Μέρος δεύτερο
Οι μεζέδες του κυρ-Αναστάση ήταν πάντα περιποιημένοι και πλουσιοπάροχοι. Φανταστείτε ένα ορεκτικό σ' αυτά που λέμε σήμερα "γκουρμέ" εστιατόρια, το αφάνταστα αντίθετό του ήταν οι μεζέδες στο καφενείο του.
Με το χαμόγελο να μη λείπει κάτω από το πυκνό του μουστάκι, ακούμπησε το ξέχειλο πιάτο, τη ρετσίνα και δυο ποτήρια στο τραπέζι των δυο φαντάρων. Κάθονταν στην απέναντί μου γωνία, μόνο αυτοί κι εγώ μακριά από την ξυλόσομπα. Όλοι οι υπόλοιποι πελάτες είχαν στριμωχτοί γύρω από τη φωτιά, τα κρύα είχαν πιάσει για τα καλά. Ίσως δεν είναι εύκολο, μετά από ποιος ξέρει πόσες μέρες ή μήνες ζωής αδιάλειπτης μέσα σε ένα στρατώνα, να αντιμετωπίσεις - κυριολεκτικά - κατά πρόσωπο τη θαλπωρή μιας μικρής ξυλόσομπας. Ίσως η εκπαίδευση στη σκληραγωγία να είχε πια γίνει δεύτερη φύση τους - ή απλά η μόνη φύση τους - οπότε οι ανέσεις δεν περνούσαν από το μυαλό τους, ούτε ως επιλογή ούτε ως δυνατότητα.
Όσο για εμένα, ούτε ζεσταινόμουν ούτε κρύωνα. Ήθελα απλά την ησυχία μου.
Ο ένας φαντάρος φαινόταν κατά τι μεγαλύτερος από τον άλλον και σίγουρα πιο πληθωρικός σα χαρακτήρας. Γελούσε δυνατά, τις περισσότερες φορές μάλλον με αυτά που ο ίδιος έλεγε αφού ο άλλος μιλούσε ελάχιστα, κι είχε αδειάσει ήδη μόνος του το μισό μπουκάλι. Το ένα του πόδι σχεδόν ξαπλωμένο έξω από το τραπέζι, το άλλο απλωμένο στο αντίξυλο της καρέκλας του φίλου του. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, από το ανάστημά του και τους τρόπους του, ότι ήταν ιεραρχικά ανώτερος του άλλου, τα διακριτικά των στολών τους όμως δεν πρόδιδαν κάτι τέτοιο.
Κάποια στιγμή - και καταπίνοντας ένα κομμάτι ντομάτας - σκούντηξε με το χέρι του συνωμοτκά και με περιφρονητική στοργή το γόνατο του άλλου κοιτάζοντας με νόημα προς την πόρτα. Μια παρέα τριών νεαρών κοριτσιών, όχι πάνω από είκοσι χρονών, μπήκε γελώντας. Καινούριο κέφι κατέκλυσε τον ήδη κεφάτο φαντάρο, που φρόντισε να στρίψει την καρέκλα του, ξεβολεύοντας τα πόδια του, έτσι που να βλέπει - και να τον βλέπουν - ευκολότερα τα τρία κορίτσια.
Ο δεύτερος φαντάρος κοίταξε φευγαλέα κατά 'κει που - όχι και τόσο διακριτικά - του είχε υποδείξει ο συμπότης του, και κατέβασε και πάλι τα μάτια στο ποτήρι του. Σύντομα τα κορίτσια ευχαριστούσαν την παρέα των φαντάρων για το κέρασμα, σηκώνοντας με κολακευμενη ντροπαλοσύνη τα φλυτζάνια τους. Ο πρώτος φαντάρος - φτύνοντας βιαστικά το κουκούτσι μιας ελιάς - ύψωσε το ποτήρι του ως πάνω από το κεφάλι του. Ο δεύτερος ύψωσε το δικό του μόλις πέντε εκατοστά πάνω από το τραπέζι.
Οι φαντάροι είναι μια ομάδα ανθρώπων που, κατ' ουσίαν, δεν κάνουν τίποτα, εκτός από τις απαραίτητες δουλειές - τις αναγκαίες και αναγκαστικές - για να μην καταλήξουν τρελοί: στρώσιμο κρεβατιού, γυάλισμα παπουτσιών, καθαριότητα, μαγειρέματα, παρελάσεις, επάρσεις και υποστολές σημαιών. Ο θλιβερός παραλογισμός του στρατού έχει έναν και μόνο στόχο: τη διάλυση της προσωπικότητας. Κι όσοι πετυχαίνουν το στόχο αυτό, είναι συνήθως όσοι δεν είχαν ποτέ τους προσωπικότητα.
Μαθαίνουν κι απολαμβάνουν την ομοιομορφία. Οι σκέψεις τους δε διαφέρουν από τις σκέψεις των άλλων, όπως δε διαφέρει κι η περιβολή τους. Οι λέξεις τους δε διαφέρουν από τις λέξεις των άλλων. Νιώθουν περήφανοι μέσα στην υπερηφάνεια του λόχου. Μια υπερηφάνεια κερδισμένη μέσα από μια εξευτελιστική και άνευ σκοπού κοινή συμβίωση. Τον παρατηρώ - αυτόν, τον πρώτο φαντάρο, τον πιο τολμηρό - κάνοντας μια ακόμη παράτολμη σκέψη: η κερδισμένη περηφάνια του, αντίδωρο στην απώλεια της άκαρπης ματαιοδοξίας του να αυτοπροσδιοριστεί εκτός σχημάτων και σχηματισμών και συμβάσεων ή συμβιώσεων.
Τον φαντάζομαι νεοσύλλεκτο, ατρόμητο, χωρίς φόβο, γεμάτο ανυπομονησία. Επικίνδυνο πράγμα ο στρατός για τέτοιους ανθρώπους. Επικίνδυνο πράγμα η υπόσχεση ανάληψης ευθυνών, η αναμονή των ετοιμοπόλεμων που αισθάνονται αξιόμαχοι. Τους απελευθερώνει αισθήματα που θα έπρεπε να μένουν για πάντα φυλακισμένα. Ίσως ο μόνος του φόβος να ήταν αυτός της διαφορετικότητας από τους υπόλοιπους φαντάρους. Ήμουν σίγουρη ότι αντιλήφθηκε από την πρώτη στιγμή που κατετάγη στο στρατό τον κίνδυνο στο κάθε τι που θα του αναγνωριζόταν ως διαφορετικό, και που τελικά θα τον έριχνε στο περιθώριο, μιασμένο, ούτε μέρος του συνόλου, ούτε ελεύθερο.
Κι ίσως, τελικά, να είναι κι αυτό ενός είδους προστασία: η αποφυγή της διαφορετικότητας. Όταν δεν κοιτάς, δεν ψάχνεις και δεν "ψάχνεσαι" εκτός συνόλου, όταν δεν αναζητάς λόγους που να μειώνουν την ύπαρξή σου μέσα στην όποια ανθρώπινη μάζα, μέσα στην όποια συνύπαρξη, τότε ίσως να βρίσκεις πραγματικά ένα λόγο ύπαρξης ή, ακόμα χειρότερα, μια λογική.
Έφυγε μαζί με μια εκ των τριών δεσποινίδων, καληνυχτίζοντας τον φίλο του με ένα επίσης περιφρονητικά στοργικό σκούντηγμα στην πλάτη.
Οι ονειροπόλοι - ή ονειροπαρμένοι, ας συμβιβαστούμε με το "ευφάνταστοι" χάριν κομψότητας - θα κατανοήσουν τον ακόλουθο συλλογισμό μου, καθώς τον έβλεπα να κατηφορίζει το δρόμο μπροστά από το καφενείο, περνώντας το χακί, μάλλινο παλτό του στους ώμους της.
Συλλογίστηκα ότι θα παντρεύονταν, για λόγους ανωτέρου έρωτα ή κατωτέρας ηλικιακής οικονομίας, κι έτσι θα συνέχιζε να είναι φαντάρος σε έναν μικρότερης κλίμακας λόχο, κάνοντας καθημερινά τις ίδιες - αναγκαίες κι αναγκαστικές - εργασίες για να μην τρελαθεί. Θυμήθηκα ιστορίες στρατιωτών, γραμμένες σε μυθιστορήματα, που έφταναν με το πολυπόθητο χαρτί της απόλυσης στο χέρι έξω από το κατώφλι του σπιτιού τους, και σαν υπνοβάτες έκαναν μεταβολή χωρίς να χτυπήσουν το κουδούνι - μια κίνηση, το σήκωμα του χεριού τους, κι ένας ήχος, ο ήχος του κουδουνιού της εξώπορτας, που τους είχε νανουρίσει με τη γλυκιά προσδοκία τους νύχτες και νύχτες - και γυρνούσαν στο στράτευμα ζητώντας να μονιμοποιηθούν ως επαγγελματίες στρατιωτικοί.
Η ένταξη είναι περιοριμός, κι αλίμονο αν γίνει προσδιορισμός.
Σηκώθηκα, πήρα το ποτήρι μου και το σακουλάκι με τον καπνό μου, και πήγα να κάτσω μαζί με τον εναπομείναντα δεύτερο φαντάρο.
Αυτός φαινόταν να έχει μπροστά του μιαν ελπιδοφόρα καριέρα πραγματικά θαρραλέου στρατιωτικού.
Αυτός φαινόταν να μη φοβάται τη διαφορετικότητα.
Οι μεζέδες του κυρ-Αναστάση ήταν πάντα περιποιημένοι και πλουσιοπάροχοι. Φανταστείτε ένα ορεκτικό σ' αυτά που λέμε σήμερα "γκουρμέ" εστιατόρια, το αφάνταστα αντίθετό του ήταν οι μεζέδες στο καφενείο του.
Με το χαμόγελο να μη λείπει κάτω από το πυκνό του μουστάκι, ακούμπησε το ξέχειλο πιάτο, τη ρετσίνα και δυο ποτήρια στο τραπέζι των δυο φαντάρων. Κάθονταν στην απέναντί μου γωνία, μόνο αυτοί κι εγώ μακριά από την ξυλόσομπα. Όλοι οι υπόλοιποι πελάτες είχαν στριμωχτοί γύρω από τη φωτιά, τα κρύα είχαν πιάσει για τα καλά. Ίσως δεν είναι εύκολο, μετά από ποιος ξέρει πόσες μέρες ή μήνες ζωής αδιάλειπτης μέσα σε ένα στρατώνα, να αντιμετωπίσεις - κυριολεκτικά - κατά πρόσωπο τη θαλπωρή μιας μικρής ξυλόσομπας. Ίσως η εκπαίδευση στη σκληραγωγία να είχε πια γίνει δεύτερη φύση τους - ή απλά η μόνη φύση τους - οπότε οι ανέσεις δεν περνούσαν από το μυαλό τους, ούτε ως επιλογή ούτε ως δυνατότητα.
Όσο για εμένα, ούτε ζεσταινόμουν ούτε κρύωνα. Ήθελα απλά την ησυχία μου.
Ο ένας φαντάρος φαινόταν κατά τι μεγαλύτερος από τον άλλον και σίγουρα πιο πληθωρικός σα χαρακτήρας. Γελούσε δυνατά, τις περισσότερες φορές μάλλον με αυτά που ο ίδιος έλεγε αφού ο άλλος μιλούσε ελάχιστα, κι είχε αδειάσει ήδη μόνος του το μισό μπουκάλι. Το ένα του πόδι σχεδόν ξαπλωμένο έξω από το τραπέζι, το άλλο απλωμένο στο αντίξυλο της καρέκλας του φίλου του. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, από το ανάστημά του και τους τρόπους του, ότι ήταν ιεραρχικά ανώτερος του άλλου, τα διακριτικά των στολών τους όμως δεν πρόδιδαν κάτι τέτοιο.
Κάποια στιγμή - και καταπίνοντας ένα κομμάτι ντομάτας - σκούντηξε με το χέρι του συνωμοτκά και με περιφρονητική στοργή το γόνατο του άλλου κοιτάζοντας με νόημα προς την πόρτα. Μια παρέα τριών νεαρών κοριτσιών, όχι πάνω από είκοσι χρονών, μπήκε γελώντας. Καινούριο κέφι κατέκλυσε τον ήδη κεφάτο φαντάρο, που φρόντισε να στρίψει την καρέκλα του, ξεβολεύοντας τα πόδια του, έτσι που να βλέπει - και να τον βλέπουν - ευκολότερα τα τρία κορίτσια.
Ο δεύτερος φαντάρος κοίταξε φευγαλέα κατά 'κει που - όχι και τόσο διακριτικά - του είχε υποδείξει ο συμπότης του, και κατέβασε και πάλι τα μάτια στο ποτήρι του. Σύντομα τα κορίτσια ευχαριστούσαν την παρέα των φαντάρων για το κέρασμα, σηκώνοντας με κολακευμενη ντροπαλοσύνη τα φλυτζάνια τους. Ο πρώτος φαντάρος - φτύνοντας βιαστικά το κουκούτσι μιας ελιάς - ύψωσε το ποτήρι του ως πάνω από το κεφάλι του. Ο δεύτερος ύψωσε το δικό του μόλις πέντε εκατοστά πάνω από το τραπέζι.
Οι φαντάροι είναι μια ομάδα ανθρώπων που, κατ' ουσίαν, δεν κάνουν τίποτα, εκτός από τις απαραίτητες δουλειές - τις αναγκαίες και αναγκαστικές - για να μην καταλήξουν τρελοί: στρώσιμο κρεβατιού, γυάλισμα παπουτσιών, καθαριότητα, μαγειρέματα, παρελάσεις, επάρσεις και υποστολές σημαιών. Ο θλιβερός παραλογισμός του στρατού έχει έναν και μόνο στόχο: τη διάλυση της προσωπικότητας. Κι όσοι πετυχαίνουν το στόχο αυτό, είναι συνήθως όσοι δεν είχαν ποτέ τους προσωπικότητα.
Μαθαίνουν κι απολαμβάνουν την ομοιομορφία. Οι σκέψεις τους δε διαφέρουν από τις σκέψεις των άλλων, όπως δε διαφέρει κι η περιβολή τους. Οι λέξεις τους δε διαφέρουν από τις λέξεις των άλλων. Νιώθουν περήφανοι μέσα στην υπερηφάνεια του λόχου. Μια υπερηφάνεια κερδισμένη μέσα από μια εξευτελιστική και άνευ σκοπού κοινή συμβίωση. Τον παρατηρώ - αυτόν, τον πρώτο φαντάρο, τον πιο τολμηρό - κάνοντας μια ακόμη παράτολμη σκέψη: η κερδισμένη περηφάνια του, αντίδωρο στην απώλεια της άκαρπης ματαιοδοξίας του να αυτοπροσδιοριστεί εκτός σχημάτων και σχηματισμών και συμβάσεων ή συμβιώσεων.
Τον φαντάζομαι νεοσύλλεκτο, ατρόμητο, χωρίς φόβο, γεμάτο ανυπομονησία. Επικίνδυνο πράγμα ο στρατός για τέτοιους ανθρώπους. Επικίνδυνο πράγμα η υπόσχεση ανάληψης ευθυνών, η αναμονή των ετοιμοπόλεμων που αισθάνονται αξιόμαχοι. Τους απελευθερώνει αισθήματα που θα έπρεπε να μένουν για πάντα φυλακισμένα. Ίσως ο μόνος του φόβος να ήταν αυτός της διαφορετικότητας από τους υπόλοιπους φαντάρους. Ήμουν σίγουρη ότι αντιλήφθηκε από την πρώτη στιγμή που κατετάγη στο στρατό τον κίνδυνο στο κάθε τι που θα του αναγνωριζόταν ως διαφορετικό, και που τελικά θα τον έριχνε στο περιθώριο, μιασμένο, ούτε μέρος του συνόλου, ούτε ελεύθερο.
Κι ίσως, τελικά, να είναι κι αυτό ενός είδους προστασία: η αποφυγή της διαφορετικότητας. Όταν δεν κοιτάς, δεν ψάχνεις και δεν "ψάχνεσαι" εκτός συνόλου, όταν δεν αναζητάς λόγους που να μειώνουν την ύπαρξή σου μέσα στην όποια ανθρώπινη μάζα, μέσα στην όποια συνύπαρξη, τότε ίσως να βρίσκεις πραγματικά ένα λόγο ύπαρξης ή, ακόμα χειρότερα, μια λογική.
Έφυγε μαζί με μια εκ των τριών δεσποινίδων, καληνυχτίζοντας τον φίλο του με ένα επίσης περιφρονητικά στοργικό σκούντηγμα στην πλάτη.
Οι ονειροπόλοι - ή ονειροπαρμένοι, ας συμβιβαστούμε με το "ευφάνταστοι" χάριν κομψότητας - θα κατανοήσουν τον ακόλουθο συλλογισμό μου, καθώς τον έβλεπα να κατηφορίζει το δρόμο μπροστά από το καφενείο, περνώντας το χακί, μάλλινο παλτό του στους ώμους της.
Συλλογίστηκα ότι θα παντρεύονταν, για λόγους ανωτέρου έρωτα ή κατωτέρας ηλικιακής οικονομίας, κι έτσι θα συνέχιζε να είναι φαντάρος σε έναν μικρότερης κλίμακας λόχο, κάνοντας καθημερινά τις ίδιες - αναγκαίες κι αναγκαστικές - εργασίες για να μην τρελαθεί. Θυμήθηκα ιστορίες στρατιωτών, γραμμένες σε μυθιστορήματα, που έφταναν με το πολυπόθητο χαρτί της απόλυσης στο χέρι έξω από το κατώφλι του σπιτιού τους, και σαν υπνοβάτες έκαναν μεταβολή χωρίς να χτυπήσουν το κουδούνι - μια κίνηση, το σήκωμα του χεριού τους, κι ένας ήχος, ο ήχος του κουδουνιού της εξώπορτας, που τους είχε νανουρίσει με τη γλυκιά προσδοκία τους νύχτες και νύχτες - και γυρνούσαν στο στράτευμα ζητώντας να μονιμοποιηθούν ως επαγγελματίες στρατιωτικοί.
Η ένταξη είναι περιοριμός, κι αλίμονο αν γίνει προσδιορισμός.
Σηκώθηκα, πήρα το ποτήρι μου και το σακουλάκι με τον καπνό μου, και πήγα να κάτσω μαζί με τον εναπομείναντα δεύτερο φαντάρο.
Αυτός φαινόταν να έχει μπροστά του μιαν ελπιδοφόρα καριέρα πραγματικά θαρραλέου στρατιωτικού.
Αυτός φαινόταν να μη φοβάται τη διαφορετικότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου