Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

...κι ούτε πουλί πετούμενο...


Δεν το άντεχε το σχολείο ο Γιαννάκης, όπως και κάθε εξάχρονος βέβαια.
Εκείνος προτιμούσε να γυρνάει όλη μέρα στα χωράφια και να βόσκει τα κοπάδια μαζί με τον πατέρα του.
Αγαπημένα του βοσκοτόπια ήταν εκείνα τα παραθαλάσσια, πέρα κατά το Ακρωτήρι.
Την αγαπούσε τη θάλασσα ο Γιαννάκης, αγαπούσε οπουδήποτε δεν κλεινόταν σε τέσσερις τοίχους.

Πώς του ζητούσαν, λοιπόν, τώρα να ακινητοποιηθεί τόσες ώρες σε ένα θρανίο; Ξυλοφορτωμένος από τον δάσκαλο γυρνούσε κάθε μεσημέρι στο σπίτι, ξυλοφορτωμένος από τον πατέρα του έφευγε κάθε πρωί για το σχολείο.
Πουθενά δεν έβρισκε κατανόηση. Ο πατέρας του ήθελε να τον καμαρώσει σπουδαγμένο, ο δάσκαλος ήθελε να τον καμαρώσει να βάζει σωστά την ψιλή και τη δασεία, κι εκείνος ήθελε μόνο να χαζεύει έξω από το παράθυρο της αίθουσας τα δέντρα και τα σύννεφα ως πέρα τη θάλασσα στο βάθος. Μέχρι να φάει δυο ξανάστροφες από τον δάσκαλο - μάλλον γιατί άλλος τρόπος να στρέψει το βλέμμα του στον πίνακα δεν υπήρχε - και να σχολάσει.

Ένα πρωί, καθώς πήγαινε στο σχολείο, βρήκε πεσμένο κάτω από ένα δέντρο ένα μικρό σπουργίτι. Το έχωσε στον κόρφο του κι έτρεξε να προλάβει την πρωινή προσευχή.
Πώς να κάνεις όμως ένα πουλάκι να σωπάσει; Άκουσε ο δάσκαλος το τιτίβισμα και δεν άργησε να καταλάβει τι γινόταν.
Έξαλλος κινήθηκε προς το θρανίο του Γιαννάκη. Φοβήθηκε το παιδί ότι θα έκανε κακό στο σπουργίτι.
Με το ένα χέρι σφιγμένο στον κόρφο του, γατζώθηκε από το περβάζι του ανοιχτού παραθύρου και με ένα σάλτο σωριάστηκε στο προαύλιο και το έβαλε στα πόδια.

Πέρασε όλη του τη μέρα στην ακροθαλασσιά, ήξερε τι τον περίμενε αν γυρνούσε σπίτι. Μα σαν άρχισε να σουρουπώνει σκέφτηκε την αγωνία της μάνας του. Εξάλλου, ήταν μάταιο να κρύβεται, αφού το ξύλο δε θα το γλίτωνε.
Το σπουργίτι του το άφησε να φύγει. Ήταν μάταιο να το κρατάει φυλακισμένο στα χέρια του, αφού καμία τρυφερότητα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ευτυχία της ελευθερίας.

Από το επόμενο πρωί κι έπειτα δεν ξεκόλλησε το βλέμμα του από τον πίνακα ώσπου έβγαλε και την ογδόη με άριστα, σπούδασε και μέσα σε λίγα χρόνια έγινε καπετάνιος, για να μη χρειάζεται να κλείνεται σε τέσσερις τοίχους, για να μπορεί να ατενίζει την αγαπημένη του θάλασσα μέρα νύχτα.

Απόψε, κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους της καμπίνας του, ατένιζε τη θάλασσα μέσα από το μικροσκοπικό φινιστρίνι, κι έπιασε να γράψει δυο λόγια στη μάνα του, που είχε να τη δει δυο μήνες.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου