Κεφάλαιο VI
"Μορφές πολλές παίρνει το θεϊκό.
Άγνωστο τέλος δίνουν στα πράγματα οι θεοί.
Εκείνα που είναι να γίνουν δεν έγιναν ποτέ.
Κι αυτά που γίνονται δεν είναι για να γίνουν.
Σιωπή. Σιωπή"**
Περπατούσαν δίπλα δίπλα χωρίς να αγγίζονται. Μόνο τα μπράτσα τους κάποιες στιγμές, κι η Σμαραγδή τραβιόταν αμέσως δυο πόντους μακριά του. Κι η άκρη της φούστας της επίσης, καθώς την ξεσήκωνε ελαφρά το μυρωδάτο θαλασσινό αεράκι, ακουμπούσε στο αριστερό μπατζάκι του παντελονιού του. Κρατούσε τα παπούτσια της στο αριστερό της χέρι, με το δεξί χειρονομούσε, είτε για να κατευνάσει τον ξεσηκωμό της φούστας της και την εξέγερση των μαλλιών της, είτε ψάχνοντας να βρει λέξεις για να ολοκληρώσει τις φράσεις της - σε μια προσπάθεια επίσης κατευνασμού της αναστάτωσης της καρδιάς της.
Είμαστε όλοι έργα τέχνης, πίνακες ζωγραφικής ή γλυπτά. Εκθέματα στις μικρές συνοικιακές γκαλερί της ζωής μας, στημένοι εκεί σχεδόν αιώνες, περιμένοντας κάποιον επισκέπτη να σταθεί μπροστά μας κι έτσι απλά να μας θαυμάσει.
Η φιλαρέσκεια κι η ματαιοδοξία, κατάρες που κουβαλάμε μέσα μας εκ γενετής και που μας τις επιστρέφει η ζωή πάση δυνάμει με τα βέλη του κενόδοξου επισκέπτη έρωτα.
Ένιωθε το βλέμμα του στραμμένο πάνω της, την παρουσία του αδιάλειπτη, ακόμα κι όταν δε μιλούσε κανείς τους. Και περπατούσαν στην αμμουδιά, περπατούσαν προς το αναπόφευκτο.
Κι έτσι περνούσαν οι μήνες, με τη Σμαραγδή να μην αγγίζει τον Χρήστο, με τον Χρήστο να μην επιμένει και να τη διεκδικεί πεισματικά από δυο πόντους απόσταση. Αντικείμενο κι αυτός ανέγγιχτο, που ποθούσε - αν όχι να ερμηνευθεί - τουλάχιστον να νιώσει το θαυμασμό ενός ανθρώπινου βλέμματος ή τη λαχτάρα στη φωνή αυτού του άλλου - αυτής της άλλης - εκείνο το κρυμμένο πίσω από κουβέντες τυπικές, καθημερινές, "αχ!"
Πόσες και ποιες λεπτομέρειες από τη ζωή μας θα θυμόμαστε όταν δε θα έχουμε πια κουράγιο να αναστηθούμε; Δυο; Τρεις;
Δυο γυμνά πέλματα στην αμμουδιά, ίσως, κι ένα ζευγάρι παπούτσια υπό μάλης. Μια χούφτα ανεμοδαρμένα μαλλιά και το σημάδι στο μπράτσο - ή στα ακροδάχτυλα - από το δειλό άγγιγμα του απαγορευμένου σώματος. Πόσα καμώματα της ζωής - που οι τυχοδιώκτες τα λένε εμπειρίες κι οι άτολμοι προαποφασισμένο πεπρωμένο ή εκπλήρωση καθηκόντων - θα έχουμε να διηγηθούμε;
Και τι αξία θα έχουν, αλήθεια, όλα αυτά;
Αφού η μόνη σημασία έγκειται στα αρώματα και στα οράματα που ξυπνάνε κάθε βράδυ - μοιρολογίστρες παραμάνες - για να σε ξενυχτήσουν νεκροζώντανο με βογγητά νανουρίσματα. Λεπτομέρειες θαμπές κι εκθαμβωτικές - μικρή άλλωστε η διαφορά μεταξύ θαμπού και θάμβους - που χρόνια αργότερα θα της φαίνονταν της Σμαραγδής σα να μη συνέβησαν ποτέ, αναμνήσεις απραγματοποίητες, που δεν τις έζησε, αλλά τις θυμόταν από πάντα.
Τα συμβάντα της ζωής παρέρχονται, λήγουν και ξεχνιούνται, ή γίνονται αναμνήσεις- που κι αυτές όμως διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη αφήνοντας μόνο στο πετσί μας την ενοχλητική ή δροσιστική υγρασία τους.
Τα συμβάντα της ζωής γίνονται το αίμα μας κι η επίδρασή τους κυλάει στις φλέβες μας άλλοτε ελεύθερη κι άλλοτε θρομβώδης.
(Συνεχίζεται...)
*Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla)
Εκδόσεις των φίλων (2018)
**Ευριπίδη "Βάκχες" (οι τελευταίοι στίχοι του έργου που λέει ο χορός)
Μετάφραση Γιώργος Χειμωνάς
"Μορφές πολλές παίρνει το θεϊκό.
Άγνωστο τέλος δίνουν στα πράγματα οι θεοί.
Εκείνα που είναι να γίνουν δεν έγιναν ποτέ.
Κι αυτά που γίνονται δεν είναι για να γίνουν.
Σιωπή. Σιωπή"**
Περπατούσαν δίπλα δίπλα χωρίς να αγγίζονται. Μόνο τα μπράτσα τους κάποιες στιγμές, κι η Σμαραγδή τραβιόταν αμέσως δυο πόντους μακριά του. Κι η άκρη της φούστας της επίσης, καθώς την ξεσήκωνε ελαφρά το μυρωδάτο θαλασσινό αεράκι, ακουμπούσε στο αριστερό μπατζάκι του παντελονιού του. Κρατούσε τα παπούτσια της στο αριστερό της χέρι, με το δεξί χειρονομούσε, είτε για να κατευνάσει τον ξεσηκωμό της φούστας της και την εξέγερση των μαλλιών της, είτε ψάχνοντας να βρει λέξεις για να ολοκληρώσει τις φράσεις της - σε μια προσπάθεια επίσης κατευνασμού της αναστάτωσης της καρδιάς της.
Είμαστε όλοι έργα τέχνης, πίνακες ζωγραφικής ή γλυπτά. Εκθέματα στις μικρές συνοικιακές γκαλερί της ζωής μας, στημένοι εκεί σχεδόν αιώνες, περιμένοντας κάποιον επισκέπτη να σταθεί μπροστά μας κι έτσι απλά να μας θαυμάσει.
Η φιλαρέσκεια κι η ματαιοδοξία, κατάρες που κουβαλάμε μέσα μας εκ γενετής και που μας τις επιστρέφει η ζωή πάση δυνάμει με τα βέλη του κενόδοξου επισκέπτη έρωτα.
Ένιωθε το βλέμμα του στραμμένο πάνω της, την παρουσία του αδιάλειπτη, ακόμα κι όταν δε μιλούσε κανείς τους. Και περπατούσαν στην αμμουδιά, περπατούσαν προς το αναπόφευκτο.
Κι έτσι περνούσαν οι μήνες, με τη Σμαραγδή να μην αγγίζει τον Χρήστο, με τον Χρήστο να μην επιμένει και να τη διεκδικεί πεισματικά από δυο πόντους απόσταση. Αντικείμενο κι αυτός ανέγγιχτο, που ποθούσε - αν όχι να ερμηνευθεί - τουλάχιστον να νιώσει το θαυμασμό ενός ανθρώπινου βλέμματος ή τη λαχτάρα στη φωνή αυτού του άλλου - αυτής της άλλης - εκείνο το κρυμμένο πίσω από κουβέντες τυπικές, καθημερινές, "αχ!"
Πόσες και ποιες λεπτομέρειες από τη ζωή μας θα θυμόμαστε όταν δε θα έχουμε πια κουράγιο να αναστηθούμε; Δυο; Τρεις;
Δυο γυμνά πέλματα στην αμμουδιά, ίσως, κι ένα ζευγάρι παπούτσια υπό μάλης. Μια χούφτα ανεμοδαρμένα μαλλιά και το σημάδι στο μπράτσο - ή στα ακροδάχτυλα - από το δειλό άγγιγμα του απαγορευμένου σώματος. Πόσα καμώματα της ζωής - που οι τυχοδιώκτες τα λένε εμπειρίες κι οι άτολμοι προαποφασισμένο πεπρωμένο ή εκπλήρωση καθηκόντων - θα έχουμε να διηγηθούμε;
Και τι αξία θα έχουν, αλήθεια, όλα αυτά;
Αφού η μόνη σημασία έγκειται στα αρώματα και στα οράματα που ξυπνάνε κάθε βράδυ - μοιρολογίστρες παραμάνες - για να σε ξενυχτήσουν νεκροζώντανο με βογγητά νανουρίσματα. Λεπτομέρειες θαμπές κι εκθαμβωτικές - μικρή άλλωστε η διαφορά μεταξύ θαμπού και θάμβους - που χρόνια αργότερα θα της φαίνονταν της Σμαραγδής σα να μη συνέβησαν ποτέ, αναμνήσεις απραγματοποίητες, που δεν τις έζησε, αλλά τις θυμόταν από πάντα.
Τα συμβάντα της ζωής παρέρχονται, λήγουν και ξεχνιούνται, ή γίνονται αναμνήσεις- που κι αυτές όμως διαλύονται σαν πρωινή ομίχλη αφήνοντας μόνο στο πετσί μας την ενοχλητική ή δροσιστική υγρασία τους.
Τα συμβάντα της ζωής γίνονται το αίμα μας κι η επίδρασή τους κυλάει στις φλέβες μας άλλοτε ελεύθερη κι άλλοτε θρομβώδης.
(Συνεχίζεται...)
*Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla)
Εκδόσεις των φίλων (2018)
**Ευριπίδη "Βάκχες" (οι τελευταίοι στίχοι του έργου που λέει ο χορός)
Μετάφραση Γιώργος Χειμωνάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου