Κεφάλαιο VII
Το καινούργιο γοητεύει, μα πέφτει σιγά σιγά σα φθινοπωρινά φύλλα φυλλοβόλου δέντρου, αποκαλύπτοντας ξερά κλαδιά. Αποκαλύπτοντας τη γυμνή μονοτονία του αισθήματος, που έχει πάντα την ίδια μορφή: αυτήν της υποχρέωσης έναντι αυτού του ίδιου του αισθήματος που νιώσαμε κάποτε.
Η Σμαραγδή ανάμεσα σε δυο κόσμους που την τραβούσαν εκατέρωθεν: η φυσικά ανειλημμένη υποχρέωση έναντι της μάνας της, και η άλλη, η επίσης φυσικά ανειλημμένη υποχρέωση έναντι του αισθήματός της για τον Χρήστο. Κανέναν δεν μπορούσε να αρνηθεί και γι' αυτό σε κανέναν δεν μπορούσε να είναι πιστή, παρά μόνο στην έμφυτη καταθλιπτική της "ευγένεια".
Δεν έχουμε λόγους να υποψιαζόμαστε ότι ο Χρήστος δεν ήταν αρκετά τρυφερός μαζί της. Κι όμως, εκείνη την πρώτη φορά μέσα στο αυτοκίνητό του, κάπου σε μια ερημιά της Αττικής, η Σμαραγδή πόνεσε φρικτά. Δεν έφταιγε που η πρώτη της φορά με τον Χρήστο τύχαινε να είναι η πρώτη της φορά με άντρα.
Συνέχισε να πονάει κάθε φορά.
Αλλιώς την είχε δει την αρχέγονη ερωτική πράξη στον κινηματογράφο, αλλιώς τη φανταζόταν κι άλλα περίμενε. Ήταν σαν το σώμα της να μην ανέχεται το δικό του.
Ένιωθε, ωστόσο, να τον "αγαπάει" ή - για να αποφύγουμε τα μεγάλα λόγια - περνούσε καλά μαζί του, τον αναζητούσε τις ώρες που δεν τον έβλεπε κι είχαν καταφέρει να συνεννοούνται.
Μα η "αγάπη" δεν είναι το παν, δεν είναι το όλον. Γιατί το όλον είναι η άλλη "αγάπη", η σκοτεινή, αυτή που δε γεννιέται κάτω από πανηγυρικές φωταψίες, αυτή που τρέφεται από το ίδιο σου το αίμα και που το ίδιο σου το αίμα σού δίνει να πιεις και τίποτα άλλο.
Το σώμα ξέρει. Κι είναι δυστυχία και πληρότητα να κατοικείς σε τέτοιο σώμα.
Έκλεινε τα μάτια, έσφιγγε τα δόντια, και τον άφηνε να της αποδείξει πόσο πολύ την ήθελε. Κι ήταν η κάθε φορά επίπονη όπως η πρώτη φορά. Δεν είχε με ποιον να μοιραστεί τις απορίες της, κι έτσι όπως τελικά πουθενά δεν έβρισκε εξήγηση για το πώς πρέπει να είναι η καταιγιστική ερωτική πράξη και πώς όχι, ούτε είχε άλλο μέτρο σύγκρισης από προηγούμενη εμπειρία της, κατέληξε να πιστεύει ότι φταίει η ίδια και το ατελές - ίσως κι ελαττωματικό - κορμί της.
Κι ο Χρήστος που, αν μη τι άλλο, τη νοιαζόταν, έκανε όλα τα υπόλοιπα όπως έπρεπε για να ισοφαρίσει για την απόλαυση που δεν μπορούσε να της προσφέρει το γυμνό κορμί του.
Η πρόταση γάμου δεν άργησε να γίνει.
Η Σμαραγδή δεν ήξερε πια τι ήταν σωστό και τι όχι. Τίποτα δεν ήθελε, τίποτα δεν είχε σημασία. Αισθανόταν μόνο - και για πρώτη φορά στην ακούραστη ζωή της - κούραση.
Είναι άνθρωποι γεννημένοι ή στην πορεία φτιαγμένοι για να κάνουν χατήρια. Είτε επειδή δεν έχουν μάθει να επιθυμούν, είτε επειδή δεν τους έχουν μάθει να επιθυμούν, είτε επειδή βολεύονται να μην επιθυμούν.
Αν έμενε με τους γονείς της, θα έκανε το χατήρι της μάνας της. Αν παντρευόταν τον Χρήστο, θα έκανε το χατήρι εκείνου.
Τι ειρωνεία, η ίδια η χατηρικά χαρισμένη ζωή μας να πηγαίνει στράφι χατηρικά.
Αποφάσισε να κάνει το χατήρι του Χρήστου, χωρίς να είναι ευτυχισμένη με αυτό που πήγαινε να κάνει - μόνο περιέργεια είχε - αλλά τουλάχιστον είχε αποφασίσει να το κάνει.
Με τον Χρήστο έκαναν δυο παιδιά, έκλαψε και χαμογέλασε όταν τα κράτησε στην αγκαλιά της, τα θήλαζε μέχρι που χρόνισαν και παραπάνω, τα στήριξε όπως ήξερε και μπορούσε - με στοργή και αφοσίωση - μέχρι που παντρεύτηκαν κι αυτά κι έφυγαν. Μα ποτέ δεν τα χάιδεψε με τρυφερότητα.
Το πάθος της μητρότητας μπορεί, κατά περίπτωση, να εξισορροπήσει την έλλειψη πάθους στο γάμο. Κι η Σμαραγδή ήταν τυχερή, επειδή ανταμείφθηκε για την ανοχή της σε όλους τους πόνους με την τύχη να μη συναντήσει ποτέ το κορμί που θα της μάθαινε τι εστί έρωτας.
Κι αφού δεν το γνώρισε ποτέ, δεν το επιθύμησε ποτέ της.
Υπάρχει για τον καθένα από εμάς ένα σώμα, του οποίου η κάθε καμπύλη εφάπτεται τέλεια, απόλυτα κι ακριβώς στις καμπύλες του δικού μας σώματος.
Υπάρχει για τον καθένα από εμάς ένα χέρι, του οποίου η παλάμη ταιριάζει σε κάθε της εκατοστό με κάθε γωνία του προσώπου μας.
Κι αλίμονο σε όσα τέτοια σώματα (δεν) συναντήθηκαν (κά)ποτέ.
ΤΕΛΟΣ
* Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla),
Εκδόσεις των φίλων (2018)
Το καινούργιο γοητεύει, μα πέφτει σιγά σιγά σα φθινοπωρινά φύλλα φυλλοβόλου δέντρου, αποκαλύπτοντας ξερά κλαδιά. Αποκαλύπτοντας τη γυμνή μονοτονία του αισθήματος, που έχει πάντα την ίδια μορφή: αυτήν της υποχρέωσης έναντι αυτού του ίδιου του αισθήματος που νιώσαμε κάποτε.
Η Σμαραγδή ανάμεσα σε δυο κόσμους που την τραβούσαν εκατέρωθεν: η φυσικά ανειλημμένη υποχρέωση έναντι της μάνας της, και η άλλη, η επίσης φυσικά ανειλημμένη υποχρέωση έναντι του αισθήματός της για τον Χρήστο. Κανέναν δεν μπορούσε να αρνηθεί και γι' αυτό σε κανέναν δεν μπορούσε να είναι πιστή, παρά μόνο στην έμφυτη καταθλιπτική της "ευγένεια".
Δεν έχουμε λόγους να υποψιαζόμαστε ότι ο Χρήστος δεν ήταν αρκετά τρυφερός μαζί της. Κι όμως, εκείνη την πρώτη φορά μέσα στο αυτοκίνητό του, κάπου σε μια ερημιά της Αττικής, η Σμαραγδή πόνεσε φρικτά. Δεν έφταιγε που η πρώτη της φορά με τον Χρήστο τύχαινε να είναι η πρώτη της φορά με άντρα.
Συνέχισε να πονάει κάθε φορά.
Αλλιώς την είχε δει την αρχέγονη ερωτική πράξη στον κινηματογράφο, αλλιώς τη φανταζόταν κι άλλα περίμενε. Ήταν σαν το σώμα της να μην ανέχεται το δικό του.
Ένιωθε, ωστόσο, να τον "αγαπάει" ή - για να αποφύγουμε τα μεγάλα λόγια - περνούσε καλά μαζί του, τον αναζητούσε τις ώρες που δεν τον έβλεπε κι είχαν καταφέρει να συνεννοούνται.
Μα η "αγάπη" δεν είναι το παν, δεν είναι το όλον. Γιατί το όλον είναι η άλλη "αγάπη", η σκοτεινή, αυτή που δε γεννιέται κάτω από πανηγυρικές φωταψίες, αυτή που τρέφεται από το ίδιο σου το αίμα και που το ίδιο σου το αίμα σού δίνει να πιεις και τίποτα άλλο.
Το σώμα ξέρει. Κι είναι δυστυχία και πληρότητα να κατοικείς σε τέτοιο σώμα.
Έκλεινε τα μάτια, έσφιγγε τα δόντια, και τον άφηνε να της αποδείξει πόσο πολύ την ήθελε. Κι ήταν η κάθε φορά επίπονη όπως η πρώτη φορά. Δεν είχε με ποιον να μοιραστεί τις απορίες της, κι έτσι όπως τελικά πουθενά δεν έβρισκε εξήγηση για το πώς πρέπει να είναι η καταιγιστική ερωτική πράξη και πώς όχι, ούτε είχε άλλο μέτρο σύγκρισης από προηγούμενη εμπειρία της, κατέληξε να πιστεύει ότι φταίει η ίδια και το ατελές - ίσως κι ελαττωματικό - κορμί της.
Κι ο Χρήστος που, αν μη τι άλλο, τη νοιαζόταν, έκανε όλα τα υπόλοιπα όπως έπρεπε για να ισοφαρίσει για την απόλαυση που δεν μπορούσε να της προσφέρει το γυμνό κορμί του.
Η πρόταση γάμου δεν άργησε να γίνει.
Η Σμαραγδή δεν ήξερε πια τι ήταν σωστό και τι όχι. Τίποτα δεν ήθελε, τίποτα δεν είχε σημασία. Αισθανόταν μόνο - και για πρώτη φορά στην ακούραστη ζωή της - κούραση.
Είναι άνθρωποι γεννημένοι ή στην πορεία φτιαγμένοι για να κάνουν χατήρια. Είτε επειδή δεν έχουν μάθει να επιθυμούν, είτε επειδή δεν τους έχουν μάθει να επιθυμούν, είτε επειδή βολεύονται να μην επιθυμούν.
Αν έμενε με τους γονείς της, θα έκανε το χατήρι της μάνας της. Αν παντρευόταν τον Χρήστο, θα έκανε το χατήρι εκείνου.
Τι ειρωνεία, η ίδια η χατηρικά χαρισμένη ζωή μας να πηγαίνει στράφι χατηρικά.
Αποφάσισε να κάνει το χατήρι του Χρήστου, χωρίς να είναι ευτυχισμένη με αυτό που πήγαινε να κάνει - μόνο περιέργεια είχε - αλλά τουλάχιστον είχε αποφασίσει να το κάνει.
Με τον Χρήστο έκαναν δυο παιδιά, έκλαψε και χαμογέλασε όταν τα κράτησε στην αγκαλιά της, τα θήλαζε μέχρι που χρόνισαν και παραπάνω, τα στήριξε όπως ήξερε και μπορούσε - με στοργή και αφοσίωση - μέχρι που παντρεύτηκαν κι αυτά κι έφυγαν. Μα ποτέ δεν τα χάιδεψε με τρυφερότητα.
Το πάθος της μητρότητας μπορεί, κατά περίπτωση, να εξισορροπήσει την έλλειψη πάθους στο γάμο. Κι η Σμαραγδή ήταν τυχερή, επειδή ανταμείφθηκε για την ανοχή της σε όλους τους πόνους με την τύχη να μη συναντήσει ποτέ το κορμί που θα της μάθαινε τι εστί έρωτας.
Κι αφού δεν το γνώρισε ποτέ, δεν το επιθύμησε ποτέ της.
Υπάρχει για τον καθένα από εμάς ένα σώμα, του οποίου η κάθε καμπύλη εφάπτεται τέλεια, απόλυτα κι ακριβώς στις καμπύλες του δικού μας σώματος.
Υπάρχει για τον καθένα από εμάς ένα χέρι, του οποίου η παλάμη ταιριάζει σε κάθε της εκατοστό με κάθε γωνία του προσώπου μας.
Κι αλίμονο σε όσα τέτοια σώματα (δεν) συναντήθηκαν (κά)ποτέ.
ΤΕΛΟΣ
* Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla),
Εκδόσεις των φίλων (2018)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου