Μέρος δέκατο ένατο
Είχα περάσει μια
μέρα απόλυτης μοναξιάς, μια ολόκληρη μέρα μεγαλειώδους γαλήνης, περιπλανώμενη
στην πόλη που είχα επιλέξει να μένω από αγάπη ή από μίσος. Οι δρόμοι έμοιαζαν
νεκροταφεία, συγκριτικά με την εικόνα τους ένα μήνα πριν. Η αγαπημένη απουσία
των κατοίκων της πόλης τον Αύγουστο κάνει τις άλλοτε πολύβουες γειτονιές να
μοιάζουν ξεχασμένες κάτω από βλέφαρα κλειστά, σχεδόν νεκρά. Κι εγώ περπατούσα
για ώρα, σε συνοικίες άγνωστες κρατώντας ως και την ανάσα μου για να μην
ενοχλήσω τις ταριχευμένες πολυκατοικίες, τα σαβανωμένα καταστήματα και τους ελάχιστους
εναπομείναντες κατοίκους, κοιτάζοντας και παρατηρώντας τα πάντα και τίποτα με
μάτι ασυγκίνητο, θέλοντας να λησμονήσω κάτι και καταλήγοντας τελικά να
λησμονώ τα πάντα.
Η ζέστη του
μεσημεριού με βρήκε στην είσοδο του πάρκου της γειτονιάς. Χρειαζόμουν λίγη
δροσιά κι ένα μέρος να ξαποστάσω, οπότε προχώρησα προς το μέρος που απλώνονταν
τα περιποιημένα γρασίδια, διάσπαρτα από πλατάνια, ακακίες και κουτσουπιές, σαν
μια απέραντη πράσινη θάλασσα πάντοτε πρόθυμη για γέλια, για εξομολογήσεις και
για έρωτα. Έκατσα κατάχαμα στο γρασίδι, κάτω από ένα πλατάνι, κι απέμεινα να
αναλογίζομαι ποια ανεπανόρθωτη βλακεία με είχε χρίσει περιπλανώμενο διαβάτη,
ποια υποχρέωση με έσπρωχνε να συνεχίζω να περπατάω, να στρίβω κάθε τόσο μια
δεξιά μια αριστερά σε κάθε επόμενο στενό, να επιβιβάζομαι πάνω σε νέες
ιστορίες; Ή μήπως δεν ήταν πια δική μου η επιλογή; Μήπως είχα ήδη πουληθεί ψυχή
τε και σώματι κι ήταν άλλος τώρα αυτός που έκανε κουμάντο στα βήματά μου, στις
σκέψεις μου, στον τρόπο που κοιτούσα τους ανθρώπους και τα πράγματα και τον
κόσμο όλο; Γιατί αυτά παθαίνει κανείς όταν ξεπουλιέται, παρακινημένος από
ευπιστία ή από ανάγκη. Υποκύπτει στις απαιτήσεις του κτήτορά του, αλλιώς είναι
υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει την οργή του – μιαν οργή που εύκολα την
αποκαλούμε εγκατάλειψη.
Οι αναμνήσεις από
εκείνον τον Αύγουστο, σκαρφαλώνουν ατάκτως κι ασταμάτητα μέσα μου και μου λένε
ψελλίζοντας ότι στην πραγματικότητα τίποτα δεν έκανα, πουθενά δεν πήγα, τίποτα
δεν είδα. Μου λένε ότι στην πραγματικότητα είχα αποφασίσει να παραμείνω σε
αναμονή, όρθια σε μια γωνία, μέσα στην απόλυτη ησυχία μιας σαφώς ασαφέστατης υπόσχεσης που θα εκπληρωνόταν, περιμένοντας έναν θόρυβο, περιμένοντας να
αισθανθώ έναν θόρυβο στην ψυχή. Κι έτσι, σα ναυαγός παράλυτος κι ημιθανής εν
αγνοία μου, μέσα σε μια ακατάπαυστη περιδίνηση, ξάπλωσα ανάσκελα επάνω στο
γρασίδι κι απέμεινα να θαυμάζω τις λάμψεις του μεσημεριάτικου ήλιου που τρύπωνε
μέσα από τις φυλλωσιές πάνω από το κεφάλι μου.
Και τότε ο χρόνος
σταμάτησε ξανά, μια εικόνα θρυμματισμένη σαν το φως που έπεφτε θρυμματισμένο πάνω
μου διαπερνώντας τα μεγάλα πλατανόφυλλα. Μα ο χρόνος δεν σταματάει ποτέ,
σκέφτηκα. Ή μήπως είναι σταματημένος ανέκαθεν; Και ξαφνικά η καθημερινότητα μου
φάνηκε ωραία, ωραιότερη μέσα στην απλότητά της, μέσα στην αεικίνητη ακινησία
της. Για ποιον λόγο να κοροϊδεύω κι άλλο τον εαυτό μου; Η καθημερινότητα είναι
διάφανη, διαρκεί μονάχα μερικά δευτερόλεπτα, είναι με κάποιον τρόπο αθόρυβη, ανύπαρκτη. Να την πάλι η ανάγκη για εκείνον το θόρυβο στην ψυχή. Ξαπλωμένη όπως
ήμουν, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από το κεφάλι μου, αποφάσισα να κοιτάξω την
καθημερινότητα κατάματα, να αφεθώ να με τυλίξει μέσα της. Και τότε η
καθημερινότητα φούσκωσε απότομα σαν σαπουνόφουσκα, κι έσκασε. Κι απέμεινα με τα
τζιτζίκια να μου τριβελίζουν το μυαλό. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;
Η ζωή είναι
γεμάτη από πράγματα αινιγματικά, από συμβάντα αδιόρατα «δια γυμνού οφθαλμού»,
μικρά γεγονότα και συγκυρίες, που όμως όταν τα κοιτάξουμε μετά από καιρό, μέσα
από το πρίσμα του χρόνου, δεν μπορούν παρά να μας προκαλέσουν έκπληξη, και σε
ακραίες περιπτώσεις ακόμα και τρόμο.
«Ασήμωσε,
ομορφούλα, να σου πω τη μοίρα σου.»
Στεκόταν όρθια
από πάνω μου, μια γριά τσιγγάνα, με δέρμα ρυτιδιασμένο και στεγνό, με δυο
εκατοστά φανερά γκρίζα μαλλιά από εκεί που τελείωνε το σκουρόχρωμο πρόσωπό της
ως εκεί που ξεκινούσε να απλώνεται το λευκό μαντήλι στο κεφάλι της. Φορούσε
ρούχα πολλά – Χριστέ μου, πόσα πολλά ρούχα φορούσε! Σα να φοβόταν μήπως μπει
κανένας στο σπίτι της τις ώρες που έλειπε και της αδειάσει την ντουλάπα! Ρούχα
παράταιρα, φαρδιά και πολύχρωμα. Το μοναδικό μονόχρωμο κομμάτι πανί πάνω της
ήταν το λευκό μαντήλι στο κεφάλι της. Μια μακριά φούστα λευκή με μεγάλα κόκκινα
λουλούδια, κάτι μεταξύ παπαρούνας και τριαντάφυλλου, από πάνω μια άλλη φούστα
κοντύτερη μωβ με λεπτές χρυσές και ασημένιες ρίγες, μια μπλούζα γκρι με
ακανόνιστες κίτρινες και κόκκινες καμπυλωτές γραμμές και μέσα από αυτή μια
δεύτερη μπλούζα πράσινη λαχανί – ένα λαμπερό, φωτεινό πράσινο – που το τελείωμά
της και μόνο πρόδιδε την παρουσία της, μια παλάμη πάνω από τη λαιμόκοψη της
άλλης μπλούζας, της γκρίζας. Είχε ριγμένη και μια εσάρπα σε χρώμα ροζ απαλό, με
κρόσσια στο τελείωμα, λεπτή και διάφανη, γύρω στους ώμους της. Επάνω στο
πλούσιο στήθος της κρεμόταν ένας μεγάλος χρυσός σταυρός.
Προτίμησα αντί να
την ασημώσω να τη δροσίσω – υπέθεσα ότι θα υπέφερε έτσι ντυμένη με τόση ζέστη -
κι έβγαλα από την τσάντα μου ένα μπουκαλάκι νερό να της δώσω ευχαριστώντας την
με την κλισέ ρήση που αρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή ευχαριστώ μα δεν
χρειάζομαι να μου πεις τη μοίρα μου, πάρε να δροσιστείς κι άντε στο καλό.
Πήρε το μπουκάλι
το νερό και μου ζήτησε τσιγάρο. Της έδωσα, ρίχνοντας μια ματιά γύρω τριγύρω,
έχοντας στο νου μου τις ιστορίες τρόμου που άκουγα μικρή. Ότι δηλαδή πάντα
κάποιος δεύτερος κάπου παραφυλάει, ο ένας σου πιάνει την κουβέντα κι ο άλλος σε
ξαφρίζει. «Δεν έχω τίποτε άλλο να σου δώσω», της είπα προσπαθώντας να την
ξεφορτωθώ.
«Είσαι καλή στην
ψυχή, ομορφούλα.» συνέχισε η γριά.
Έκανα να σηκωθώ,
αφού δεν έφευγε αυτή θα έφευγα εγώ.
«Στάσου», μου
λέει, «το μέλλον δεν το βλέπει κανείς, κι όποιος λέει ότι το βλέπει, το
πληρώνει ακριβά, χάνει τα λογικά του. Εσύ να μην ξεχνάς να βλέπεις το παρελθόν,
γιατί όσοι βλέπουν το παρελθόν δεν πληρώνουν ποτέ.»
Έτρεξα στο
καφενείο και βρήκα τον Σαϊμίρ, μόνο, να ιδροκοπάει στην κουζίνα πάνω από τηγάνια
και κομμένα λαχανικά. Ένας ανεμιστήρας στη γωνία ανακάτευε τη λάβρα που έμπαινε
από το ανοιχτό παράθυρο με τους αχνούς των κατσαρολικών. Κοίταξε το ρολόι στον
τοίχο με απορία. Δεν ήταν η ώρα μου να φανώ. Έμεινα μαζί του στο κουζινάκι παρά
την ανελέητη ζέστη, μου έφερε μια παγωμένη μπύρα, δεν δέχτηκε να του την
πληρώσω. Δεν επέμεινα.
Εξάλλου, όλες εκείνες τις ξεχασμένες νύχτες, εκείνες τις νύχτες που στην ανάμνησή τους δεν απομένει καμιά ανθρώπινη παρουσία - κι αν απομένει από τους ανθρώπους κάτι, είναι μόνο τμήματά τους: οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια, μια παρανυχίδα ή μια μελανιά στο μπράτσο - , παρά μόνο αντικείμενα: ένα κομμάτι ψωμί, ένα ποτήρι κρασί, ένα μολύβι ακουμπισμένο πάνω σε ένα μικρό σημειωματάριο, ένα τσιγάρο που καίει μόνο του στο τασάκι, ένα γαλάζιο πουκάμισο με στάμπες ιδρώτα κάτω από τις μασχάλες, ένα πουκάμισο αδειανό. Τότε, παλιά και πάντα κι εκεί και παντού, εγώ πλήρωνα τα ποτά όλων, χωρίς κανένας να το αντιλαμβάνεται. Πλήρωνα το αντίτιμο του εισιτηρίου μου για το ταξίδι ή τον απλό περίπατο, μέχρι τον επόμενο σταθμό ή την παρακάτω γειτονιά.
Πλήρωνα εγώ για
εκείνους που θα γίνονταν ποιητές, και για εκείνους που δεν έγιναν. Πλήρωνα για
εκείνους που θα γίνονταν εραστές, και για εκείνους που δεν έγιναν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου