Τρίτη 5 Μαΐου 2020

"nihil volitum quin praecognitum"*

Κεφάλαιο V


Κάποια βράδια αργούσε να επιστρέψει στο σπίτι, μετά τη δουλειά. Κάποια μεσημέρια το ίδιο. Αγόρασε κι ένα μικρό μπουκάλι κολόνια λεβάντα κι έβαζε δυο σταγόνες πίσω από τα αυτιά της. Η κυρά-Χάιδω την περίμενε πάντα χωμένη στην κουζίνα, περικυκλωμένη από τηγάνια που τσιτσίριζαν, κατσαρόλες που κόχλαζαν, στοίβες άπλυτα πιάτα - ορχήστρα λιγωτικών ήχων και αρωμάτων, κι αυτή μαέστρος καταμεσής με μαλλιά ανάκατα, κινήσεις κοφτές, νευρικές, αγωνιώδεις - και με βλέμμα άλλοτε απηυδισμένο κι άλλοτε απλανές.

Ο φόβος της απώλειας όσων έχουμε ανάγκη - την όποια ανάγκη - μας οπλίζει με πείσμα και μας εφοδιάζει με ποικίλα τεχνάσματα - γεννάει συμπεριφορές - προκειμένου να διατηρήσουμε στην κατοχή μας αυτόν που μας ανήκει. Η ξαφνική αλλαγή, που σε σκουντάει επίμονα για να σε ξεβολέψει ή να σε παραγκωνίσει, προκαλεί τρόμο, σχεδόν ίδιο με τον τρόμο της απώλειας ενός ετοιμοθάνατου αγαπημένου προσώπου.

Μα αλίμονο σε όσους εκλαμβάνουν την αφοσίωση ενός οικείου προσώπου ως ιδιοκτησία νόμιμη και κατοχυρωμένη. Ποιου είδους νομιμότητα μπορεί να εγγυηθεί τη μονιμότητα της πιο αέρινης, οπτασιακής και - φευ! - ευμετάβλητης έννοιας: αυτής των συναισθημάτων;

Η κυρά-Χάιδω δεν ήταν από τις γυναίκες που κάθονται μεμψίμοιρες, ήδη από νωρίς μαυροντυμένες, πάνω από το προσκέφαλο του όποιου ετοιμοθάνατου, περιμένοντας με καρτερικότητα το αναπόφευκτο. Έβλεπε ότι η Σμαραγδή την είχε εγκαταλείψει. Οι δυο σταγόνες κολόνια πίσω από τα αυτιά της μαρτυρούσαν ότι η κόρη της ήταν μπουμπούκι που έσκασε για να γίνει άνθος ευωδιαστό για χάρη κάποιου άντρα.
Κι όπως θα έτρεχε τον άρρωστο ετοιμοθάνατο στους καλύτερους γιατρούς για να τον σώσει, έτσι αποφάσισε να παλέψει τα απάλευτα για να μη φύγει η κόρη της από το σπίτι τους.

Στην αρχή την περίμενε εκνευρισμένη να επιστρέψει για να τη φορτώσει με κάθε είδους δουλειές, εν είδει τιμωρίας. Μα η Σμαραγδή δεν ήταν πια νήπιο για να καταλαβαίνει από τιμωρίες.
Έπειτα, αποφάσισε να την αποθαρρύνει βομβαρδίζοντάς την με ερωτήσεις για το πού ήταν και με ποιον, ή με ειρωνείες για τα "γαμπρίσματα", φροντίζοντας κάθε τόσο να τονίζει τη μετριότητά της - ως και τα στραβά δόντια της θυμήθηκε ένα βράδυ να σχολιάσει. Μα κάθε τι το στραβό, ακόμα και η αθλιότητα, έχουν μια γραφικότητα. Κι εξάλλου, η Σμαραγδή δεν ήταν πια έφηβη να ψάχνει να βρει ταυτότητα κι αυτοπροσδιορισμό.

Στο τέλος, όταν ο ετοιμοθάνατος είχε ήδη πέσει σε κώμα κι όλοι οι γιατροί τού έδιναν λίγες μέρες ζωής, αποφάσισε να εμπιστευτεί τα μαντζούνια και τις γητειές μιας γριάς μάγισσας, με γνώσεις αρχαίες, ονόματα πολλά μέσα στους αιώνες κι όλα ξακουστά: οίκτος, φιλότιμο, υποχρέωση, ελεημοσύνη, συμπόνοια, καθήκον.
Το ύφος της έγινε μόνιμα περίλυπο, οι κινήσεις της νωχελικές υποδήλωναν παραίτηση. Οι κουβέντες της λιγοστές - βουτηγμένες σε αναστεναγμούς - λέξεις που ίσα που ακούγονταν. Απέφευγε να κοιτάζει την κόρη της, συχνά δεν της μιλούσε καν.

Η Σμαραγδή, όμως, ήταν ήδη αρκούντως ερωτευμένη - κι απελπισμένη, αφού αλλιώς πώς να ερωτευθεί κανείς; - για να νιώσει τύψεις.

Το πώς και πότε γνώρισε η Σμαραγδή τον Χρήστο καμία αξία δεν έχει να εξιστορηθεί στο παρόν διήγημα. Το απρόοπτο ενός τέτοιου έρωτα, έφερε τη Σμαραγδή αντιμέτωπη με κάτι πρωτόγνωρο, θερμό, ζωοποιό, ζωόδες κι αβάσταχτο. Το απρόσμενο αυτό αίσθημα την κατέλυε και την κατέκλυε. Η δύναμη του πόθου της επαναστάτησε κατά της χρόνιας δουλικότητας της συμπεριφοράς της - ή για να το πούμε πιο απλά, με ένα σύγχρονο πιασάρικο κλισέ: "ο έρωτας απελευθερώνει". Η εμφανής ή συγκαλυμμένη απαγόρευση της μάνας της να τον βλέπει, την έπεισαν αφελώς ότι είχε το δικαίωμα να τον αγαπάει.

"Ίσως αν μιλούσαμε με λιγότερη ευκολία για αγάπη, ανακαλύπταμε ευκολότερα το πρόσωπο κι όχι το προσωπείο της."**

(Συνεχίζεται...)

*Μτφρ: το άγνωστο δεν είναι επιθυμητό 
Miguel De Unamuno, "Καταχνιά (Niebla).
Εκδόσεις των φίλων (2018)

**Ρολάν Μπαρτ, "Αποσπάσματα ερωτικού λόγου"
Μετάφραση Βασίλης Παπαβασιλείου 
Εκδ. Κέδρος (1977)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου