Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Ονείρωξη Ι


"Δε ζούμε αληθινά παρά μόνο τη νύχτα μέσα στ'όνειρο. Και το πρωί "καλημέρα" λες, "καλημέρα" σου λένε. Κι η σφαγή συνεχίζεται."

Τάσος Λειβαδίτης, "Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου"

----------

Έκατσαν αποκαμωμένοι κάτω από τον παχύ ίσκιο του πεύκου. Γύρω τριγύρω η ζέστη του μεσημεριού αποκάρωνε τα ξερά λείψανα των άγριων θάμνων και το αποστεωμένο χώμα της εξοχής. 

Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του, έπιασε το στήθος του προσπαθώντας να μαζέψει την ανάσα του και χωρίς να την κοιτάξει της είπε :
"Δεν θα σε έχω ποτέ, γιατί σε αγαπάω τόσο που σου ανήκω."
Εκείνη τον κοίταξε πίσω από τα μαύρα γυαλιά ηλίου της, σήκωσε το αριστερό της φρύδι κι είπε με το αγαπημένο, εκνευριστικό και κυνικό υφάκι της:
"Είσαι κότα."
"Δε θα με καταλάβεις ποτέ."
"Είσαι κότα."
"Είσαι ένα θαύμα, κι εγώ στέκω τρομοκρατημένος κι ευγνώμων μπροστά σου. Είμαι δικός σου, μα δεν μπορώ να σε έχω. Δεν σε χωράω."
"Είσαι μεγάλη κότα."

Φλόγες οργής άναψαν στις κόρες των ματιών του. Το παιδιάστικο, λατρευτικό, βουρκωμένο βλέμμα μετατράπηκε σε θηριώδες βλέμμα άγριου ζώου. Άρπαξε τα γυαλιά της και τα πέταξε μακριά. 
"Σου έχω πει ότι είμαι παραδομένος στα μάτια σου! Γιατί τις φοράς αυτές τις βλακείες;"

Την άρπαξε από το λαιμό και κυλίστηκαν στις πευκοβελόνες. Γέμισαν τα μαλλιά της, γέμισαν τα γένια του. Ατάραχη, με τρυφερότητα σεραφική, άπλωσε το χεράκι της να απαλλάξει το όμορφο πρόσωπό του από τις αγκυλωτές καρικατούρες ξερού φυλλώματος του πεύκου. 

Φωτιά ήταν τώρα το βλέμμα του, το κορμί του όλο πύρινο. Με χέρια που έτρεμαν σαν πρωτάρη παρθένου, με κινήσεις κοφτές και βίαιες σαν θαμώνα μπουρδέλου, της έσκισε το φουστάνι. Τα στήθη της χύθηκαν έξω από τα σκισμένα κομμάτια υφάσματος, μικρά, αθώα και ξεδιάντροπα.
Τι αριστερό του χέρι στο λαιμό της, ένας τρόπος να εκβιάσει το επίμονο βλέμμα της μέσα στο δικό του, το δεξί του χέρι οδηγητής του πόθου του ανάμεσα στα πόδια της. 

Μ' έναν αχνό ανασασμό, έπαψε πια να είναι γυναίκα και ξανάγινε παρθένα. Άνοιξε τα χέρια της, άνοιξε τα πόδια της, ολόκληρο το κορμί της τεντώθηκε κι άνθισε σαν ανοιξιάτικο ρόδο για να τον χωρέσει μέχρι βαθειά στη μήτρα της. 
Κι έτσι τον ξαναγέννησε, χωρίς οδύνες, γιατί οι οδύνες δεν ταιριάζουν στο όνειρο. 

Ο ήχος του ξυπνητηριού αδίστακτος. Είχε δεκαπέντε λεπτά μπροστά του για να σηκωθεί, να καλημερίσει την οικογένειά του και να φύγει για τη δουλειά. 
Τα βλέφαρά του πεισματικά κλειστά, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γευτεί για λίγα ακόμα δευτερόλεπτα τη ματαιότητα του είναι του μέσα της.
Βρέφος ήδη, νιογέννητο, άνοιξε τα μάτια να αγκαλιάσει με βλέμμα δειλό τη μάνα που τον ξαναγέννησε.

Αντίκρισε τη γυναίκα του με το μαχαίρι στο χέρι πάνω από το κεφάλι του.
"Καλημέρα", του είπε, "έτοιμος για ένα γύρο ακόμα;"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου