Στα δεκαοκτώ της ερωτεύθηκε έναν "ξένο". Είχε φτάσει στο νησί της για δουλειά. Όταν τελείωσαν οι δουλειές του έφυγε μαζί του για τη γενέτειρα πόλη του. Έκανε μαζί του τρία παιδιά.
Σε κάποιες διακοπές πίσω στο νησί της γνώρισε κάποιον άλλο. Κι αυτός "ξένος". Κι αυτός είχε φτάσει στα μέρη εκείνα για δουλειά.
Κι εκεί λίγο μετά τα σαράντα της, κι ενώ είχε αρχίσει να συμβιβάζεται με τη βολή των επιμνημόσυνων ήχων της ως τότε ζωής της, ερωτεύθηκε ξανά.
Χώρισε κι ακολούθησε τον νέο της έρωτα σε ένα άλλο νησί, στη δική του πατρίδα.
Η ανέλπιστη χαρά της νέας ζωής που γεννιέται και θεριεύει ενάντια στο θάνατο της ως τώρα ζωής μας, όπως εμείς τη φτιάξαμε και τη θάψαμε, ήταν ικανή να τη θεραπεύσει όταν εκείνη αρρώστησε βαριά.
Ποιος όμως ζωοδότης έρωτας μπορεί να νικήσει τον φυσικό θάνατο;
Η ψυχή μπορεί να αναστηθεί όσες φορές αντέχουμε, το σώμα όχι.
Έμεινε χήρα πριν τα εξήντα της. Κι επέστρεψε στο νησί της. "Ξένη" πια κι η ίδια μετά από σαράντα χρόνια απουσίας, έπρεπε να συστήνεται σε όλους τους παλιούς γνωστούς της, που κανένας πια δεν τη θυμόταν.
Με το ίδιο λίκνισμα στο κορμί της, όπως όταν ήταν δεκαοκτώ, αλλά με τους ώμους λίγο πιο γειρτούς, χωρίς να έχει πια κανενός είδους νεκρανάσταση να περιμένει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου