Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Αναθήματα

ΓΙΑ ΤΗ ΔΑΝΑΗ (που το ζήτησε)

"Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω 
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος 
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή 
σεντόνια 
Να μαδάω γιασεμιά -- κι έχω τη δύναμη 
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω 
Μεσ’ από φεγγαρά περάσματα και κρυφές της θάλασσας 
στοές 
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε 

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα 
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς 
Πώς λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε" 
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο 
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά 

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό 
πλεούμενο 
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά 
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά 
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες 
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει 
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά 
που μεγαλώνει 
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ 
Επειδή σ’ αγαπώ καί σ’ αγαπώ 
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία που το 
εξαργυρώνει: 

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο 
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά 
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική 
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα 
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή 

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο 
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα 
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου 
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι 
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο 
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς 
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου 

Να μιλώ για σένα και για μένα."


ΓΙΑ ΕΜΕΝΑ (που θέλω αρχή και τέλος)

"
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,

μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.
...
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο."

ΓΙΑ ΕΣΕΝΑ (και για τα δυο σου χέρια που μόνο αυτά ξέρουν)

"Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται 
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμε τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος."


ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΡΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΠΑΡΕΑ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

"Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο 
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό."


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου