Μέρος Έκτο
"Βρίσκουμε καταφύγιο στη μετριότητα, από απελπισία για το ωραίο που ονειρευτήκαμε." (Gustave Flaubert)
Προχωρημένο φθινόπωρο, μα ανοιξιάτικο, "γλυκό". Τα νεράντζια μου σάπιζαν πάνω στα κλαδιά ή χάμω στα παρτέρια της άδειας πια από τραπέζια πλατείας. Είχα ξαναπιάσει τη γωνίτσα μου στο εσωτερικό του καφενείου κι ετοιμαζόμουν, μαζί με το υπόλοιπο "κοπάδι", να ξεχειμωνιάσω σαν το μαύρο πρόβατο κάτω από το μεγάλο παράθυρο.
Το τραπεζάκι του Σαϊμίρ δίπλα στην είσοδο έστεκε μονάχο στο πεζοδρόμιο περιμένοντας τον σύντροφό του να σχολάσει. Ο φίλος μου επέμενε ως την τελευταία στιγμή να απολαμβάνει την μπύρα του εκεί έξω, εκμεταλλευόμενος τις αναβροχιές του Οκτώβρη με το ευχάριστα δροσερό του αεράκι. Ήταν η εποχή που απομακρυνόμασταν κάπως - "παίρναμε το χρόνο μας", καθώς αρέσκονται να λένε οι νέοι σήμερα. Ανόητη έκφραση. Ποιος χρόνος μας ανήκει πραγματικά; Όλα δανεικά είναι. Πάντα ακριβής και μονοκόμματη, ρεαλίστρια, αφού τα σύκα είναι σύκα κι η σκάφη σκάφη, πιστή στο παρόν για να ξέρω τι μου γίνεται, κι αφού το ημερολόγιο μετρούσε μόνο λίγες μέρες μέχρι να καλωσορίσει το Νοέμβριο, δεν έβρισκα λόγο να πίνω το κρασί μου εκτός των τειχών του χειμερινού μιτάτου.
Για να με αναιρέσω αντιφάσκοντας, κι αποδεικνύοντας έτσι την πίστη μου στην αλήθεια και στην παραδοχή μιας ακόμα σκιάς του σκοτεινού εαυτού μου, πρέπει εδώ να σημειώσω ότι ήμουν πάντα απέλπιδα ερωτευμένη με το φθινόπωρο. Ένα ρομάντζο εφήμερο, αδιέξοδο κι αβάσταχτο, που τελείωνε πάντα νωρίς σαν έπιαναν τα πρώτα κρύα του χειμώνα, κουβαλώντας μαζί τους αυτό το μουντό γκρίζο που ξέπλενε αμετάκλητα τα αγαπημένα χρυσαφιά χρώματα του ηλιοβασιλέματος από τις φυλλωσιές, αφήνοντας τα δέντρα με την αδαμιαία περιβολή τους, σχεδόν έως το ημερολόγιο να δείξει την Κυριακή του "Αδαμιαίου θρήνου".
Τόσο "ερωτευμένη" ήμουν, λοιπόν, με το φθινόπωρο, που έχανα κάθε αίσθηση ρεαλισμού εθελοτυφλώντας και κάνοντας τα στραβά μάτια στα ξενοκοιτάγματά του προς τς βελουδένιες ζέστες της άνοιξης. Καθόμουν τυλιγμένη στο ζακετάκι μου μέσα στο μικρό καφενείο και χάζευα με λατρεία από μακριά τα τερτίπια ενός φθινοπώρου που δεν έλεγε να αποδεχθεί τη φύση του: σαν έφηβος που χάνει λίγο λίγο την αθωότητά του κι οδύρεται βασανισμένος από την αλλαγή που δεν επέλεξε.
Και ποιος, αλήθεια, δεν έχει υποπέσει στο παράπτωμα του ατελούς ρομάντζου; Ποιος δεν έχει σκηνοθετήσει μια παρουσία που απουσιάζει ή που τείνει προς εξαφάνιση; Κάπως έτσι, λοιπόν, τα σύκα δεν ήταν πια σύκα - κι ας επέμεναν να κρέμονται λαχταριστά, ευνοημένα από την αλλόκοτη οκτωβριανή ζέστη, στα κλαδιά της συκιάς του διπλανού σπιτιού - αλλά πρώιμα μανταρίνια.
Το κρασί μου το έπινα ήδη σε θερμοκρασία δωματίου, αναμένοντας την επιστροφή - ή τον ερχομό - του άσωτου αντικειμένου του πόθου μου. Μια - δυο ξαφνικές μπόρες τις προηγούμενες ημέρες με είχαν ανταμείψει για την καρτερική μου αφοσίωση. Μπόρες που δεν έφτασαν να ξεδιψάσουν το πετρωμένο από την ξηρασία χώμα, μα που έφτασαν να αγαλλιάσουν την πετρωμένη από μιαν άλλου είδους ξηρασία ψυχή μου.
Μια παρέα, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι, στάθηκαν για λίγο στην είσοδο του καφενείου κοιτάζοντας κατά μέσα. Το κορίτσι κάτι είπε και πήγε και στάθηκε πάνω από το τραπεζάκι του Σαϊμίρ. Σε λίγο ο κυρ-Αναστάσης κουβαλούσε δυο καρέκλες έξω στο πεζοδρόμιο. Το φθινόπωρό μου την είχε συνεπάρει με την κίβδηλη ανοιξιάτική του διάθεση. Παρήγγειλαν ούζο με πάγο, στην καρδιά τους είχαν Αύγουστο. Γελούσαν με φρεσκάδα. Η εικόνα τους θάμπωνε από μιαν αδιόρατη νοσταλγία καλοκαιριού. Η εικόνα του μοναχικού τραπεζιού του φίλου μου πάνω στο πεζοδρόμιο θάμπωνε κι αυτή από χρώματα νεανικά και φωτεινά. Η εικόνα της μοναχικής παρέας μου με τον Σαϊμίρ τα καλοκαιρινά βράδια διαλυόταν από έναν από μηχανής θεό, από μια καινοτόμα σκηνοθεσία, από τη σκηνοθεσία της παρουσίας του απόντος καλοκαιριού.
Μου έκανε εντύπωση η ανεπιτήδευτη άνεση με την οποία το κορίτσι συναναστρεφόταν τα δύο αγόρια. Έδειχνε να νιώθει ασφαλής μαζί τους, και γι' αυτό ήταν αυθεντική. Απλοϊκά ντυμένη, χωρίς φορτία στολισμών, κι όμως αψεγάδιαστη. Θα έφταιγε ο χαμόγελό της. Ήταν από εκείνα τα χαμόγελα που συνοδεύονται από δυο λακκάκια στα μάγουλα. Το μελαγχολικό σχήμα των ματιών της, ζαλισμένο από την τόση χαρά, ακολουθούσε το ρυθμό του γέλιου της και μοχθούσε να αλλάξει σπάζοντας το καλούπι του. Μισόκλεινε τα μάτια, έτσι που έχαναν πράγματι το αρχικό μελαγχολικό τους σχήμα, ανάμεσα στα δυο λακκάκια τα μικροσκοπικά της χείλη τεντώνονταν αποκαλύπτοντας δυο σειρές λευκά, επίσης μικροσκοπικά, δοντάκια.
Ένα πρόσωπο γεμάτο καμπύλες και παγίδες.
Μα δεν ήταν η ομορφιά του γέλιου της που με είχε συνεπάρει. Ήταν η ομορφιά της ονειροπόλησης που κρυβόταν από κάτω. Κάθε μια μας στο πόστο της, έτσι όπως βολευόταν η ψυχή της: εκείνη με τη νοσταλγία του καλοκαιριού κι εγώ με τη νοσταλγία του φθινοπώρου. Εκείνη βολεμένη στη φανταστική της αμμουδιά με την παρέα της και το ουζάκι της - θα στοιχημάτιζα ότι πριν τρεις μήνες λιαζόταν σε κάποια παραλία των Κυκλάδων, γυμνή, με αυτούς τους δύο δίπλα της, το χέρι του ενός στο δεξί στήθος της, το χέρι του άλλου στον αριστερό μηρό της, τα χείλη και των δύο χαμένα στα μαλλιά της.
Εγώ βολεμένη στην όχθη του ποταμού, κάτω από καφεκίτρινα ετοιμοθάνατα πλατανόφυλλα, μόνη μου, με το κρασάκι μου.
Θυμήθηκα ένα - ας πούμε - στοχαστικό μυθιστόρημα: η μοναξιά κρύβει ανάληψη ευθύνης, χωρίς καμιά ελπίδα ανταμοιβής. Ίσως εκεί να κρύβεται πραγματικά το μεγαλείο του καθενός μας, ή η μετριότητά του. Είναι γλυκιά η συντροφιά και παυσίπονη η κατανόηση των ανθρώπων, αλλά όταν έρχεται η ώρα της επιλογής χρειάζεται θάρρος για να επωμιστείς το μεγαλείο της μοναξιάς. Κι αν το μεγαλείο κρύβει μοναξιά, τότε κι η μοναξιά είναι ο προσανατολισμός με το μεγαλύτερο μεγαλείο.
Άφησα τα γυμνά πόδια μου να δροσιστούν στα γάργαρα νερά του ποταμιού μου και βολεύτηκα στο βραχάκι μου.
Ο Σαϊμίρ, πάντα περισσότερο κι ειλικρινέστερα ρεαλιστής από εμένα, ήρθε κι έκατσε δίπλα μου για να μου υπενθυμίσει τη μετριότητά του. Ο στοργικός βοσκός κυρ-Αναστάσης, μαντεύοντας την απογοήτευση των δύο αγαπημένων του αμνών - του ενός εξαιτίας της απώλειας του αγαπημένου του βοσκότοπου και της άλλης εξαιτίας της απώλειας του μεγαλείου της - έφερε κι ακούμπησε μπροστά μας ένα διπλό μεζέ. Ο Σαϊμίρ τσούγκρισε το ξέχειλο ποτήρι του στο δικό μου το ακουμπισμένο στο τραπέζι, έτσι που δυο γερές σταγόνες μπύρα ανακατεύτηκαν αφρίζοντας μέσα στο κρασί μου. Με κοίταξε με ύφος ανακουφισμένα οικείο και άδολα περιπαικτικό.
"Έτσι που τραβάν οι ζέστες, θα είναι βαρύς ο χειμώνας φέτος." Είπε, κι άδειασε το ποτήρι του μονορούφι, χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω μου.
"Βρίσκουμε καταφύγιο στη μετριότητα, από απελπισία για το ωραίο που ονειρευτήκαμε." (Gustave Flaubert)
Προχωρημένο φθινόπωρο, μα ανοιξιάτικο, "γλυκό". Τα νεράντζια μου σάπιζαν πάνω στα κλαδιά ή χάμω στα παρτέρια της άδειας πια από τραπέζια πλατείας. Είχα ξαναπιάσει τη γωνίτσα μου στο εσωτερικό του καφενείου κι ετοιμαζόμουν, μαζί με το υπόλοιπο "κοπάδι", να ξεχειμωνιάσω σαν το μαύρο πρόβατο κάτω από το μεγάλο παράθυρο.
Το τραπεζάκι του Σαϊμίρ δίπλα στην είσοδο έστεκε μονάχο στο πεζοδρόμιο περιμένοντας τον σύντροφό του να σχολάσει. Ο φίλος μου επέμενε ως την τελευταία στιγμή να απολαμβάνει την μπύρα του εκεί έξω, εκμεταλλευόμενος τις αναβροχιές του Οκτώβρη με το ευχάριστα δροσερό του αεράκι. Ήταν η εποχή που απομακρυνόμασταν κάπως - "παίρναμε το χρόνο μας", καθώς αρέσκονται να λένε οι νέοι σήμερα. Ανόητη έκφραση. Ποιος χρόνος μας ανήκει πραγματικά; Όλα δανεικά είναι. Πάντα ακριβής και μονοκόμματη, ρεαλίστρια, αφού τα σύκα είναι σύκα κι η σκάφη σκάφη, πιστή στο παρόν για να ξέρω τι μου γίνεται, κι αφού το ημερολόγιο μετρούσε μόνο λίγες μέρες μέχρι να καλωσορίσει το Νοέμβριο, δεν έβρισκα λόγο να πίνω το κρασί μου εκτός των τειχών του χειμερινού μιτάτου.
Για να με αναιρέσω αντιφάσκοντας, κι αποδεικνύοντας έτσι την πίστη μου στην αλήθεια και στην παραδοχή μιας ακόμα σκιάς του σκοτεινού εαυτού μου, πρέπει εδώ να σημειώσω ότι ήμουν πάντα απέλπιδα ερωτευμένη με το φθινόπωρο. Ένα ρομάντζο εφήμερο, αδιέξοδο κι αβάσταχτο, που τελείωνε πάντα νωρίς σαν έπιαναν τα πρώτα κρύα του χειμώνα, κουβαλώντας μαζί τους αυτό το μουντό γκρίζο που ξέπλενε αμετάκλητα τα αγαπημένα χρυσαφιά χρώματα του ηλιοβασιλέματος από τις φυλλωσιές, αφήνοντας τα δέντρα με την αδαμιαία περιβολή τους, σχεδόν έως το ημερολόγιο να δείξει την Κυριακή του "Αδαμιαίου θρήνου".
Τόσο "ερωτευμένη" ήμουν, λοιπόν, με το φθινόπωρο, που έχανα κάθε αίσθηση ρεαλισμού εθελοτυφλώντας και κάνοντας τα στραβά μάτια στα ξενοκοιτάγματά του προς τς βελουδένιες ζέστες της άνοιξης. Καθόμουν τυλιγμένη στο ζακετάκι μου μέσα στο μικρό καφενείο και χάζευα με λατρεία από μακριά τα τερτίπια ενός φθινοπώρου που δεν έλεγε να αποδεχθεί τη φύση του: σαν έφηβος που χάνει λίγο λίγο την αθωότητά του κι οδύρεται βασανισμένος από την αλλαγή που δεν επέλεξε.
Και ποιος, αλήθεια, δεν έχει υποπέσει στο παράπτωμα του ατελούς ρομάντζου; Ποιος δεν έχει σκηνοθετήσει μια παρουσία που απουσιάζει ή που τείνει προς εξαφάνιση; Κάπως έτσι, λοιπόν, τα σύκα δεν ήταν πια σύκα - κι ας επέμεναν να κρέμονται λαχταριστά, ευνοημένα από την αλλόκοτη οκτωβριανή ζέστη, στα κλαδιά της συκιάς του διπλανού σπιτιού - αλλά πρώιμα μανταρίνια.
Το κρασί μου το έπινα ήδη σε θερμοκρασία δωματίου, αναμένοντας την επιστροφή - ή τον ερχομό - του άσωτου αντικειμένου του πόθου μου. Μια - δυο ξαφνικές μπόρες τις προηγούμενες ημέρες με είχαν ανταμείψει για την καρτερική μου αφοσίωση. Μπόρες που δεν έφτασαν να ξεδιψάσουν το πετρωμένο από την ξηρασία χώμα, μα που έφτασαν να αγαλλιάσουν την πετρωμένη από μιαν άλλου είδους ξηρασία ψυχή μου.
Μια παρέα, δυο αγόρια κι ένα κορίτσι, στάθηκαν για λίγο στην είσοδο του καφενείου κοιτάζοντας κατά μέσα. Το κορίτσι κάτι είπε και πήγε και στάθηκε πάνω από το τραπεζάκι του Σαϊμίρ. Σε λίγο ο κυρ-Αναστάσης κουβαλούσε δυο καρέκλες έξω στο πεζοδρόμιο. Το φθινόπωρό μου την είχε συνεπάρει με την κίβδηλη ανοιξιάτική του διάθεση. Παρήγγειλαν ούζο με πάγο, στην καρδιά τους είχαν Αύγουστο. Γελούσαν με φρεσκάδα. Η εικόνα τους θάμπωνε από μιαν αδιόρατη νοσταλγία καλοκαιριού. Η εικόνα του μοναχικού τραπεζιού του φίλου μου πάνω στο πεζοδρόμιο θάμπωνε κι αυτή από χρώματα νεανικά και φωτεινά. Η εικόνα της μοναχικής παρέας μου με τον Σαϊμίρ τα καλοκαιρινά βράδια διαλυόταν από έναν από μηχανής θεό, από μια καινοτόμα σκηνοθεσία, από τη σκηνοθεσία της παρουσίας του απόντος καλοκαιριού.
Μου έκανε εντύπωση η ανεπιτήδευτη άνεση με την οποία το κορίτσι συναναστρεφόταν τα δύο αγόρια. Έδειχνε να νιώθει ασφαλής μαζί τους, και γι' αυτό ήταν αυθεντική. Απλοϊκά ντυμένη, χωρίς φορτία στολισμών, κι όμως αψεγάδιαστη. Θα έφταιγε ο χαμόγελό της. Ήταν από εκείνα τα χαμόγελα που συνοδεύονται από δυο λακκάκια στα μάγουλα. Το μελαγχολικό σχήμα των ματιών της, ζαλισμένο από την τόση χαρά, ακολουθούσε το ρυθμό του γέλιου της και μοχθούσε να αλλάξει σπάζοντας το καλούπι του. Μισόκλεινε τα μάτια, έτσι που έχαναν πράγματι το αρχικό μελαγχολικό τους σχήμα, ανάμεσα στα δυο λακκάκια τα μικροσκοπικά της χείλη τεντώνονταν αποκαλύπτοντας δυο σειρές λευκά, επίσης μικροσκοπικά, δοντάκια.
Ένα πρόσωπο γεμάτο καμπύλες και παγίδες.
Μα δεν ήταν η ομορφιά του γέλιου της που με είχε συνεπάρει. Ήταν η ομορφιά της ονειροπόλησης που κρυβόταν από κάτω. Κάθε μια μας στο πόστο της, έτσι όπως βολευόταν η ψυχή της: εκείνη με τη νοσταλγία του καλοκαιριού κι εγώ με τη νοσταλγία του φθινοπώρου. Εκείνη βολεμένη στη φανταστική της αμμουδιά με την παρέα της και το ουζάκι της - θα στοιχημάτιζα ότι πριν τρεις μήνες λιαζόταν σε κάποια παραλία των Κυκλάδων, γυμνή, με αυτούς τους δύο δίπλα της, το χέρι του ενός στο δεξί στήθος της, το χέρι του άλλου στον αριστερό μηρό της, τα χείλη και των δύο χαμένα στα μαλλιά της.
Εγώ βολεμένη στην όχθη του ποταμού, κάτω από καφεκίτρινα ετοιμοθάνατα πλατανόφυλλα, μόνη μου, με το κρασάκι μου.
Θυμήθηκα ένα - ας πούμε - στοχαστικό μυθιστόρημα: η μοναξιά κρύβει ανάληψη ευθύνης, χωρίς καμιά ελπίδα ανταμοιβής. Ίσως εκεί να κρύβεται πραγματικά το μεγαλείο του καθενός μας, ή η μετριότητά του. Είναι γλυκιά η συντροφιά και παυσίπονη η κατανόηση των ανθρώπων, αλλά όταν έρχεται η ώρα της επιλογής χρειάζεται θάρρος για να επωμιστείς το μεγαλείο της μοναξιάς. Κι αν το μεγαλείο κρύβει μοναξιά, τότε κι η μοναξιά είναι ο προσανατολισμός με το μεγαλύτερο μεγαλείο.
Άφησα τα γυμνά πόδια μου να δροσιστούν στα γάργαρα νερά του ποταμιού μου και βολεύτηκα στο βραχάκι μου.
Ο Σαϊμίρ, πάντα περισσότερο κι ειλικρινέστερα ρεαλιστής από εμένα, ήρθε κι έκατσε δίπλα μου για να μου υπενθυμίσει τη μετριότητά του. Ο στοργικός βοσκός κυρ-Αναστάσης, μαντεύοντας την απογοήτευση των δύο αγαπημένων του αμνών - του ενός εξαιτίας της απώλειας του αγαπημένου του βοσκότοπου και της άλλης εξαιτίας της απώλειας του μεγαλείου της - έφερε κι ακούμπησε μπροστά μας ένα διπλό μεζέ. Ο Σαϊμίρ τσούγκρισε το ξέχειλο ποτήρι του στο δικό μου το ακουμπισμένο στο τραπέζι, έτσι που δυο γερές σταγόνες μπύρα ανακατεύτηκαν αφρίζοντας μέσα στο κρασί μου. Με κοίταξε με ύφος ανακουφισμένα οικείο και άδολα περιπαικτικό.
"Έτσι που τραβάν οι ζέστες, θα είναι βαρύς ο χειμώνας φέτος." Είπε, κι άδειασε το ποτήρι του μονορούφι, χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου