Η Θάλεια είχε σηκωθεί όπως πάντα στις 05:30. Πήρε το χάπι για το θυρεοειδή της κι άφησε να περάσει ο απαιτούμενος χρόνος, δηλαδή το μισάωρο, μέχρι να της επιτρέπεται να φάει ή να πιει οτιδήποτε, σύμφωνα με τις οδηγίες της ενδοκρινολόγου της.
Το μισάωρο αυτό δεν της επιτρεπόταν να είναι χαμένος χρόνος, σύμφωνα με τις οδηγίες της εργαζόμενης μητέρας και συζύγου. Ντύθηκε, βάφτηκε, ετοίμασε πρωινό για το παιδί της, ετοίμασε το κολατσιό και το μεσημεριανό που θα έπαιρνε μαζί του στο σχολείο, έβαλε καφέ για την ίδια κι άναψε τσιγάρο. Άνοιξε το κινητό της, ούτε ένα μήνυμα και σήμερα.
Ανταπέδωσε την ίδια ανόρεχτη καλημέρα που εισέπραξε από τον σύζυγο-συγκάτοικο, βεβαιώθηκε ότι η ώρα είχε πάει 06:30 και πήγε να ξυπνήσει το παιδί της. Εφήυρε πέντε τεχνάσματα για να το σηκώσει από το κρεβάτι, τρία τεχνάσματα για να το καταφέρει να φάει λίγα δημητριακά με γάλα πριν τα πετάξει και φτιάξει ομελέτα, δυο τεχνάσματα για να το πείσει να ντυθεί κι άλλα τρία για να πλύνει τα δόντια του.
Άφησε το παιδί να παίξει λίγο με τον σύζυγο-συγκάτοικο κι άναψε δεύτερο τσιγάρο επιβεβαιώνοντας ότι επιτέλους είχε καταφέρει να είναι καλός πατέρας κι ότι επιτέλους το παιδί περνούσε καλά μαζί του. Ήπιε το δεύτερο φλιτζάνι καφέ κι άναψε το τρίτο τσιγάρο ανακουφισμένη που η σχέση πατέρα κι απογόνου είχε εξομαλυνθεί κι έδειχνε να έχει ελπιδοφόρες προοπτικές εξέλιξης.
Βεβαιώθηκε ότι η ώρα είχε πάει 07:30 και βγήκε με το παιδί της στο δρόμο να περιμένουν το σχολικό λεωφορείο.
Δέκα λεπτά μετά οδηγούσε προς το χώρο εργασίας της. Ακόμα κανένα μήνυμα στο κινητό της. Στις 08:00 έπινε το τρίτο φλιτζάνι καφέ κι άναβε το τέταρτο τσιγάρο. Κάπνιζε πολύ, αλλά τι σημασία είχε; Κάποτε θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς. Τέτοιες φτηνές φιλοσοφίες πολύ τη βόλευαν.
Η μέρα της κύλησε εν μέσω ευγενικής εξυπηρέτησης πελατών, διεκπεραίωσης εκκρεμοτήτων, άλλων οκτώ τσιγάρων και τριών καφέδων.
Το κινητό της κουδούνισε επιτέλους στις 15:25. Ήταν εκείνος, η απόφασή του ήταν οριστική και άμεσα υλοποιήσιμη: θα μετακόμιζε στην Αθήνα.
Βεβαιώθηκε ότι ο σύζυγος-συγκάτοικος μπορούσε να πάρει το παιδί της από το σχολείο στις 16:00, του υπενθύμισε ότι στις 18:00 έπρεπε να το πάει στα αγγλικά κι οδήγησε κλαίγοντας προς το μαγαζί της φίλης της. Η φίλη της έλειπε στην Αθήνα για λίγες μέρες και της είχε αφήσει τα κλειδιά.
Μπήκε μέσα και ξανακλείδωσε, έβαλε μουσική κι έκατσε στο μικρό κουζινάκι, αθέατη από την πρόσοψη του μαγαζιού. Είχε ήδη πάει 18:00 και δεν είχε σταματήσει λεπτό να κλαίει. Έπινε τον έκτο καφέ της ημέρας, αν και πολύ θα προτιμούσε να ήταν επαρκώς εμφανίσιμη για να πάει στη διπλανή καφετέρια και να πάρει ένα ποτήρι κρασί σε πλαστικό.
Στις 18:30 σηκώθηκε κι άρχισε να ψάχνει τριγύρω για ένα κοφτερό μαχαίρι. Δε βρήκε τίποτα, επέστρεψε στη θέση της και συνέχισε να κλαίει. Έγραψε στο σημειωματάριό της δυο τρεις αράδες "λογοτεχνικού" ύφους και κολοκυθένιας φιλοσοφίας που της ταίριαζε και την ανακούφιζε. Κάτι για τον παράδεισο που δεν επαναλαμβάνεται, κάτι για το τσίρκο της ζωής μας και τέτοια.
Στις 20:00 ξανασηκώθηκε κι άρχισε να ανοίγει συρτάρια και ντουλάπια. Το βρήκε το μαχαίρι που έψαχνε, ήταν πιο μεγάλο και πιο βαρύ απ' όσο χρειαζόταν, αλλά θα την έκανε τη δουλειά του. Ο πόνος ήταν οξύς αλλά σύντομος. Το αίμα πλημμύρισε την παλάμη της. Δε λιποθύμησε άμεσα, όπως περίμενε, οπότε για να είναι σίγουρη ότι θα πέσει στα μαλακά, ξάπλωσε στο μικρό ντιβάνι δίπλα στο ψυγειάκι.
Όλοι ήξεραν πού βρισκόταν, κι ο σύζυγος-συγκάτοικος κι η φίλη της. Σύντομα θα την αναζητούσαν. Ήλπιζε η αιμορραγία να ήταν αρκετή ως τότε για να μην ταλαιπωρήσουν το ημιθανές κορμί της στα νοσοκομεία.
Και κάπως έτσι εκδικήθηκε κι εκείνον, που (δεν) χρειαζόταν τον αιματοβαμμένο καρπό του χεριού της για να καταλάβει πόσο άνανδρος είναι.
(Συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου