

Με σεβασμό για το πένθος αυτού του ανθρώπου κι ανείπωτη κατανόηση, όχι τόσο για τον ανθρώπινο θάνατο εκείνης, αλλά για τον απάνθρωπο θάνατο που ζούσε ο κυρ-Βαγγέλης εξαιτίας της, και τον ζούσε για πολλά χρόνια. Δεν ήταν μια ανάμνηση ενός έρωτα κάποτε, ήταν μια χαύνωση, με πόνους διαπεραστικούς που σούβλιζαν από πάντα την ψυχή του. Ένα βάσανο.

Ο θάνατος άλλους τους κουρελιάζει κι άλλους όχι, άλλους πιο πολύ κι άλλους λιγότερο. Ο θάνατος της γυναίκας του τον πόνεσε, μα δεν τον σκότωσε. Ο θάνατος εκείνης τον είχε σκοτώσει. Στην κηδεία της γυναίκας του καθόταν δίπλα στον γιο και στη νύφη του θλιμμένος και σιωπηλός, μα φρεσκοξυρισμένος και φρεσκοκουρεμένος, φορώντας ένα καλοσιδερωμένο μαύρο πουκάμισο. απόψε φορούσε ένα τσαλακωμένο καρό πουκάμισο που ξεχείλιζε το μισό έξω από το λασπωμένο στα μπατζάκια παντελόνι του. Στην κηδεία της γυναίκας του, παρά τον πόνο του, είχε κανονίσει από πριν με τον κυρ-Αναστάση τα κεράσματα για τους συγγενείς και φίλους της συχωρεμένης. Απόψε έφερε άλαλος τρεις φορές το άδειο ποτήρι στο στόμα του - χωρίς να φαίνεται να καταλαβαίνει τι κάνει - μέχρι να του το ξαναγεμίσει ο Σαϊμίρ.

Δεν ήξερα ποια ήταν εκείνη η άλλη, ούτε αν ήταν όμορφη ή αν αυτός την είχε δημιουργήσει έτσι. Μια οπτασία που εμφανιζόταν κάθε βράδυ σαν έκλεινε τα μάτια του και ξάπλωνε δίπλα στη μάνα του παιδιού του. Μια γυναίκα ντυμένη την ακαταμάχητη αθωότητα και γοητεία του "αν" και του "θα μπορούσε να ήταν", ανέμιζε τα νυχτικά της πλησιάζοντάς τον κι απλώνοντας το λευκό της χέρι για να σβήσει το φως, για να μπορεί να τη βλέπει καθαρότερα και φωτεινότερα στα όνειρά του. Τόσα χρόνια απατούσε τη γυναίκα του, χαρίζοντάς της μιαν αγάπη όχι ψεύτικη, μα κάπως αλλοιωμένη, γενετικά τροποποιημένη στο χημικό εργαστήριο της έγγαμης συμβίωσης, της κατά τα δέοντα τεκνοποίησης και της εξυπηρέτησης οικονομικών υποχρεώσεων.

Οι άλλες αγάπες, οι ούτε αληθινές ούτε ψεύτικες, οι ούτε αλλοιωμένες ούτε ατόφιες, οι ακατάλυτες, ανήκουν στο ζόφο των αναμνήσεων και καταλήγουν πάντα ένας σωρός σκουπιδιών στα χέρια μας, που τα σκαλίζουμε, τα σκορπάμε και τα ξαναμαζεύουμε ψάχνοντας για εκείνο το πολύτιμο πετράδι που έλαμψε κάποτε μπροστά στα μάτια μας και μας τύφλωσε. και μας καταδίκασε μια ζωή να ζούμε στο σκοτάδι.

Τα μαζεψα κι έφυγα, ηττημένη κι ανήμπορη. Είχε απόψε ξυπνήσει κι η δική μου βασανιστική χαύνωση. Ανακλαδιζόταν και στριφογύριζε νωχελικά, έπιασε να ξανασκάβει το λαγούμι της, πιο μεγάλο, πιο φαρδύ, για να χωράει να σέρνεται εντός μου - για πόσο ακόμα;

Ίδια όρνιο πήρα το δρόμο για το σπίτι μου βιαστικά, να προλάβω να χορτάσω την πείνα μου ρουφώντας το κουφάρι της δικής μου γλυκιάς και ζοφερής οπτασίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου