Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Ονείρωξη ΙΙ


"We are such stuff as dreams are made on and our little life is rounded with a sleep."

William Shakespeare, "The tempest" (1611)

----------

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πόλη που δεν υπήρχε, δεν υπάρχει, και δε θα υπάρξει ποτέ, ζούσε ένα τυφλό κορίτσι.
Είχε γεννηθεί φτωχό, δεν είχε σπίτι να μείνει κι έτσι όλη του τη ζωή την περνούσε σέρνοντας τα τιποτένια υπάρχοντά της από εδώ κι από εκεί.

Κοιμόταν όπου έβρισκε. Δεν ήταν ζητιάνα, ποτέ δε ζητούσε τίποτα από κανέναν, η φτώχεια όμως κι η δυστυχία δεν χρειάζονται ντελάλη. Πάντα κάποιος βρισκόταν να της προσφέρει. Το κορίτσι τους έδιωχνε όλους, δεν ήθελε αυτά που της έδιναν. Όχι από εγωισμό ή περιπαθή περηφάνεια, αλλά επειδή κάτι άλλο ήταν αυτό που της έλειπε, ή νόμιζε ότι της έλειπε: το υλικό των ονείρων έψαχνε, όχι τα υλικά αγαθά των ανθρώπων.

Μια μέρα, ένας άντρας της πρόσφερε χρήματα. Το κορίτσι ψηλάφισε τα κέρματα με τα μικρά του τα χεράκια και του τα επέστρεψε ευχαριστώντας τον. Δεν της έλειπε τίποτα που να μπορεί να το αγοράσει με τα χρήματα των ανθρώπων.

Μια μέρα, ένας άλλος άντρας της πρόσφερε φαγητό. Το κορίτσι το έφερε κοντά στο πρόσωπό του, ακούμπησε λίγο τη γλώσσα του και του το επέστρεψε χαμογελώντας. Δεν πεινούσε για τα φαγητά των ανθρώπων.

Μια μέρα, ένας τρίτος άντρας της πρόσφερε ρούχα καθαρά και μια μαλακή κουβέρτα για να σκεπάζεται τα βράδια. Το κορίτσι χάιδεψε τα αφράτα ρούχα, μύρισε τη λουλουδάτη φρεσκάδα τους και του τα επέστρεψε. Κρύωνε τόσο πολύ, που ούτε το πιο χοντρό πάπλωμα δεν μπορούσε να τη ζεστάνει.

Μια μέρα, ένας τέταρτος άντρας της ψιθύρισε γλυκά στο αυτί να τον ακολουθήσει. Θα την πήγαινε στους καλύτερους γιατρούς και θα έκανε τα πάντα για να ξαναβρεί το φως της. Το κορίτσι τραβήχτηκε ευγενικά από δίπλα του. Αυτό που ήθελε να δει δεν μπορούσαν να της το δείξουν ένα ζευγάρι υγιή μάτια.

Ο χειμώνας είχε μπει για τα καλά στην παραμυθένια πόλη. Η κίνηση στους δρόμους είχε ελαττωθεί, κανείς δεν ασχολιόταν πια με το παράξενο αυτό πλάσμα, που έδειχνε τόσο αβοήθητο μα που βοήθεια δεν καταδεχόταν.
Και μια νύχτα, που δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει ποτέ, ένας πέμπτος άντρας πλησίασε το κορίτσι. Τα χέρια του ήταν άδεια, τα ρούχα του βρώμικα και σκισμένα, το πρόσωπό του άδικα γερασμένο, τα ξυπόλητα πόδια του γεμάτα πληγές.

Πήρε το κορίτσι αγκαλιά, μύρισε τα μαλλιά της, γεύτηκε το στόμα της, φίλησε τα μάτια της και τρέμοντας της πρόσφερε την πιο ανεπανόρθωτη ομολογία.
Αυτή που τους ξαναέπλασε από το υλικό των ονείρων.
Είχαν πια κι οι δύο ξυπνήσει και καλημέρισαν τον έρωτα-θάνατο.

Το επόμενο πρωί, οι υπνοβάτες καλικάντζαροι της παραμυθένιας πόλης κουβάλησαν τα παγωμένα κορμιά τους στο νεκρο-δικείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου