Η Αγγελική σηκώθηκε όπως πάντα στις 07:00 και πήρε το χάπι για το θυρεοειδή της.
Έφτιαξε κολατσιό για τα παιδιά της και για εκείνον, τον άνδρα της, κι άνοιξε το κινητό της να χαζέψει λίγο στο Facebook.
Τα παιδιά μεγαλωμένα, οι ευθύνες της λιγότερες. Εκτός από την ευθύνη εκείνου, του άνδρα της, που την κουβαλούσε πάνω από είκοσι χρόνια.
Καθώς τον ξεπροβόδιζε ως την πόρτα τον σταμάτησε πιάνοντάς τον από το μπράτσο.
"Σήμερα θα πάω να μαζέψω τα κουφάρια της", του είπε.
Εκείνος χλώμιασε κ έγνεψε αμίλητος καταφατικά.
Η Αγγελική ασχολήθηκε με το νοικοκυριό της, έστειλε δυο τρία μηνύματα στον άνδρα της να του υπενθυμίσει τα ψώνια της ημέρας και μπήκε στο αυτοκίνητό της.
Οδήγησε ως το σπίτι της Μυρτώς, έκοψε το κεφάλι από το άψυχο κορμί της και συνέχισε.
Οδήγησε ως τον γκρεμό κάτω από το ξωκλήσι, έκοψε το σμπαραλιασμένο κεφάλι της Άννας και συνέχισε.
Οδήγησε ως την ερημική παραλία, έκοψε το κεφάλι από το παγωμένο κορμί της Λαμπρινής και συνέχισε.
Οδήγησε ως το κλειστό μαγαζί, έκοψε το κεφάλι από το μπλάβο κορμί της Θάλειας κι επέστρεψε στο σπίτι τους.
Τα αράδιασε και τα τέσσερα πάνω στο κρεβάτι τους, άναψε τσιγάρο και τον περίμενε να γυρίσει από τη δουλειά του.
"Ορίστε, σου την έφερα", του είπε μόλις εκείνος άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Εμετός του ήρθε και ξέσπασε σε κλάματα.
"Αγγελική," ψιθύρισε μέσα στα αναφιλητά του, "γιατί της το έκανες αυτό; Ήταν ο έρωτας της ζωής μου".
"Εσύ της το έκανες γλυκέ μου", του απάντησε και βγήκε στη βεράντα να συνεχίσει το τσιγάρο της. Θυμήθηκε πριν ένα χρόνο που έβγαινε μέσα στη νύχτα στη βεράντα για να καπνίσει και για να μη βλέπει εκείνον, τον άνδρα της, να κοιμάται δίπλα της χαμογελώντας μέσα στο όνειρό του για εκείνη, την άλλη. Θυμήθηκε τα απογεύματα που τον άκουγε να σιγομουρμουράει σκοπούς τραγουδιών για εκείνη, την άλλη. Θυμήθηκε τον πανικό που είχε όταν της είπε ότι αγαπάει εκείνη, την άλλη, και γέλασε δυνατά.
Εκείνος τρόμαξε ακούγοντας το γέλιο της κι ασυναίσθητα έπεσε πάνω στα κομμένα κεφάλια για να τα προστατέψει.
Η Αγγελική γέλασε περισσότερο όταν είδε το τρομαγμένο, απελπισμένο, σα μικρού παιδιού βλέμμα του άνδρα της.
Το κόλπο το ήξερε καλά χρόνια: εκείνος έκανε όλη τη βρωμοδουλειά κι εκείνη πήγαινε μετά - όταν έκρινε ότι ήταν η ώρα - και μάζευε τα κίβδηλα λάφυρα των ερώτων του.
Κι εκείνος όμως, ο άνδρας της, το ήξερε καλά το κόλπο. Τι σκατά είχε πάθει τώρα και μυξόκλαιγε έτσι;
"Έχει χώρο στο ντουλάπι 15 για να τη βάλεις", του είπε.
"Αγγελική...γιατί της το έκανες αυτό; Τον ήξερες τον κανόνα. Πάντα ολόκληρα τα κουφάρια τους. Δεν έπρεπε να της το κάνεις αυτό. Εγώ είμαι τελειωμένος, εκείνη όμως είχε μιαν ελπίδα να σωθεί."
"Την αγάπησες τόσο πολύ που δεν της έμενε πια καμιά ελπίδα", απάντησε με ύφος πιο ψυχρό κι από το παγωμένο βλέμμα των κεφαλιών που βρίσκονταν πάνω στο κρεβάτι της, και συνέχισε "δες πώς θα τη στριμώξεις στο 15 κι έλα να φας, σου έχω ετοιμάσει γιουβέτσι".
"Όχι, αυτή θα τη βάλω στο 24", είπε και κατέβηκε στο υπόγειο με τα κεφάλια της στην αγκαλιά του.
Ακόμη και τώρα, την ύστατη στιγμή, δεν ήθελε να συμμορφωθεί στις προσταγές της.
Κλείδωσε λοιπόν κι η Αγγελική την πόρτα του υπογείου και τον άφησε εκεί.
Και κάπως έτσι τον σκότωσε, απαθανατίζοντάς τον μέσα της και τιμωρώντας τον για όλα τα βρωμερά κουφάρια των ερώτων του, που η μπόχα τους έσκιζε τα ρουθούνια της είκοσι χρόνια τώρα.
ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου